Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικο παραμύθι σ’ ένα παράλληλο σύμπαν

Το Παλαμπούρτζι των Χριστουγέννων

Σ' ένα παράλληλο σύμπαν, στο Ναύπλιο χιονίζει. Και όταν λέμε χιονίζει, δεν εννοούμε αυτό το φλωροχιονόνερο που ρίχνει κάπου κάπου.

Ούτε το χιόνι που στέκεται μόνο για κανά δύωρο πάνω στα μπαμπρίζ των αυτοκινήτων και τα φύλλα των δέντρων μέχρι να το λιώσει γρήγορα η υγρασία. Όταν λέμε χιονίζει, μιλάμε για παχύ, άφθονο και ασταμάτητο χιόνι. Τόσο χιόνι που κάνει το Παλαμήδι να μοιάζει με έναν τεράστιο κουραμπιέ.

Έτσι και μόνο για να γιατρευτεί το παιδικό τραύμα των αυτοχθόνων ιθαγενών που κάθε χριστούγεννο, χιόνι άκουγαν και χιόνι δεν έβλεπαν. Μάλλον έβλεπαν αλλά σε χριστουγεννιάτικες κάρτες, τηλεοπτικά θεάματα και περιτυλίγματα χριστουγεννιάτικων δώρων. Κατά τα άλλα, η μοναδική πραγματικότητα της χριστουγεννιάτικής μας ατμόσφαιρας, αντί για χιόνι, γιομίζει με τη μυρωδάτη, γραφική και υγρή ομίχλη των πυρηνελουργείων της περιοχής που τώρα τελευταία ομοιάζει όλο και περισσότερο με νερουλή, αέρινη κι απείρως διαχεόμενη δημόσια τουαλέτα.

Σ' ένα παράλληλο συμπάν λοιπόν, χωρίς τεχνητές μυρωδιές, το Παλαμήδι είναι ένας τεράστιος χιονισμένος κουραμπιές που μέσα του ζουν κρυμμένοι όλο το χρόνο, οι αυτόχθονες καλικαντζάροι. Κρυμμένοι σε πέτρες, λαγούμια, μυστικές στοές και σπηλιές, οι καλικάντζαροι, αυτές τις τελευταίες μέρες του χρόνου, βγαίνουν από τις κρυψώνες τους και κατεβαίνουν στην πόλη για να καλικαντζαρίσουν τους ντόπιους.

Πρόκειται για ιδιαιτέρως επικίνδυνη ράτσα και πολύ δύσκολα αναγνωρίσιμη με την πρώτη ματιά. Καθώς στην όψη αλλά και στο ντύσιμο δεν διαφέρουν καθόλου από τους αυτόχθονες ιθαγενείς. Αναμειγνύονται με αυτόν τον τρόπο μέσα στο πλήθος και αναζητούν τα ανυποψίαστά θύματά τους. Με ύπουλα όπλα τον αυθόρμητό τους χαρακτήρα, την ενθουσιώδη και γιορτινή τους διάθεση, τα ειλικρινή και εξωστρεφή τους αισθήματα, το αληθινό τους χαμόγελο και την έλλειψη κάθε καχυποψίας, μυστικοπάθειας και πισώπλατου κοινωνικού σχολιασμού, καλικαντζαρίζουν το μυαλό του θύματος και του αλλάζουν τελείως την συμπεριφορά, τις σκέψεις και τις συνήθειες.

Δυστυχώς το καλικαντζάρισμα αναγνωρίζεται μόνο αμά τη εμφανίσει της ασθενείας του θύματος και μέχρι τα σήμερα δεν έχει βρεθεί γιατρειά.

