Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

Σε κάποιο χωριό της Αργολίδας

Σε κάποιο χωριό της Αργολίδας, ορεινό και ολιγοκατοίκητο, 20 κάτοικοι το πολύ, κυρίως γερόντια, ώρα μεσημεριανή, μπαίνει στο καφενείο του χωριού ένας νεαρός Ναυπλιώτης.

Χαιρετάει τα γερόντια, τα γερόντια τον χαιρετούν βαριεστημένα κι ελαφρώς μίζερα κι έπειτα κάθεται σ' ένα τραπεζάκι. Περιμένει κάποιον φίλο για λόγους επαγγελματικούς. Η ώρα περνούσε και ο φίλος δεν ερχόταν. Τι να κάνει ο νεαρός, προσπαθεί να ξεκινήσει διάλογο με έναν παππού. Τί κάνεις παππού; Του λέει. Καλά, λέει ο παππούς. Πώς περνάτε τη μέρα σας εδώ; Ξαναρωτάει ο νεαρός θέλοντας να επικοινωνήσει βαθύτερα. Τί να σου πω αγόρι μου...του λέει. Εμείς εδώ, ξυπνάμε πρωί-πρωί, πλενόμαστε, ξυριζόμαστε, πίνουμε έναν γρήγορο καφεδάκο, βγαίνουμε έξω, περπατάμε προς το καφενείο και πάντα, μα πάντα, περνάμε από την εκκλησία του χωριού και χαζεύουμε τα κηδειόχαρτα. Γιατί χαζεύετε τα κηδειόχαρτα; Ρωτάει ο αφελής Ναυπλιώτης.

 Γιατί θέλουμε να σιγουρευτούμε πως είμαστε ακόμα ζωντανοί, απαντάει ο παππούς.