Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Λάθος: το πιο σουρεαλιστικό μπαρ στην Ελλάδα

Το «Λάθος» είναι συνώνυμο του Ναυπλίου

Για περισσότερα από 20 χρόνια στεκόταν κοντά στη κεντρική πλατεία της πόλης και σε ρουφούσε στον δικό του κόσμο, αν τύχαινε να περάσεις από μπροστά του στον Μεγάλο Δρόμο.



Αν ήσουν περίεργος δηλαδή, αν σε κέντριζαν οι urban jazz μελωδίες και εκείνες οι παράδοξες κατασκευές που κρεμόντουσαν από τους τοίχους, τα παράθυρα, το ταβάνι. Εναέρια αγγελάκια ή πουλιά που πέταγαν πάνω από το κεφάλι σου έως τον σχετικά πρόσφατο auto bartender κατασκευασμένο με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας και soft-touch οθόνη που μπορούσε να εκτελεί μόνος του 6 βασικά κοκτέιλ. Η είσοδος στο «Λάθος» ισοδυναμούσε με εισιτήριο σ΄ ένα  σουρεάλ λούνα παρκ, που δεν ήταν άλλο από snapshots κλεμμένα από το υποσυνείδητο του ιδιοκτήτη Τάσου Γκολέμη, ενός ιδιοκτήτη-μπάρμαν-εφευρέτη, που μαζί με τον αδερφό του, DJ Theo, γράφουν εδώ και 20 χρόνια τη δική τους ιστορία.

 
Χρόνια στο Ναύπλιο, χρόνια στο Λάθος. Ήταν όμως έναν Αύγουστο που το ερωτεύτηκα. Γιατί εκεί, μες τον πανικό, με τον κόσμο να ξεχειλίζει από το μαγαζί ακούω μια φωνή πίσω από το μπαρ να φωνάζει: «παιδιά, πάω να κάνω διάλλειμα για 15’. Θα κάνω ένα τσιγάρο και θα σας ξανασερβίρω ποτά σε λίγο» κονιορτοποιώντας κάθε κανόνα μάρκετινγκ. Ήταν ο Τάσος. Και βέβαια κανείς δεν είχε πρόβλημα. Από τότε έγινα τακτική και υποβλήθηκα σε όλα τα τεστ που κατά καιρούς εμφανιζόντουσαν μπροστά μου. Όπως μια μηχανή που μετρούσε αν ήμουν ένοχη ή αθώα. Ένα άλλο βράδυ άφησα το ποτό μου πάνω σε ένα τραπεζάκι για να το δω ξαφνικά να απομακρύνεται, αφού το τραπεζάκι το έβαζε στα πόδια όταν το αποφάσιζαν πίσω από το μπαρ πατώντας κρυφά το τηλεχειριστήριο. Μέχρι που πέρσι, ξαφνικά το μπαρ έκλεισε, γιατί ο ιδιοκτήτης του ήθελε τον χώρο. Έτσι, ψυχρά, το Ναύπλιο έχασε ένα μαγαζί- αναφορά.

Φέτος, όμως το Λάθος επανήλθε. Πριν σχεδόν 15 μέρες άνοιξε τις νέες πύλες του στον δρόμο πίσω από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό, κοντά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Στο μεγάλο πεζοδρόμιο που απλώνεται μπροστά του θυμίζοντας κάτι από Βαρκελώνη, υπάρχουν πολύχρωμες καρέκλες σαν εκείνες που είχαν παλιά τα σινεμά. Μέσα βλέπεις το μαγαζί να είναι πλέον πολύ πιο λιτό και άνετο. Ασφαλώς και υπάρχουν αναφορές. Υπάρχει το πράσινο ψυγείο που γεμίζει με φρούτα από τη πλούσια λαϊκή της πόλης για να γίνουν τα περίφημα fruit punch του Λάθους. Υπάρχουν πολύπριζα κολλημένα στο… ταβάνι. Υπάρχει ένα αυτοσχέδιο τηλεοπτικό στούντιο που αν είσαι αρκετά πυροβολημένος μπορείς να σταθείς μπροστά στη κάμερα, να κάνεις ερωτήσεις στους θαμώνες και να δεις επιτέλους τον εαυτό σου σε μια οθόνη. Πιο δίπλα είναι το «υπομονόμετρο», μια νέα κατασκευή που σε καλεί να κρατάς ένα κουμπί πατημένο για να ανέβει σιγά- σιγά μια ένδειξη, που δεν ανεβαίνει ποτέ και σου έρχεται να τα σπάσεις όλα μες στο μαγαζί, αλλά και το μηχάνημα που διαβάζει την αύρα του χεριού σου για να σου δώσει ένα μήνυμα από το σύμπαν (το δικό μου ήταν: we wish you would pay, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).

