Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Η εκδίκηση του βάλτου-Ναυπλιώτικο Παραμύθι

Μια φορά κι ένα καιρό, δίπλα σε μια πόλη όμορφη και γραφική ζούσε ένας βάλτος.

Ήσυχος καθώς στεκόταν και ακίνδυνος απολάμβανε τις ομορφιές της ζωής και της φύσης και φρόντιζε όσο μπορούσε τις παράγκες, τους φτωχούς ανθρώπους, τα ζώα και τα φυτά που είχαν εξαρτήσει την ζωή τους πάνω του.

Τα χρόνια περνούσαν και η πόλη μεγάλωνε. Οι καιροί άλλαξαν και οι αυτόχθονες ιθαγενείς της πόλης αποφάσισαν να διώξουν τον καλόβολο βάλτο. Τους έπιανε, είπαν, πολύ χώρο, χώρο πολύτιμο προς πάσαν αξιοποίηση. Μια και δυό άρχισαν να τον σκεπάζουν με χώμα και τσιμέντο. Τον έκαναν λοιπόν οικόπεδα, δρόμους, πολυκατοικίες, μεζονέτες και καταστήματα. Ο βάλτος χάθηκε από τα μάτια τους αλλά ζούσε ενεργός κάτω από τα πόδια τους. Αφελώς είχαν πιστέψει οι δυστυχείς αυτόχθονες πως τον είχαν διώξει από την γεωγραφία της πόλης τους.

Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε μια πόλη όμορφη και γραφική βγαλμένη από τα πιο όμορφα παραμύθια της ανθρώπινης ιστορίας. Οι κάτοικοί της ένιωθαν περήφανοι για τον τόπο τους. Τον θαύμαζαν, τον επαινούσαν και τον βόλταραν συνεχώς.  Τον παλιό καιρό κιόλας, αυτή η ομορφιά έπαιζε καταλυτικό ρόλο και στις κοινωνικές τους σχέσεις. Μεγάλες παρέες, μεγάλες γειτονιές, κοινά γλέντια, κοινές ανάγκες και κοινές καρδιές. Με τον χρόνο όμως τα πράγματα ατόνισαν. Οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν, χωρίστηκαν και βούλιαξαν μέσα στα δικά τους ξεχωριστά προβλήματα. Η παγκοσμιότης τους έκανε φοβικούς. 

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένας Δήμος. Ο Δήμος της όμορφης και γραφικής μας πόλης. Οι δημοτικοί του άρχοντες, νομίμως εκλεγμένοι και επιλεγμένοι από τους αυτόχθονες ιθαγενείς, είχαν σαν στόχο τους την ικανοποίηση των αναγκών της πόλης και φυσικά την όποια βελτίωσή της. Οι άρχοντες όμως αυτοί δεν είχαν εκλεγεί με βάση την πολιτική τους σκέψη, το οργανωτικό τους μυαλό και την διοικητική τους ικανότητα. Είχαν εκλεγεί με βάση τις δημόσιες σχέσεις. Την οικονομική τους ευρωστία. Την ρουσφετολογική τους δεινότητα. Την κομματική τους υποταγή και την επικοινωνιακή τους μάσκα. Οπότε ουδόλως ενδιαφέρθηκαν για τον αληθινό τους ρόλο.  Οι πολίτες από την άλλη, απόμακροι πια από τον κοινωνικό ιστό και την πολιτική ευθύνη, ακολουθούσαν σαν πρόβατα επί σφαγή τους εκάστοτε δημοτικούς ταγούς, ενίοτε ανίκανους.

Δεν άργησε επομένως ο καιρός, που ο γερό-βάλτος, ήσυχος κι υπομονετικός, σε μια στιγμή αδυναμίας, πάνω στη κορύφωση της κοινωνικής και πολιτικής παρακμής της πόλης, αποφάσισε να πάρει την λάσπη του πίσω και να την στείλει μέσα στα ίδια τους τα σπίτια.

Αν ανοίξετε τις βρύσες σας θα τον ακούσετε πίσω από τα βρώμικα σιφόνια σας να γελάει ειρωνικά κάπου εκεί στο βάθος. Σκεπασμένος από τσιμέντα, χώματα, κουτσομπολίστικους ψιθύρους και ψεύτικα πολιτικά συνθήματα.

Γιατί ο βάλτος δεν έφυγε ποτέ. 


Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Βαρέθηκα τη ζωή μου

Βαρέθηκα τη ζωή μου στο Ναύπλιο. Δεν πάει άλλο. Θέλω να δώσω ένα τέλος σε όλα. Να μην νιώθω. Να μην πονάω πια. Να είμαι ένα ανάλαφρο τίποτα. Χωρίς έννοιες, σκοτούρες και βαρεμάρες. Χωρίς αυτό το απαίσιο βάρος της ζωής. Να χαθώ. Να γίνω μια ασήμαντη συμπαντική ενέργεια. Να αυτοκτονήσω.

Θα πιώ νερό βρύσης...


Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Το τέρας της Αρβανιτιάς

“…Το ‘τέρας’ της Αρβανιτιάς. Δεκαετία του 80. Περίπου στο σημείο που ξεκινάει σήμερα η διαδρομή για την Καραθώνα, ένας άγνωστος, απροσδιόριστος, ήχος επαναλαμβάνεται σε καθημερινή βάση. Προέρχεται από κάποιο σημείο στους πρόποδες του Παλαμηδίου. Καμία οπτική επαφή με την πηγή του. Η αχαλίνωτη ναυπλιώτικη φαντασία δεν άργησε να δημιουργήσει το μύθο: “υπάρχει τέρας στην Αρβανιτιά”! Δεκάδες οι ντόπιοι και ξένοι που συρρέουν σε καθημερινή βάση για να το αφουγκραστούν, ακολουθώντας τη χαρακτηριστική, χειροποίητη πινακίδα ”Προς Τέρας”. Μέχρι και πλανόδιοι μικροπωλητές εμφανίστηκαν κι έστησαν πάγκους με πασατέμπο και μαλλί της γριάς. Τελικά αποδείχθηκε ότι ήταν απλά ένας μπούφος…