Έτσι λοιπόν, σ' ένα παράλληλο σύμπαν, ο καλικαντζαροπαρμένος αυτόχθων ιθαγενής δεν κατεβάζει ποτέ τον διακόπτη των κουδουνιών του για να μην ακούσει τα πρωινά κάλαντα των πιτσιρικάδων. Δεν προσποιείται ποτέ τον χαρούμενο σαν κουρδισμένο ρομποτάκι, ούτε μοιράζει δώθε-κείθε, σε γνωστούς και αγνώστους με φορεμένο τυπικό χαμόγελο, εκατοντάδες χρόνια πολλά, καλά χριστούγεννα, ευτυχισμένο το νέο έτος και τα τοιαύτα για να καταντάει εκνευριστικός και να τον αποφεύγουμε όλοι στο δρόμο. Τα λέει μόνο εκεί που τα νιώθει πραγματικά. Ο καλικατζαροπαρμένος αυτόχθων δεν θυμάται την αλληλεγγύη και την προσφορά μόνο όταν του το θυμίζουν οι άλλοι. Μόνο αυτές τις μέρες δηλαδή που ο εγκέφαλός του παθαίνει ολική πλύση από τα σλόγκαν και τις ατάκες περί προσφοράς και αλληλοβοήθειας στον συνάνθρωπο που υποφέρει, λες και οι υπόλοιπες μέρες είναι μέρες παρτακισμού και αλληλοφαγωμάρας. Δεν οδηγεί σαν το μαλάκα για να βρεί μια καλή θέση πάρκινγκ, δεν τον ενδιαφέρει να παρκάρει κοντά στον όποιο στόχο γιατί προτιμά μια ήσυχη βόλτα στην στολισμένη και χιονισμένη πόλη. Δεν παθαίνει ποτέ ξαφνικά κι απότομα οικογενειοπληξία ούτε αγαπάει συγγενείς και γνωστούς που όλο τον υπόλοιπο χρόνο αγνοεί παντελώς την τύχη τους. Ο καλικαντζαροπαρμένος αυτόχθων δεν κάνει δώρα ανάλογα με το συμφέρον και το κέρδος που προσμένει ούτε με βάση τις δημόσιες σχέσεις που θέλει να αναπτύξει. Δεν παρασύρεται από το πλήθος που ψωνίζει σαν υπερκαταναλωτικά υπνωτισμένο γιατί ξέρει πως είναι μπατίρης και το πρώτο δεκαήμερο του νέου χρόνου δεν θα έχει φράγκα ούτε για τσίχλες. Δεν περιμένει την πρωτοχρονιά σαν άλλοθι για να τζογάρει ούτε ντύνεται γιορτινά για να τον δούν οι άλλοι, μόνο για να χαρεί ο ίδιος τη γιορτή, όπως γουστάρει.

Σ' ένα παράλληλο σύμπαν, ο καλικαντζαροπαρμένος αυτόχθων ιθαγενής, πιστεύει ακόμα στον Άγιο Βασίλη, δεν κερδίζει ποτέ το φλουρί και όταν τον πιάνουν τα μέσα του, χορεύει.



Φωτογραφία: Γιάννης Ρεκούμης

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα που έπεσαν νωρίς…

Τοπική επικαιρότης ελαχίστη, μόνο από τη μακρινή Αθήνα και τις λοιπές μεγαλουπόλεις έρχονται μερικές ιαχές του εμφυλίου αλλά μετά την στροφή των Δερβενακίων, ευτυχώς επικρατεί σιωπή και παύουν και αυτές.


Τίποτα δεν ακούγεται στα μέρη μας κι εμείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς, βαδίζουμε αμέριμνοι κι ολοταχώς προς τα Χριστουγέννα, μάλλον τα διανύουμε ήδη καθώς η πόλη διάλεξε και φέτος, ως πιθηκίζουσα κοινωνία που είναι, να ακολουθήσει την πανελλήνια και παγκόσμια μόδα του πρόωρου εορτασμού τους.

Είναι αυτή η νέα τάση που από τα τέλη Νοεμβρίου ή τις αρχές Δεκεμβρίου, ένα μήνα πριν την εορτή, ξεκινάν οι στολισμοί, οι ευχές, οι χριστουγεννιάτικες προσφορές των καταστημάτων, τα εορταστικά τηλεοπτικά, ραδιοφωνικά και διαδικτυακά σποτς και όλα τα σχετικά.

Πρόκειται φυσικά για μια μόδα που πολλοί Ναυπλιώτες, τελείως άκριτα, σύρονται να ακολουθήσουν μη τυχόν και δεν θεωρηθούν μοντέρνοι. Γιατί μπορεί εκ φύσεως ο Ναυπλιεύς, ο αυτόχθων, να είναι συντηρητικός άνθρωπος, καχύποπτος και δύσκολος στις αλλαγές, αλλά σε ό,τι έχει να κάνει με την αγνή και παρθένα ανθρώπινη βλακεία, ακολουθεί με κλειστά μάτια. Ο Ναυπλιεύς πάνω από όλα είναι μοδάτος τυπάς.

