Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Η καλοκαιρινή εκδίκηση του Ναυπλιώτη

Κάθεται ο Ναυπλιώτης και διαβάζει στα ιντερνέτια που συνεχώς βολοδέρνει γιατί δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει και το ίδιο κάνουν επίσης και όλοι οι υπόλοιποι γύρω του, πως φέτος το καλοκαίρι, το 75% των Ελλήνων, δεν πρόκειται να πάει διακοπές λόγω οικονομικής στενότητας.

Και ξαφνικά, όλως παραδόξως, ένα σαρδόνιο χαμόγελο ξεγλιστρά στο πρόσωπό του. Ένα χαμόγελο γεμάτο ειρωνικά σχόλια, κοροιδευτικές ατάκες και μια ύπουλη ευχαρίστηση.

Αυτό που μεσολάβησε μέσα στα χιλιοστά του δευτερολέπτου από την στιγμή που είδε την είδηση μέχρι τη στιγμή που το πικρόχολο χαμογελάκι σχηματίστηκε στη φάτσα του, είναι πολύ απλό.

Ο αυτόχθων ιθαγενής, άφραγκος αλλά υπεράνω ως είθισται, περνάει με μια γρήγορη ματιά τον τίτλο της είδησης.  Αναγνωρίζει τάχιστα το βασικό σημαινόμενο του γεγονότος που είναι η οικονομική κατάντια όλων των πολιτών, και του ιδίου βεβαίως, και τότε τον πιάνει η ανασφάλεια. Θα προσπαθήσει να ξεφορτωθεί ακαριαία αυτή την εικόνα κατάντιας από πάνω του γιατί πρώτον δεν του είναι και ιδιαίτερα ευχάριστο να συνειδητοποιεί στα καλά του καθουμένου πως είναι μαλάκας και γενικώς η αυτοκριτική δεν είναι και το αγαπημένο του σπορ. Ειδικά σε μέρες μουντιαλικής αποχαύνωσης.

Έτσι βρίσκει την πιο πρόχειρη δικαιολογία που σέρνεται μέσα στο κεφάλι του. Μια δικαιολογία που θα τον βγάλει  έξω από αυτήν την δυστυχή μάζα των τριών τετάρτων του πληθυσμού.

Σκέφτεται λοιπόν ο δαιμόνιος στον ωχαδερφισμό κάτοικος, πως ενώ ούτε ο ίδιος μπορεί να πάει διακοπές, για καλή του τύχη δεν είναι στην ίδια μοίρα με όλους τους υπόλοιπους. Δεν ανήκει βέβαια στο άλλο 25% που μπορεί, αλλά τουλάχιστον ζει και ενίοτε εργάζεται σε ένα ήδη τουριστικό μέρος, πόλο έλξης χιλιάδων τουριστών από όλο τον κόσμο. Στο όμορφο και γραφικό Ναπλάκι. Το ένδοξο και χιλιοτραγουδισμένο.

Τί να της κάνει τις διακοπές επομένως όταν κάθε καλοκαίρι οι ίδιες οι διακοπές έρχονται και του χτυπάν την πόρτα; Άλλωστε αυτός δεν ήταν και ο βασικός λόγος που διάλεξε να ζήσει εδώ; Μπορεί η πόλη να προσφέρει και άλλες ανέσεις, όπως μικρές αποστάσεις, ήρεμη οικογενειακή ζωή, όμορφο περιβάλλον, συναισθηματικές εξαρτήσεις με το παρελθόν, μειωμένη εγκληματικότητα και άλλα παρόμοια αλλά το καλοκαίρι ήταν ο κύριος ρυθμιστής της απόφασής του να γίνει μόνιμος κάτοικος. Κάθε καλοκαίρι η θολούρα του καύσωνα, οι επισκέπτες, η κίνηση, η κοντινή δροσιά της παραλίας τον παρέσερνε ολοένα και περισσότερο στην απόφαση να μην εγκατελείψει αυτό το μέρος. Κάθε καλοκαίρι του δημιουργούσε την ψευδαίσθηση του κοσμοπολιτισμού και της ζωντανής πόλης.

Και στο κάτω κάτω της γραφής τσάμπα έφαγε τόσα χρόνια χειμωνιάτικης μιζέριας; Τσάμπα ζει εδώ και χρόνια ολόκληρους μήνες ανελέητα βαρετής καθημερινότητας; Τσάμπα οι βραδινές βόλτες του Φλεβάρη παρέα μόνο με τις γάτες και τους σκύλους της πόλης; Τσάμπα οι ίδιοι και οι ίδιοι άνθρωποι, τα ίδια βήματα, οι ίδιες χαιρετούρες, τα ίδια στέκια με τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια ακόμη ποτά στα χέρια; Τσάμπα τόσα ξενέρωτα καρναβάλια, γιορτές, παρελάσεις και σαββατοκύριακα γεμάτα Τσιμεντόβλαχους κι ολόκληρα χωριά;

Έφτασε επιτέλους και γι αυτόν η ώρα της ανταμοιβής. Εκεί που όλοι οι άλλοι θα καίγονται μέσα στα τσιμεντένια κλουβάκια τους, παρέα με οικολογικά κλιματιστικά χαμηλής ενέργειας και κρύα ντους, εκεί που θα στριμώχνονται κάθε πρωί σε τραπεζικές ουρές για λίγα περισσότερα δευτερόλεπτα δροσιάς, αυτός θα απολαμβάνει ανέξοδα όλα τα καλά του τουριστικού του παραδείσου αποτέλεσμα της πάλαι ποτέ «σοφής» επιλογής του να μείνει για πάντα μόνιμος κάτοικος Ναυπλίας.