Το εντυπωσιακό όμως είναι πως ο ι ιδιοκτήτες δεν κινήθηκαν εκ του ασφαλούς μεταφέροντας απλώς το Λάθος σε άλλο σημείο, αλλά αποφάσισαν να παρουσιάσουν ένα νέο concept, που έχει βέβαια αναφορές στο παλιό. «Το Λάθος στο στιλ που ήταν, στον χώρο που ήταν διέγραψε έναν πρώτο κύκλο. Εδώ, θέλαμε να υλοποιήσουμε μια άλλη ιδέα» θα μας πει ο Τάσος Γκολέμης. Κι όντως κάτω από τις υπερμεγέθεις πικροδάφνες, τη δροσιά και την άπλα που προσφέρει το πεζοδρόμιο και εσύ θέλεις να ρίξεις τους ρυθμούς, να χαλαρώσεις, να κουβεντιάσεις περισσότερο, να απολαύσεις τη μουσική του Theo –κάτι που μπορείς πλέον και από τον διαδικτυακό σταθμό του bar.

«Είχα πειρατικό σταθμό από τα 14 μου χρόνια» θυμάται ο Τάσος «τότε παρακολουθούσαμε παθιασμένα  ό,τι συνέβαινε στα ερτζιανά». Η κουβέντα θα έρθει στις θρυλικές εκπομπές του Γιάννη Πετρίδη, αλλά και σ’ όλους τους γνωστούς που έχουν παρελάσει από το Λάθος. Για να φτάσουμε στον Λουκιανό Κηλαηδόνη που κάποτε είχε εκφράσει την επιθυμία να ερμηνεύσει δύο τραγούδια του Τάσου (βλ «Τα Πινέλα» και «Ήθελα κάτι να σου πω»). «Η μουσική είναι η αδυναμία μας. Μάλιστα, μέσα στο μαγαζί, σε μια γωνία έχουμε στήσει ένα μικρό στούντιο για να έρχονται οι πιτσιρικάδες αν θέλουν με τους φίλους και τα συγκροτήματά τους να τζαμάρουν εδώ, ελεύθερα από να τους κατσαδιάζουν οι γείτονες. Και να τους κόβουμε και ένα cd αν θέλουν. Είμαστε ανοιχτοί σε ιδέες τόσο για πράγματα που μπορούν να διοργανωθούν στο μαγαζί αλλά και για τον σταθμό». Στον σταθμό τους, τον οποίο μπορείς να ακούσεις στο ραδιόφωνο όσο είσαι στο Ναύπλιο, θα πετύχεις τρελά διαφημιστικά σποτάκια με τη μορφή γρίφων, ή άλλα άσχετα, όπως μια συνέντευξη στα Γερμανικά. Μα καλά τι είναι αυτή η συνέντευξη; τον ρωτάμε. «Α, δεν έχω ιδέα. Θα πρέπει να ξέφυγε κανένα αρχείο από τον υπολογιστή. Λάθος.» 

