Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Προσωπική εξομολόγηση για μια γιορτή

17 Ιανουαρίου. Του Αγίου Αντωνίου. Γιορτή του συγχωρεμένου του πατέρα μου. Δυο πράγματα έχω να σας πω, δεν θα σας απασχολήσω πολύ, το εξής ένα: Οι νεκροί δεν ζουν σε άλλη διάσταση. Δεν ταξιδεύουν κάπου υπερβατικά. Δεν μας βλέπουν από πουθενά. Ίσως εκείνα τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που ο εγκέφαλος σβήνει, ο χρόνος και ο χώρος να αποκτούν άλλες υποστάσεις και δυνατότητες αλλά ως εκεί. Ζωή μετά τη ζωή, δεν υφίσταται. Γενικώς μετά την απομάκρυνση από το ταμείο αυτού του σύμπαντος κόσμου, οι νεκροί δεν υπάρχουν. Αλλά τουλάχιστον, τουλάχιστον, χρόνο με το χρόνο μειώνονται όλες οι απορίες, οι ερωτήσεις και οι φράσεις που θα θέλαμε να τους πούμε. Χρόνο με το χρόνο όλες οι απαντήσεις εμφανίζονται υπομονετικά και αργά. Άλλοτε βασανιστικά, άλλοτε ευχάριστα. Γιατί οι νεκροί μπορεί να μην υπάρχουν αλλά είχαν προλάβει προ πολλού να κρυφτούν μέσα μας. Μεταμφιέστηκαν ιδανικά και περίμεναν την κατάλληλη στιγμή.

Τον πατέρα μου τον γνώρισα λοιπόν μετά το θάνατό του. Μέχρι τότε το μόνο κοινό που παραδεχόμουν πως είχα μαζί του, ήταν η βαρεμάρα του για τις γιορτές. Για όλες τις γιορτές. Ακόμα και τη δική του.

Τώρα ζω μετρώντας συνεχώς ομοιότητες.