Οι άλλοι ας πρόσεχαν…

Και τότε, όλως λογικώς, ένα σαρδόνιο χαμόγελο ξεγλιστρά στο πρόσωπό του.



Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Της πόλης τα σκυλιά

Εξέχουσες προσωπικότητες αδεσπότων, με ιδιαίτερο ύφος, οξύ πνεύμα και τελείως προσωπικό στυλ έχουν σουλατσάρει στους δρόμους, τα πάρκα, τις πλατείες και τα σοκάκια αυτής της πόλης.

Για όσο έχουν προλάβει να ζήσουν μέσα στους κινδύνους του επαρχιακού μας άστεως και των δηλητηρίων του, έχουν σημαδέψει χρόνους, τόπους και ανθρώπους. Πρόκειται όμως για το πιο αδικημένο είδος στην μακραίωνη ιστορία της πόλης. Κανένα ιστορικό βιβλίο δεν τα αναφέρει. Κανένα λεύκωμα, καμία ιστορία ούτε κάποιο μνημείο υπάρχει για χάρη τους. Η παρουσία τους στη πόλη μοιάζει λίγο με την τέχνη του θεάτρου. Πράξη ζωντανή αλλά παροντική και φευγαλέα. Μόνο οι θεατές ως αυτόπτεις μάρτυρες γνωρίζουν. Και κάθε χρόνος, κάθε εποχή και σημείο της πόλης έχει διαφορετικούς αυτόπτεις μάρτυρες και διαφορετικούς τριχωτούς πρωταγωνιστές.

Ο Έκτορας

Αλήτης μέγας. Ένα κόκερ κανελί με την κωδική ονομασία «κουτσομπόλης», πιστός στα ήθη της περιοχής. Βρισκόταν παντού και πάντα. Γνώριζε όλο τον κόσμο και τον γνώριζε και αυτός. Η έδρα του ήταν η συνοικία Κούρτη αλλά η ακτίνα δράσης του απλωνόταν σε όλη τη πόλη. Μανιακός ερωτιάρης την έστηνε κάτω από σπίτια όμορφων θηλυκών κατοικιδίων τις δύσκολες μέρες του χρόνου που μύριζε αναπαραγωγή. Αν ζούσε παλιότερα θα ήταν επίτιμο μέλος στα Καμάκια Ναυπλίου. Ήταν όμως και θαρραλέος. Σουλατσάροντας πέρα δώθε ενοχλούσε τα στέκια των άλλων αδεσπότων και δέχονταν συνεχώς άγριες επιθέσεις. Δεν μασούσε όμως. Πουλούσε για λίγο τσαμπουκά, γινόταν τουλούμι στο ξύλο και τα δαγκώματα και συνέχιζε αγέρωχος. Κύριος πιστός σε όποιον ακολουθούσε στη βόλτα του και πανέξυπνος. Μόλις του έδινες εντολή βούταγε για μπάνιο στη θάλασσα ή σε κάθε λασπωμένη λακούβα. Ανέβαινε σε αυτοκίνητα και μηχανάκια, κανονικός συνοδηγός και φίλος. Πέθανε από φόλα κατοίκου, μια Κυριακή πρωί του 2007 και τον μάζεψε το σκουπιδιάρικο του Δήμου.

Ο Σπύρος 

Ο Σπύρος ζεί στις μέρες μας. Είναι αυτός ο μαυροκαφές κεφάλας που λειτουργεί πολλές φορές σαν χαλάκι εισόδου στο Σίρκουλο, τον Μαύρο Γάτο και το Δίκυκλο. Την στήνει εκεί κουλουριαστός και αραχτός και από πάνω του μπαινοβγαίνει όλο το μαγαζί. Σπανίως ενοχλείται και συνεχίζει αδιάφορος τον ύπνο του. Τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια στο Μεγάλο Δρόμο, καθήμενος σε μια καρέκλα όταν με πλησίασε και άρχιζε να τρώει διακριτικά από πίσω μου τις κλωστές του μπουφάν μου. Το έκανε σε όλο τον κόσμο. Κάποιοι τον έδιωχναν και κάποιοι το διασκέδαζαν. Αυτός πάντως ήταν ο τρόπος επικοινωνίας του στη πρώτη γνωριμία. Ερωτιάρης και αυτός, αλλάζει γειτονιά και στέκια ανάλογα με τον ερωτικό του στόχο. Προτιμά φυσικά της καθωσπρέπει κυρίες των ναυπλιώτικων σαλονιών. Εθεάθη πριν από κανά χρόνο να λιμοκτονεί έξω από ένα σπίτι κοντά στην Αγίου Ανδριανού περιμένοντας ένα απλό σινιάλο από την αγαπημένη του. Κάποιους που ρώτησα θυμούνται τον Σπύρο να αράζει στη γωνία της μπάρας του «Λυρικόν» το 2004 και οι θαμώνες να το φωνάζουν την μέρα του τελικού του Γιούρο για να μας φέρει γούρι. Βασικό χαρακτηριστικό του, πάντοτε ήρεμος.