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

«Μνήμες φυλακών Ακροναυπλίας» - Ντοκιμαντέρ του Νίκου Καβουκίδη

Το ντοκιμαντέρ γυρίστηκε το 1968 κατά τη διάρκεια άλλων γυρισμάτων ταινίας στο Ναύπλιο. Αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου ντοκιμαντέρ του δημιουργού με τίτλο "Μνήμες" που θα παρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Ταινιών Θεσσαλονίκης και αφορά την ιστορική περίοδο στον ελληνικό χώρο από το 1936 ως το 1952.


To Παλαμπούρτζι (https://palabourtzi.gr/)εξασφάλισε για τους αναγνώστες του την προβολή του ντοκιμαντέρ με την σύμφωνη γνώμη του δημιουργού. Πρόκειται για τα μοναδικά έγχρωμα πλάνα των φυλακών που έχουν διασωθεί.

 Όπως ο ίδιος o κύριος Καβουκίδης τόνισε: "H ιστορική μνήμη δε μπορεί να μείνει κλειδωμένη".

Μario Vagman


Λίγα λόγια για το δημιουργό

Από τους τελευταίους μεγάλους κινηματογραφιστές ο Νίκος Καβουκίδης, γιος του πρωτοπόρου κινηματογραφιστή Γιώργου Καβουκίδη, έχει σήμερα να παρουσιάσει μια ιστορική πορεία μισού και πλέον αιώνα στον ελληνικό κινηματογράφο.    Γεννήθηκε στον Πειραιά και από πολύ μικρός διδάχτηκε τα μυστικά της 7ης τέχνης από τον πατέρα του, ο οποίος ήταν πιστός φίλος, συνεργάτης και στήριγμα του Φιλοποίμενα Φίνου - αφού χάρη στη δική του χρηματοδότηση γυρίστηκε η πρώτη ταινία της Φίνος Φιλμ η «Φωνή της Καρδιάς». Έτσι ο Νίκος Καβουκίδης μπαινόβγαινε στη Φίνος Φιλμ από μικρό παιδί. Στα 15 του χρόνια, παθιασμένος πια με την κάμερα, ξεκίνησε να εργάζεται συστηματικά στη Φίνος Φιλμ σαν βοηθός οπερατέρ και μοντέρ, εκπαιδευόμενος από τον Φίνο και τον Ντίνο Κατσουρίδη. Αργότερα ο Φίνος, σίγουρος για τις ικανότητες του και το ταλέντο του, τον έστειλε στην Ιταλία για να συνεχίσει την εκπαίδευση του στη φωτογραφία. Όμως, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, η μεγάλη σχολή γι’ αυτόν ήταν η Φίνος Φιλμ. Από το 1962 και ως το 1968, ο Νίκος Καβουκίδης ανέλαβε το μοντάζ και αργότερα τη διεύθυνση φωτογραφίας σε 20 εκλεκτές ταινίες της Φίνος Φιλμ, συνεργαζόμενος με τους καλύτερους σκηνοθέτες. Από εκεί και πέρα συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες του σύγχρονου ελληνικού σινεμά, καταγράφοντας μια πορεία που τον έχει απόλυτα καταξιώσει. Συνολικά στην καριέρα του έχει συνεργαστεί εξαιρετικά με τους μεγαλύτερους Έλληνες σκηνοθέτες, όπως: Αλέκος Σακελλάριος, Ντίνος Δημόπουλος, Γιάννης Δαλιανίδης, Νίκος Κούνδουρος, Μιχάλης Κακογιάννης, Παντελής Βούλγαρης, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ντίμης Δαδήρας, Βαγγέλης Σερντάρης, Χρήστος Σιοπαχάς, Νίκος Τζήμας, Γιώργος Κατακουζηνός, Αντώνης Κόκκινος, Ροβήρος Μανθούλης, Τάσος Ψαρράς και πολλοί άλλοι. Παράλληλα με τις ταινίες του, από το 1957 και μετά, κατέγραφε με το φακό του κάθε πολιτικό γεγονός στην Ελλάδα, με κορύφωση τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, από τα οποία σκηνοθέτησε την ταινία-ντοκυμαντέρ «Μαρτυρίες» (1974), που διακρίθηκε σε πολλά ξένα φεστιβάλ. Έχει ακόμα σκηνοθετήσει τα ντοκιμαντέρ «Ανάβαση στα Καλάβρυτα» και «Ολυμπία - Γη Θεών και Ανθρώπων». Στη διαδρομή του, ως διευθυντής φωτογραφίας στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το θέατρο έχει βραβευτεί δέκα φορές με τελευταία στο Φεστιβάλ της Ολυμπίας, στο οποίο ήταν το τιμώμενο πρόσωπο για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο, αλλά και για τη βοήθεια που προσφέρει στους νέους κινηματογραφιστές. Σύζυγός του είναι η ηθοποιός Σοφία Ρούμπου και κόρη τους η, επίσης ηθοποιός, Μαρία Καβουκίδη.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

