Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ο Γκοντάρ, ο Spiderman, ο Τέτρις και άλλοι ματάκηδες

«Μας παίρνει μάτι όλο το Ναύπλιο, όλο το σύμπαν» φώναζε αισθησιακά νεαρός επιβήτορας και πρωταγωνιστής της χολιγουντιανής παραγωγής που γυρίστηκε κάποτε στα μέρη μας με τίτλο «το παλαμάρι του βαρκάρη».

Η ατάκα ξαναχρησιμοποιήθηκε αυτούσια στον πρώτο δίσκο των Ημισκουμπρίων στο κομμάτι «Τσόντα» και αποτελεί την μοναδική ιστορική καταγραφή μιας συνήθειας της πόλης που όλοι γνωρίζουν αλλά ελάχιστοι ομολογούν.


Αυτό συμβαίνει καθώς ελάχιστοι είναι εκείνοι που άσκησαν το χόμπι του ματάκια με τέτοιον επαγγελματισμό και μαεστρία που έγιναν δαχτυλοδεικτούμενοι μέσα στην ναυπλιακή κοινωνία. Μια κοινωνία όμως που διατηρούσε όλες εκείνες τις απαραίτητες συνθήκες που γεννάνε τέτοια φαινόμενα και τέτοιους ανθρώπους, ανώμαλους και διεστραμμένους για πολλούς ή αστείες και κωμικοτραγικές φιγούρες για άλλους.

Είναι όλοι αυτοί που τα βράδια σχεδιάζαν και οργάνωναν εξορμήσεις στους γαμηστρώνες της πόλης, κατασκεύαζαν ή έβρισκαν έτοιμες κρυψώνες με μόνο στόχο την απόλαυση και το ερωτικό μασάζ των ματιών τους. Όλοι οι υπόλοιποι αυτόχθονες ιθαγενείς ασκήθηκαν επί τω έργω μόνο εκ παρεκτροπής. Ποιός ή ποιά δεν έχει κρυφακούσει ζευγάρι στο διπλανό διαμέρισμα ή σπίτι που οι ήχοι της συνευρέσεώς τους διαπερνάν τους τοίχους και τα ντουβάρια; Ποιός έφυγε από ένα τέτοιο συμβάν θεωρώντας το μη πρέπον; Ποιός ή ποιά απομακρύνθηκε από μια παραλία ή ερημιά όταν δίπλα του ένα ζευγάρι εκτελούσε την αναπαραγωγική διαδικασία; Κανείς.

Παλαιόθεν το ερασιτεχνικό μπανιστήρι αποτελούσε προνόμιο των έφηβων αγοριών κάτι που φαίνεται τελείως λογικό λόγω της περιέργειάς τους σε έναν καινούριο κόσμο που ανοίγεται μπροστά τους. Τί συμβαίνει όμως όταν αυτή η συνήθεια σε ακολουθεί και στα επόμενα χρόνια της ζωής σου; Η απάντηση είναι απλή. Γίνεσαι λαϊκός ήρωας και οι περιπέτειές σου, όταν και αν ανακαλύψουν τις μεθόδους σου ή είσαι τόσο κυνικός που τις αποκαλύψεις ο ίδιος, γίνονται λαϊκές προφορικές αφηγήσεις του άστεως και μύθοι.

Πρώτος μύθος της πόλης είναι ο επονομαζόμενος «Γκοντάρ». Λάτρης του κινηματογράφου και της μαγνητοσκόπησης έχει κινηματογραφίσει με τρόπο μαγικό όσα ζευγαράκια κατάφερε (και είναι πολλά) από την δεκαετία του 70 μέχρι τουλάχιστον τα μισά της δεκαετίας του 90. Έστηνε την κάμερά του σε ερημιές και παραλίες πάντοτε σε σημεία ικανοποιητικού φωτισμού, χωρίς βεβαίως να φαίνεται ο ίδιος, και αποθανάτιζε στο φακό τις ερωτικές περιπτύξεις τουριστών, Αθηναίων και αυτοχθόνων ιθαγενών. Ένα αρχειακό υλικό 30 περίπου χρόνων που αν προς Θεού κάποτε ανοίξει, κανείς δεν γνωρίζει τι πρόκειται να αποκαλύψει. Οι επιρροές του ήταν φυσικά ο ευρωπαικός κινηματογράφος με ιδιαίτερη αδυναμία στο γαλλικό νουάρ.