Και εδώ δε μιλάμε για μια απλή μόδα. Ένα στυλ κουρέματος ας πούμε, ένα ρούχο ή ένα βιβλίο που πουλάει. Μιλάμε για κοτζάμ μετεξέλιξη του συστήματος ανθρώπινης αποβλάκωσης. Γίνεται να λείπει ο Ναυπλιώτης από ένα τέτοιο πανηγύρι;

Γίνεται να μην συμμετέχει όταν το οικονομικό σύστημα, επειδή δεν μπορεί πια να μας αναγκάσει να υπερκαταναλώσουμε προϊόντα, αφού μας άφησε άφραγκους και πένητες, μας βάζει να υπερκαταναλώνουμε ολόκληρες γιορτές και συναισθήματα, θέλοντας να μας κρατήσει ακόμα ηλίθιους; Γίνεται να μείνει αμέτοχος ο Ναυπλιεύς όταν μας διαστέλλουν εικονικά τον χρόνο της εορτής και μας δημιουργούν μαεστρικά την ψευδαίσθηση μιας μεγαλύτερης απόλαυσης; Γίνεται να μην θέλουμε να υπερκαταναλώνουμε τη χαρά μας την ίδια;

Αυτή η νέα φάση όμως της κλιμακούμενης ανοησίας δεν στηρίζεται μόνο στο ψυχολογικό κενό που άφησε μέσα μας η εποχή της υπερκατανάλωσης. Στηρίζεται στο γενικότερο θυμικό του ανθρώπου. Στη μεγάλη αγάπη του εν προκειμένω για αυτή τη γιορτή, την πιο λαοφιλή γιορτή ομολογουμένως σε όλον τον κόσμο, και στο παράλληλο μίσος του για τη μίζερη καθημερινότητα που περνάει.

Κι ενώ η αγάπη των Ναυπλιωτών για τα Χριστούγεννα είναι αδιαμφισβήτητη και πολύ λογική, απορείς τι ζόρι τραβάνε με την καθημερινότητά τους και τόσο βιαστικά λαχταρούν να απαλλαγούν από αυτήν.

Κάθεται δηλαδή ο μοδάτος Ναυπλιεύς, αυτός ο πιστός ακολουθητής όλων των μοντέρνων εξελίξεων πλην των ουσιαστικών, και πίνει τον καφέ του στη πλατεία Συντάγματος, αρχές Δεκέμβρη για παράδειγμα. Η φύσις όλη γύρω του, τεχνητή και φυσική, του προσφέρει απλόχερα παραδείσιες στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης. Και αυτός, σαν κάτοικος αγχώδους μεγαλούπολης ή παθητικός δέκτης των οθονών και των ήχων που τον περιβάλλουν, ονειρεύεται μόνο τα Χριστούγεννα. Θα πετάξει έτσι μέρες και μέρες από την καθημερινότητά του, χωρίς να σκεφτεί, χωρίς να τις ζήσει, έχοντας μόνο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του το χαζογελάκι μιας αυτοικανοποίησης για τη μεγάλη γιορτή που πλησιάζει.

Άγνωστο και αδιάφορο αν αυτός ο Ναυπλιεύς είναι μειοψηφία ή πλειοψηφία μέσα στην πόλη. Το σίγουρο είναι πως είναι βλαξ. Και ως βλαξ, απλώνει την ανίκητη βλακεία του ολούθε και τελικώς επικρατεί.

Και δεν επικρατεί αυτή του η βλακεία μονάχα για τα Χριστούγεννα. Αλλά για όλες τις γιορτές, τις αργίες, τις ημιαργίες, τα Σάββατα και τις Κυριακές. Σαν όλες οι άλλες μέρες να είναι παρενθέσεις. Να μην είναι για να τις ζήσουμε αλλά απλά να λειτουργούν ως διαλείμματα μέχρι την επόμενη γιορτή ή αργία.

Και όλα αυτά στο Ναύπλιο. Ούτε στη Νέα Υόρκη, ούτε στην Αθήνα, ούτε καν σε μια πυκνοκατοικημένη επαρχιακή πόλη του κόσμου που ο καθείς μπορεί να βαρέσει την καταθλιψάρα του μέσα στη γκριζωπή του πραγματικότητα. Όλα αυτά συμβαίνουν στο μικρό και γραφικό Αναπλάκι. Το χωριό μας. Το μέρος που διαλέξαμε να το κατοικήσουμε μόνιμα κυρίως για την απλή, λαϊκή, όμορφη και ανθρώπινη καθημερινότητά του.

