Τρίτη, 28 Απριλίου 2020

Ιστορίες καραντίνας

Αγαπημένο μου ημερολόγιο.

Όλες αυτές τις μέρες που ο κόσμος κλείστηκε σπίτι του, διαβάζουμε παντού και διαπιστώνουμε κι εμείς οι ίδιοι πως η φύση ξεσάλωσε. Αλεπούδες κοιμούνται σε πλατείες, δελφίνια σκάνε σε λιμάνια, κατσίκια βολτάρουν σε κεντρικούς δρόμους και τα σχετικά. Το ίδιο συμβαίνει και στο μπαλκόνι μου. Μένω σε μια σοφίτα με κεραμίδια γύρω μου. Μέσα στα κεραμίδια ζουν εδώ και χρόνια περιστέρια. Δεν με ενοχλούσαν ποτέ, ούτε τα ενοχλούσα. Έχεζαν πάντοτε σε άλλα μπαλκόνια γειτόνων που τους τα υποδείκνυα εγώ για ευνόητους λόγους, ερωτοτροπούσαν κοντά μου αθόρυβα κι αν ήθελαν kinky παιχνιδάκια με σεξουαλικούς θορύβους επιβολής, απομακρυνόντουσαν. Κι εγώ ποτέ δεν τους έβαλα κρεμασμένα cd ή καρφάκια για να φεύγουν. Γενικώς υπήρχε ένας αλληλοσεβασμός. Αλλά την περίοδο της καραντίνας, μέρα με τη μέρα γινόντουσαν θρασύτατα. Δε ξέρω πως την είδανε τη φάση, δε ξέρω τι τους έλεγαν για την ανθρωπότητα τα άλλα ζωάκια που συναντούσαν ή τι έβλεπαν γύρω τους, αλλά η συμπεριφορά τους έχει ξεφύγει. Προχθές καθόντουσαν επίμονα πάνω στην απλώστρα με τα ρούχα. Εγώ δίπλα με στόχο να τα διώξω, αυτά ατάραχα. Εκεί. Κανένας φόβος. Να εδώ έλεγαν, ο μαλάκας ο καραντινάτος. Χαιρετίσματα στο Corona Virus να δώσεις. Δεν το έλεγαν πραγματικά, δεν έχω τρελαθεί κιόλας από την κλεισούρα για να βλέπω οράματα, αλλά το υποννοούσαν με το βλέμμα. Φοβήθηκα και δεν τα πείραξα. Λέω αυτά είναι ικανά να μου ρίξουν και την κεραία αν τα νευριάσω. Να μου δαγκώσουν το καλώδιο του ίντερνετ. Να με καταστρέψουν ολοκληρωτικά. Ντροπιασμένος μάζεψα τα ρούχα και ξαναέβαλα πλυντήριο. Αυτή τη φορά έβαλα την απλώστρα μέσα να είμαι σίγουρος. Σε μια βδομάδα που θα κυκλοφορώ ελεύθερος, πρέπει να έχω καθαρά ρούχα. Και τότε θα τα πούμε. Τότε θα δούμε ποιός είναι το αφεντικό της σκεπής.