Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020

Το φυλαχτό του πολέμου

 Στην οικογένειά μου υπάρχει ένα φυλαχτό. Το γνώρισα από μικρός. Ήταν δεμένο με παραμάνα στο κάτω μέρος της κούνιας μου κι έπειτα του πρώτου κρεβατιού μου. Να προστατεύει το παιδί έλεγαν. Οι ευεργετικές του συνέπειες όμως δεν ήταν μόνο δικό μου προνόμιο. Το φυλαχτό συνόδευε κάθε δύσκολη κατάσταση της οικογένειας, κάθε ταξίδι της και κάθε ευχή. Ήταν ένα μικρό, ελάχιστο μαξιλαράκι, στο μέγεθος ενός σπιρτόκουτου που μέσα του μου έλεγαν πως είχε θαυματουργό ξύλο από τον σταυρό του Χριστού. Ήταν το φυλαχτό που έσωσε τον παππού Βαγγέλη στον πόλεμο. Μεγαλώνοντας έχασα την πίστη σε θαύματα, ως εκ τούτου έχασα και τα χνάρια του φυλαχτού. Λογικά η μάνα μου το έχει κάπου κρυμμένο ακόμα. Μεγαλώνοντας έχασα πολλά από την παιδική μου ηλικία αλλά δεν έχασα την περιέργειά μου. Έτσι, μερικά χρόνια πριν, έπιασα τη γιαγιά μου και τη ρώτησα γιατί το φυλαχτό έσωσε τον Βαγγέλη στον πόλεμο. Πίστευα πως θα άκουγα απλά μια συνηθισμένη ιστορία τύχης και επιβίωσης μέσα στη φρίκη του πολέμου. Αλλά έκανα λάθος. Ο Βαγγέλης ήταν στο Αλβανικό Μέτωπο. Παρέα με μια διμοιρία ήταν αυτός που κουβαλούσε προμήθειες δεμένος σε χιονισμένες ανηφόρες, κατηφόρες και ευθείες με ένα γαιδούρι. Περιπλανώμενοι μέσα στα χιόνια, χωρίς σχέδιο μάχης, χωρίς προσανατολισμό, με εντολή απλά και μόνο να επιβιώσουν και να πυροβολούν τον εχθρό. Ξαφνικά δέχονται πυρά και βρίσκονται σε ανοιχτό πεδίο βολής. Εκτεθειμένοι όπως ήταν, ο μόνος δρόμος σωτηρίας είναι ένας γκρεμός. Η διμοιρία τρέχει και κατρακυλάει στο γκρεμό. Ο Βαγγέλης, ελέω γαιδάρου, μένει πιο πίσω αλλά ακόμα ζει. Φτάνει στην άκρη του γκρεμού και ακούει φωνές. Κόψε τα σκοινιά του γαιδάρου και πέσε. Βαγγέλη πέσε. Ο Βαγγέλης ξέρει πως αν λυθεί από τον γάιδαρο και πέσει, η διμοιρία δεν θα έχει πια προμήθειες και θα πεθάνει. Χρόνος να κόψει έναν-έναν τους σάκους των προμηθειών που είναι φορτωμένες στο γαιδούρι, δεν υπάρχει. Τα πυρά πέφτουν και δεν τον ακουμπούν. Είναι ο μόνος πια στόχος. Αγκαλιάζει τον γάιδαρο και τον σπρώχνει στο γκρεμό. Κατρακυλάνε παρέα. Πότε χτυπάει ο ένας στις πέτρες, πότε ο άλλος. Φτάνουν στο τέλος του δρόμου. Ο Βαγγέλης σηκώνεται. Πάνω του δεν υπάρχει ούτε πληγή, ούτε μελανιά, ούτε ίχνος τραυματισμού. Πάνω του είχε δεμένο με παραμάνα, ένα φυλαχτό. Λογικά θα το είχε η μάνα του κάπου κρυμμένο.