Μπας και έχουμε χαζέψει τελείως;


Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης…

Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, Αντώνης  Σαμαράς, πρόκειται να γίνει επίτιμος δημότης Ναυπλίου
Ως εκ τούτου

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα σε βλέπει στο δρόμο από μακριά και ύστερα θα κοιτάει αλλού για να μην αναγκαστεί να σε χαιρετήσει.

Ίσως αλλάζει και κατεύθυνση και κόβει απότομα πορεία στο πρώτο εμφανιζόμενο σοκάκι. Δήθεν μου και καλά. Λες και εσύ δεν είδες πως σε είδε. Λες και εσύ δεν έκανες το ίδιο. Μόνο αυτή η μοιραία και ακανόνιστη πορεία των κινούμενων σωμάτων μες το πλήθος, μόνο αυτή θα μπορέσει να σας φέρει, ως δυστύχημα, πρόσωπο με πρόσωπο. Και τότε θα ακουστεί αυτό το αμήχανο «επ», έπειτα μια χαιρετούρα τυπική, βιαστική και ο καθείς τον δρόμο του.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα παρκάρει το αυτοκίνητό του έξω ακριβώς από το σπίτι του. Ή όπου θέλει να πάει, ακριβώς έξω από εκεί θα το παρκάρει. Τουλάχιστον αυτό θα προσπαθεί μετά μανίας. Και θα γκρινιάζει ασύστολα όταν δεν τα καταφέρνει. Όταν κάποιος κερατάς του έχει πάρει τη θέση. Την θέση που δικαιωματικά του ανήκει. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Το αυτοκίνητο θα είναι πια η δευτέρα φύσις του. Μόνο για κατούρημα δεν θα το παίρνει μαζί του. Αργίες, Σάββατα, γιορτές, λαικές αγορές, καθημερινές βολτίτσες στην πόλη, παντού και πάντα. Θα είναι πια αχώριστοι. Θα ξέρουνε μαζί όλα τα κόλπα του παρκαρίσματος και του διπλοπαρκαρίσματος. Είτε με αναμμένα αλάρμ ως άλλοθι κάποιας στιγμιαίας δουλειάς κάπου κοντά, ενός πετάγματος που λέμε παραδοσιακά εμείς οι ντόπιοι ή ακόμα και χωρίς αλάρμ, έτσι θρασύτατα και ωμά. Στη μέση του δρόμου. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα ξέρει τα πάντα για σένα. Όλο το γενεαλογικό σου δέντρο. Μπορεί να μην το ξέρεις εσύ ο ίδιος, αλλά αυτός θα το γνωρίζει. Και αν δεν το γνωρίζει, θα ρωτήσει και θα το μάθει. Και όχι μόνο αυτό αλλά ό,τι σε αφορά. Συνήθειες, στέκια, ρούχα, δουλειές, σχέσεις, χόμπυ, όλα. Δεν θα του ξεφεύγει τίποτα. Και μετά θα σε κουτσομπολεύει. Αφού πρώτα σε πει, έτσι κι αλλιώς, μαλάκα. Γιατί όλοι εδώ, στα μάτια όλων των άλλων, μαλάκες είμαστε μεταξύ μας. Ανεξαρτήτως κριτηρίων, προσόντων και χαρακτηριστικών. Έτσι θα είσαι και εσύ γι' αυτόν. Ένας μαλάκας. Γιατί θα ναι και αυτός, ένας Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα πίνει πολύ καφέ. Που θα τον χάνεις, που θα τον βρίσκεις σε μια καφετέρια θα βολοδέρνει και θα πίνει καφέ. Στο μεσοδιάστημα κάθε ρουφηξιάς θα φιλοσοφεί για τη ζωή και θα είναι γνώστης και αναλυτής των πάντων. Δεν θα υπάρχει κλάδος της ανθρώπινης δραστηριότητας που δεν θα κατέχει και δεν θα έχει μια βέβαιη γνώμη. Μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια γνώσης και προπαντός εμπειρίας. Κανείς δεν θα τον φτάνει. Αλλά δυστυχώς θα έχει αδικηθεί από τη ζωή. Θα είναι ένα ταλέντο που ενώ μπορεί και ξέρει τα πάντα, έχει μείνει ανεκμετάλλευτο. Γιατί κάποια άσχημη μοίρα, μια απόφαση της τύχης που δεν έλεγχε και δεν μπορούσε με τίποτα να αλλάξει, του στέρησε τη δόξα και την καταξίωση. Και έτσι έμεινε εδώ, άσημος και μικρός, να τριγυρνά δώθε-κείθε  και να φωτίζει όλους εμάς τους αδαείς και, όπως προείπαμε, μαλάκες. Γιατί είναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα απολαμβάνει τα καλοκαιρινά του μπάνια παρέα με την μυρωδιά και τη θέα των σκουπιδιών που παράγουν οι συμπολίτες του. Θα τσακώνεται διαρκώς με τους γειτόνους του για τα κοινόχρηστα, τις θέσεις πάργκινγκ ή όποιο άλλο θέμα τον ενοχλεί κάθε λίγο και λιγάκι. Θα εκνευρίζεται με τα αδέσποτα της γειτονιάς του, με τα σκατά τους πάνω στα τσιμέντα και τα πεζοδρόμια γιατί αυτός, τα δικά του σκυλιά, επειδή είναι προσεκτικός, κύριος και καθαρός, τα βάζει να χέζουν στα τσιμέντα του απέναντι δρόμου. Θα σπρώχνει τον κάδο των σκουπιδιών που βρίσκεται στην οδό του όλο και πιο μακριά από την πόρτα του σπιτιού του και όλο και πιο κοντά στην πόρτα του διπλανού. Θα τηλεφωνεί συνέχεια στην τεχνική υπηρεσία του Δήμου απαιτώντας να αλλάξουν την σπασμένη λάμπα που έσπασαν τα παιδιά του. Θα σαμποτάρει το καρτοτηλέφωνο της γειτονιάς γιατί τον ενοχλούν και τον ξυπνάν οι μεσημεριανές συνομιλίες των αλλοδαπών. Θα καταναλώνει το κοινόχρηστο νερό της πολυκατοικίας του για να πλένει το λατρεμένο του αυτοκίνητο και θα στάζει αδιάφορα τα υγρά της σκουπιδοσακούλας του μέσα στο ασανσέρ. Η καλημέρα του θα είναι κοφτή, χωρίς χαμόγελο, σαν υπόχρεωση που πρέπει να σου αρκεί. Δεν σου χαρίζει άλλη. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα είναι περήφανος. Θα είναι κάτοικος της πρώτης πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους. Ένας πραγματικός μεγαλοαστός κουλτουριάρης, ένας αριστοκράτης ενός τόπου μεγάλης ιστορίας. Που δεν θα την γνωρίζει αλλά όλο θα ακούει γι αυτήν οπότε θα είναι σαν να την ξέρει. Γιατί θα 'ναι Ναυπλιώτης.