O Γκάνταλφ του Άργους - Μια μικρή αλλά αληθινή ιστορία

Ζούσε κάποτε στο Άργος, όχι πολύ καιρό πριν, ένας άνθρωπος που το μυαλό του γεννούσε ευφάνταστες ιστορίες.

Κοινώς ψέματα. Βεβαίως κανείς δε γνώριζε αν όντως ήταν ψέμματα καθώς στις περισσότερες από αυτές τις ιστορίες, πρωταγωνιστής, ήρωας και μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας ήταν ο ίδιος. Το ψέμα του πράγματος αποδεικνυόταν από την κοινή λογική των πραγμάτων αφού οι ιστορίες του και τα κατορθώματά του ήταν μάλλον εξωπραγματικά.

Ο κόσμος όμως διασκέδαζε με αυτές τις ιστορίες. Γνωστοί και φίλοι του στο Άργος μαζευόντουσαν γύρω του, στα καφενεία, στους δρόμους και τα τότε μπιλιαρδάδικα, μερικές φορές τον ρώταγαν και επίτηδες για να τον ακούσουν να διηγείται το παραμύθι του. Έπειτα τον κορόιδευαν, γέλαγαν μαζί του αλλά σίγουρα τον είχαν ανάγκη. Ήταν ένας λαϊκός ήρωας. Ένας παραμυθάς της πόλης.

Ας τον ονομάσουμε Α. Ταιριάζει και με την καταγωγή του. Ο Α. ο ψεύτης.

Μια μέρα λοιπόν ο Α. ο ψεύτης διηγήθηκε την εξής ιστορία:

Καθόμουν ψηλά στο κάστρο του Άργους. Δεν είχα πάρει μαζί μου τη μηχανή. Ήθελα να περπατήσω και να αγναντέψω. Αλλά αφού άραξα για πολύ ώρα, είπα να κατέβω κάτω στην πόλη. Βαριόμουν όμως να περπατήσω. Τί να κάνω, τί να κάνω...ξαφνικά βλέπω έναν αητό να πετάει πάνω από το κάστρο. Ο αητός είχε φτερά μήκους 12 μέτρων. Τεράστιος. Παραφυλάω σε μιαν άκρη και μόλις περνάει από πάνω μου, δίνω μία και πιάνομαι από τα πόδια του.

Και μετά τί έγινε; Τον ρώτησε άφωνο το πολυπληθές κοινό του.

Ε, τί να γίνει; Απάντησε ο Α.

Με κατέβασε μέχρι τους στρατώνες. Μέσα στην πόλη. Όλα καλά.

Eίπε ατάραχος και γεμάτος αυτοπεποίθηση ο Α.

Έπειτα επικράτησε πανικός στο κοινό...

Να σημειωθεί πως η ιστορία ειπώθηκε λίγα χρόνια πριν προβληθεί η τριλογία του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών στους κινηματογράφους.

Γατάκι Γκάνταλφ...