Ακολουθεί κατά πόδας ο λεγόμενος «Τέτρις» ή «Τζένγκας». Πρόκειται για τον πρώτο δημιουργό του παιχνιδιού Τέτρις πολύ πριν το ανακαλύψουν οι Ρώσοι κατασκευαστές ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Γιατί ο φίλος μας το δημιούργησε μόνο με φυσικές πετρούλες και βοτσαλάκια. Έστηνε το παρακολουθητήριό του από την Μυτίτσα της Αρβανιτιάς μέχρι το Νεράκι και όπου υπήρχαν ανοίγματα και χαραμάδες μεταξύ των βράχων δημιουργούσε εκεί υπέροχες κατασκευές από βότσαλα και πέτρες που ισορροπούσαν αρμονικά, αφήνοντας πάντα μια διακριτική τρυπούλα για να χαίρεται ο οφθαλμός του τα κάλλη της φύσεως. Με πατημασιές γάτας δεν τον έπαιρνες ποτέ χαμπάρι και αν υπήρχε μια περίπτωση να γλιτώσεις από τα μάτια του, έπρεπε να ανακαλύψεις την ιδιοφυή και πρωτοπόρα κατασκευή του μόνο με το φως της ημέρας και φυσικά να την γκρεμίσεις. Μετά από μερικές μέρες όμως, πάλι θα την έβλεπες εκεί.

Τρίτος αλλά εξίσου αξιόλογος ματάκιας ήταν και ο Spiderman. Mε εκπληκτικές αναρριχητικές δεξιότητες, σκαρφάλωνε μέχρι και στον δεύτερο όροφο νεοκλασικών σπιτιών της παλιάς πόλης και χάζευε αθόρυβα κυρίες να γδύνονται, να ντύνονται και φυσικά να συνουσιάζονται. Ακόμα δεν γνωρίζει κανείς τον τρόπο που κατάφερνε να σκαρφαλώνει εξού και το ψευδώνυμο. Η καριέρα του τελείωσε άδοξα στις αρχές της δεκαετίας του 90 όταν συνειδητοποίησε πως οι κυρίες της παλιάς πόλης ήταν πια, ως επί το πλείστον, γριές.

Άλλος ένας μεγάλος λαϊκός αγωνιστής ήταν «ο Βατραχάνθρωπος». Το σύστημά του απλό και πάντοτε αποτελεσματικό. Φόραγε την ωραία του στολή, τα βατραχοπεδιλάκια του και τον αναπνευστήρα και κολυμπούσε διακριτικώς και παραθαλλασίως μέχρι να πετύχει στην ακτή κάποιο ζεύγος σε τρυφερές στιγμές . Κινούταν κυρίως στην Αρβανιτιά αλλά όταν είχε ερημιά επισκεπτόταν και τις ακτές της Καραθώνας. Μόλις πετύχαινε κάποιο ζευγαράκι, έβγαζε το κεφάλι του στον αφρό της θαλάσσης και απολάμβανε το θέαμα κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ρομαντικός τύπος και αισθηματίας.

Αυτοί και δεκάδες άλλοι, ήρωες της πόλης, γνωστοί και άγνωστοι, μύθοι και πραγματικότητες,  κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ζούν δίπλα μας αλλά δυστυχώς δεν τυχαίνουν και της καλύτερης εκτιμήσεως από την πλειοψηφία των ιθαγενών. Τους λέμε ανώμαλους, σιχαμένους, βρωμερούς και άλλα παρόμοια. Γι αυτόν τον λόγο παραμένουν μες τα χρόνια βουβοί. Σαν να παραδέχονται και οι ίδιοι την αρρώστια τους. Τις ιστορίες τους τις γνωρίζουν μόνο στενοί φίλοι και όσοι κατά λάθος τους ανακάλυψαν.

Κρίμα πάντως. Θα μπορούσαμε να μαθαίναμε πολλά από τις διηγήσεις τους. Μας ξέρουν καλύτερα από τον καθένα. Ίσως αυτό είναι που μας ενοχλεί περισσότερο πάνω τους.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Τσιμεντοβλαχοποίηση

Σε μια πόλη σαν τη δική μας, που το μόνο που βλέπει μπροστά της είναι η τουριστική της ανάπτυξη, τα γιοτ, τα λιμάνια, οι κρουαζιέρες, οι κρατήσεις και τα σχετικά, σε μια πόλη που το παραγόμενο πολιτιστικό προιόν της είναι είτε ανέκδοτο είτε δημιουργία όχι μιας συλλογικής συνείδησης αλλά ελαχίστων γραφικών, σε μια πόλη δημοσίων υπηρεσιών και υπαλλήλων, καριεριστών και ιματζοφορεμένων δικηγόρων, γιατρών κι αρχιτεκτόνων, οικογενειοκρατίας και καθωσπρεπισμού, σε μια πόλη με χαραγμένη πάνω της την πανέμορφη ταυτότητα μόνο των κατακτητών της, σε μια τέτοια πόλη, είναι λογικό κι επόμενο το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι όλο του πληθυσμού της, να επηρεάζεται αποκλειστικά και μόνο από τους επισκέπτες της.