Τώρα που ο πρωθυπουργός θα γίνει Ναυπλιώτης, θα γίνει σχεδόν αθάνατος. Γιατί εδώ ο χρόνος, ο κάθε χρόνος μέσα στην ιστορική σαπουνόφουσκα της πόλης, προχωράει αργά, ύπουλα και βασανιστικά. Kαι συνεχώς επιστρέφει ως ίδιος. Όπως το κύμα που τρώει τα βράχια.

Γιατί είναι Ναυπλιώτης.


Φωτογραφία: Aρχείο Κυριάκου Καλκάνη

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η γενιά των 30

Προφανώς η γενιά των τριαντάρηδων που ζουν στο Ναύπλιο, τριάντα συν, τριάντα πλην δεν έχει σημασία, έχει φάει κατάρα από το σύμπαν. Αν όχι κατάρα, τουλάχιστον φάσκελο.


Γιατί εκεί που πέρναγε ωραία και καλά τη ζωή της, εκεί που βόλταρε ησύχως και διακριτικώς, όπως μαθαίνουν και συνηθίζουν να βολτάρουν όλοι οι αυτόχθονες ιθαγενείς προκειμένου να μην ταράξουν τα χρηστά και υπνηλιακά νερά της πόλης, της έπεσε στο κεφάλι, ουρανοκατέβατος, ένας κουβάς γεμάτος σκατά.

Γιατί μόλις αυτή η δόλια γενιά αποφάσισε να ζήσει την ζωής της στην γενέτειρά της πόλη, εμφανίστηκε η οικονομική κρίση με όλα της τα παραλειπόμενα. Ανεργία, εξευτελιστικά ωράρια, καταπίεση εργαζομένων, ελάχιστα ή μηδενικά μεροκάματα, φιλιά σε κατουρημένες ποδιές για μια δουλίτσα και όλα τα σχετικά. Η κρίση ήρθε βέβαια για όλη τη χώρα αλλά οι Ναυπλιείς τριαντάρηδες έχουν έναν λόγο παραπάνω να νιώθουν γκαντέμηδες και δύσμοιροι.