Το τυφλό σκυλί

Αγνώστου ονομασίας, θηλυκού γένους, πρόκειται για μια εξαιρετική φυσιογνωμία της πόλης. Κυκλοφορούσε και ζούσε γύρω από την πλατεία Συντάγματος στις αρχές του αιώνα. Επιβίωνε λογικά εξαιτίας των ταβερνών της Σταικοπούλου και κάποιων φιλόζωων παλιοναυπλιωτών. Ολοκληρωτικά τυφλό, σπάνια εμπιστευόταν τον κόσμο.
Σε πλησίαζε μόνο αν ένιωθε σίγουρο για τις αγνές σου προθέσεις. Το να σε πλησιάσει για να την χαιδέψεις επομένως ήταν ένα δώρο του σύμπαντος στο πρόσωπό σου. Αποτελούσε μεγάλη τιμή και προκαλούσε συγκίνηση. Για το τέλος της δεν γνωρίζω. Εύχομαι να ταξίδεψε στην ώρα της.

Η χούλιγκαν

Θηλυκού γένους, δυστυχώς κατόπιν έρευνας αγνώστου ονόματος. Ίσως Λίζα ή Μπέτυ. Κυρία της πλατείας Συντάγματος και αυτή με ένα ειδικό χάρισμα. Έτρωγε βαρελότα χαμηλής έντασης και αγριεύοταν με τις σπιρτάδες. Τις πλησίαζε, τις γαύγιζε ανελέητα μέχρι που αυτές έσκαγαν σχεδόν δίπλα από το πρόσωπό της. Έπειτα συνέχιζε την βόλτα της περιμένοντας το επόμενο βαρελότο. Είτε να το φάει είτε να το μαλώσει. Φήμες λέγανε πως η χούλιγκαν θα επιβίωνε μαζί με τις κατσαρίδες σε περίπτωση πυρηνικού ολοκαυτώματος.

Ο τρενάκιας

Θύμα της φόλας ο δόλιος, άφησε εποχή στη πόλη με τη μανία του να ακολουθεί τα δύο τουριστικά τρενάκια της παραλίας. Άσπρος κόπρος με μαύρες κηλίδες, όταν δεν είχε δρομολόγιο, σύχναζε τα πρωινά έξω από το Λύκειο και είχε γίνει μασκότ της μαθητικής νεολαίας. Στη πιάτσα ήταν γνωστός και ως Αλφ ή Πέτρος.

Η Σταρ

Κυρία και αυτή τον ημερών μας. Μάλλον την φωνάζουν Λίζα. Πρόκειται για την κυρία της φωτογραφίας. Γνωστή για το απλωτό της άραγμα τ’ανάσκελα σε κάθε πλατεία της πόλης. Από δίπλα της περνάει πλήθος κόσμου, ντόπιοι και τουρίστες που την φωτογραφίζουν. Όπου και να αράξει γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Πιστεύω πως κατά βάθος αυτό επιδιώκει. Είναι λιγάκι ψώνιο και κάθε κλικ του φακού δείχνει να το απολαμβάνει. Μια αυθεντική σελέμπριτι της πόλης.


Και ο μακρύς κατάλογος των πρωταγωνιστών μας δεν έχει τελειωμό. Καθένας στο δρόμο, τη γειτονιά και τα στέκια του έχει τους δικούς του ήρωες και ατελείωτες ιστορίες να διηγείται γι αυτούς. Ίσως μια μελλοντική συστηματική καταγραφή αυτών των πλασμάτων θα είχε ενδιαφέρον. Γιατί λένε πως τα κατοικίδια ζώα αποκτούν πάντα τον χαρακτήρα των αφεντικών τους. Άρα τα αδέσποτα αποκτούν τον χαρακτήρα όλης της κοινωνίας που τους περιβάλλει.

Αφού λοιπόν αρνούμαστε πεισματικά να ψάξουμε τους εαυτούς μας, ας μάθουμε τουλάχιστον κάτι μέσα από τον χαρακτήρα των αδέσποτων σκύλων της ναυπλιώτικης ιστορίας.

Και για να μην το ξεχάσω: Φόλα στους δολοφόνους, βασανιστήρια στους βασανιστές και σκατά στους σκατόψυχους.