Και οι επισκέπτες της τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια δεν είναι άλλοι παρά η αγαπημένη και φιλτάτη φυλή των Τσιμεντόβλαχων της Αττικής γης. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των Ευρωπαίων και άλλων παγκόσμιων φυλών, οι Τσιμεντόβλαχοι είναι αυτοί που μέχρι τώρα επικρατούν στα μέρη μας και τα σημάδια της επίδρασής τους πάνω στους αυτόχθονες ιθαγενείς είναι πλέον ξεκάθαρα όχι μόνο τις ημέρες που διαλέγουν μαζικά να βόσκουν τα χωράφια μας αλλά και τις άλλες, τις δικές μας μέρες.

Πέρα από τα αγχωμένα και γρήγορα περπατήματα των Ναυπλιωτών στα πεζοδρόμια, τα νευρικά και σπαστικά τους τικ στις ατελείωτες ουρές των τραπεζών και των σούπερ μάρκετ, τα λιγοστά καλημέρα των γειτόνων και τις αυξανόμενες διενέξεις αναμετάξυ των κατοίκων, το σημάδι που αποδεικνύει πως η κατάσταση είναι πλέον για χρόνια μη αναστρέψιμη είναι η μανιακή χρήση των αυτοκινήτων.

Ο τόπος όλος έχει γιομίσει αυτοκίνητα. Ο Ναυπλιώτης πια για να πάει μέχρι τη γωνία του σπιτιού του και να κατουρήσει χρησιμοποιεί αυτοκίνητο. Μια δίωρη πρωινή βολτούλα για πληρωμές λογαριασμών και λοιπών γραφειοκρατικών διαδικασιών έχει μετατραπεί σε θορυβώδες σαφάρι. Ο νούς του αυτόχθονα φουλάρει με λεβιέδες, γκάζια, διπλοπαρκαρίσματα, κορναρίσματα, θαμμένα πεζοδρόμια, σταματημένα αυτοκίνητα στη μέση μιας διασταύρωσης γιατί κανείς δεν γνωρίζει ποιός έχει προτεραιότητα, χαροπαλέματα από τους πάμπολλους Σουμάχερ του άστεως και φυσικά με το καινούριο παιχνίδι της πόλης, «βρες να παρκάρεις, αν μπορείς».

Το κεφάλι των αυτοχθόνων, με την επιστροφή στο σπίτι, έχει πάντα πλέον μέσα του αυτή τη βαβούρα και την κούραση που μυρίζει έντονα αθηναική συγκοινωνία.

Πιστεύω πως σε λίγο καιρό αυτά τα κοινόχρηστα ποδήλατα που βρίσκονται διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία της πόλης, θα στοιχειώσουν από τη βαρεμάρα. Δεν τα χρησιμοποιεί κανείς. Όσοι λίγοι γουστάρουν το ποδήλατο έχουν, και οι πολλοί που δεν έχουν, δε γουστάρουν. Τόσο απλά.

Για να αποκτήσει ο Ναυπλιώτης τώρα πια, μετά την χρόνια επέλαση των βαρβάρων, ποδηλατική συνείδηση, χρειάζονται σκληρές πολιτικές και τακτικές.

Πρέπει το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλιέων να ψηφίσει ομόφωνα μια εικονική καταδίκη της χρήσης ποδηλάτου ως χρήση αντικοινωνική και να αποφασίσει πως θα τιμωρεί τους χρήστες με βαριά πρόστιμα. Όποιος και καλά συλληφθεί τρεις φορές να ποδηλατεί, θα γιαουρτώνεται δημόσια από το λαό και όλα τα ποδήλατα θα περιφρουρούνται από αστυνομικές δυνάμεις για να αποφεύγεται η χρήση τους μέχρι βέβαια την απανθράκωσή τους σε ειδική για την περίσταση υψικάμινο.

Τότε και μόνο τότε, αυτό το κωμικό πλάσμα που λέγεται Ναυπλιώτης, θα έκλεβε και θα καβάλαγε κρυφά μες τη νύχτα ποδήλατα, ωσάν να ήταν σακιά με απαγορευμένες πατάτες κλεισμένες και περιφρουρημένες στο Παλαμήδι.

Γιατί ο αυτόχθων, κατά βάθος, είναι μερακλής και του αρέσουν όλα ανεξαιρέτως τα απαγορευμένα. Αρκεί να μην το ξέρει κανείς.

Εις Μνήμην του Γιάννη Καποδίστρια.

Φωτογραφία: Τέχνη δρόμου από τον Isaac Cordal