Βλέπεις ένας από τους βασικούς λόγους που τους οδήγησε να μείνουν εδώ, πέρα από την ομορφιά της πόλης και την όποια συναισθηματική σύνδεση είχαν μαζί της, είναι το γεγονός πως το Ναύπλιο ενδείκνυται για οικογενειακές καταστάσεις. Είναι το απόλυτο προσόν του. Μικρό, πρακτικό και σχετικά ασφαλές εξασφαλίζει σε κάθε νέο το όνειρο μιας φιλήσυχης οικογενειακής ζωής και χορταστικά παιδικά χρόνια για τους απογόνους κάθε αυτόχθονα ιθαγενή.

Και μόλις το σκέφτηκαν από εδώ, το ζύγισαν από εκεί, και τελικά το αποφάσισαν να μείνουν, ήρθε η πουτάνα η κρίση και τότε, η περίπτωση της οικογένειας, της μοναδικής ίσως αιτίας που τους έπεισε να προσπαθήσουν να χτίσουν ένα μέλλον σε αυτόν τον τόπο, έγινε εφιάλτης.

Όσοι δεν είχαν, δεν μπορούν πια τόσο εύκολα να κάνουν και όσοι είχαν ήδη αποκτήσει, δυσκολεύονται να τη χαρούν και να τη θρέψουν.

Για τους δεύτερους, δεν γίνεται να γραφτούν πολλά. Τους αφήνουμε τους ανθρώπους μέσα στα άγχη τους, να τρέχουν πανικόβλητοι, σαν μηχανάκια παραγωγής, σαν τρελαμένοι, με το βλέμμα αυτό της απορίας για το πως στο διάολο έγιναν έτσι από τη μια στιγμή στην άλλη και τους ευχόμαστε από τα βάθη της καρδιάς μας καλά κουράγια και καλή τύχη. Θα τα ξαναπούμε πάλι μαζί τους στην εθνική σύνταξη των 360 ευρώ. Αν υπάρχει βέβαια στο μέλλον και αυτή και το ευρώ μαζί της.

Η άλλη όμως κατηγορία τριαντάρηδων, οι άτεκνοι νέοι της πόλης, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν τον ορισμό της απελπισίας. Γιατί αυτοί που έχουν κάνει παιδιά, με το αγγούρι μονίμως τοποθετημένο οπισθίως, έχουν τουλάχιστον ένα στόχο στη ζωή τους και δεν τους μένει και χρόνος να σκεφτούν πολλά πράγματα. Οι άλλοι όμως, ζώντας σε μια κοινότητα που είναι δομημένη από την πρώτη κοινωνική βόλτα μέχρι την όποια γιορτή πάνω στα ήθη, τα έθιμα και την εκτόνωση της παραδοσιακής ελληνικής οικογένειας, κυκλοφορούν στην πιάτσα ως φαντάσματα, ως κομπάρσοι χωρίς ρόλο και σκοπό. Μέσα σε μια κοινωνία γερόντων, ψυχή τε και σώματι, βολοδέρνουν μάταια σε στέκια και δρόμους, αναζητώντας μια ικμάδα διασκέδασης. Η όποια ανανεωτική τους όρεξη και το φρέσκο μυαλό τους χάνεται μέσα στον ατελείωτο κατάλογο διαχρονικών δεδομένων, συνηθειών και τρόπων που η πόλη αρνείται πεισματικά να αλλάξει στο ελάχιστο. Όποιες εξαιρέσεις ανακαλύψει κανείς, απλά θα επιβεβαιώσουν τον κανόνα, μέχρι βεβαίως και αυτές οι εξαιρέσεις, χρόνο με το χρόνο, να κινδυνεύσουν να γίνουν χειρότερες και από τον ίδιο τον κανόνα καθώς η πόλη έχει την μαγική ικανότητα να σε απορροφά, να σε ρουφάει λίγο-λίγο στον μικρόκοσμο του ωχαδερφισμού και του συμβιβασμού της, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που δεν τα βροντάνε από εδώ για να σηκωθούν να φύγουν. Πάσχουν από το μόνιμο σύνδρομο της φυγής, κλασική περίπτωση ψυχασθένειας μεγάλης μερίδας Ναυπλιωτών. Αυτή η ψυχοπάθεια ξεκινάει πολύ ύπουλα μετά ακριβώς από τα σχολικά χρόνια. Τα πρώτα της συμπτώματα εμφανίζονται με την ιδεοληψία που εμφανίζει ο άρρωστος πως είναι δήθεν τουρίστας στο Ναύπλιο. Περαστικός. Ο μόνιμός του τόπος είναι η φοιτητική του πόλη, ένα μέρος μακρινό που εργάζεται ή ο στρατός. Όταν τον πιάσουν τα 30 όμως και βρίσκεται αραχτός στα μέρη μας, η ιδεοληψία αυτή, η άρνηση παραδοχής της ναυπλιακής μονιμότητας, μετατρέπεται σε σύνδρομο φυγής. Συνεχώς φεύγει, μεταναστεύει, απομακρύνεται, τα παρατάει όλα και πάει να ζήσει την ευτυχία σε άλλη γη και σε άλλα μέρη αλλά διαρκώς βρίσκεται εδωχάμου, γύρω-γύρω. Πλήθος κόσμου, κυρίως νέων, κυκλοφορεί ανάμεσά μας και μας επαναλαμβάνει γραφικά την ίδια και την ίδια ιστορία φυγής. Πρόκειται φυσικά για ψυχοπαθολογική κατάσταση που θα μπορούσε να την αποκαλέσει ποιητικά κάποιος και σύνδρομο του βάλτου.

Η αλήθεια είναι πάντως πως αυτοί οι ονειροπαρμένοι νέοι, αν και αρκετά βλαμμένοι, είναι σαφέστατα πολύ καλύτεροι από την τρίτη και τελευταία κατηγορία τριαντάρηδων της πόλης, τα λεγόμενα και κομματοπρόβατα. Είναι οι γνωστοί βολεμένοι της περιοχής, φανεροί ή κρυφοί, είναι αυτοί που βρίσκονται στην ουρά των τοπικών μεγαλοπαραγόντων, δημοτικών, πολιτικών και άλλων, που δεν τους πιάνει καμία κρίση, δεν τους πιάνει κανένα απολύτως πρόβλημα γιατί είχαν την ωριμότητα να καταλάβουν από πολύ νωρίς την αξία του πελατειακού κράτους, των γνωριμιών και της κοινωνικής υποκρισίας που απαιτείται για να επιβιώσεις σε μια ξεπεσμένη πολιτεία.

Ξεπερνώντας την γλίτσα που στάζει το μυαλό τους, τους ενίοτε γλοιώδεις τρόπους τους, την ένοχη σιωπή τους και την σοβαροφανή, στα όρια του γελοίου, όψη τους, είναι τα άτομα με το μεγαλύτερο ένστικτο επιβίωσης ανάμεσα σε όλους τους νέους ανθρώπους της Ναυπλίας. Αληθινά θηρία με πρόσωπα αγγέλου μέσα σε μια ζούγκλα που νομίζει πως είναι πόλη.

Αυτή είναι λοιπόν η γενιά των αυτόχθονων τριαντάρηδων. Αν και πρέπει να σημειωθεί εδώ πως κάθε διαχωρισμός και δη κοινωνικός, είναι σίγουρα και λίγο σχηματικός. Τα όρια δεν είναι ποτέ τόσο απόλυτα, ακριβή και καθορισμένα και οι εύκολες ταμπέλες οδηγούν συχνά σε λάθος συμπεράσματα.

Κάθε νέος αυτόχθονας μπορεί να ανήκει σε μία, σε δύο ή και ακόμα σε τρείς κατηγορίες, ανάλογα με την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχηματισμών γύρω του. Μπορεί και κάποιοι να νιώθουν πως δεν ανήκουν σε καμία γιατί μέσα στο μυαλό τους κατηγοριοποιούν τα πρόσωπα και τα πράγματα με διαφορετική λογική και νοοτροπία ζωής.

Γι' αυτό, καλό θα ήταν να μην αναζητούνται ούτε να πολυαναφέρονται σε άρθρα και παρεμφερή κείμενα, αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους και κυρίως τους νέους, αλλά να δίνεται έμφαση μόνο σε αυτά που τους ενώνουν.

Και αν κάτι ενώνει τους αυτόχθονες ιθαγενείς, και ειδικά την γενιά των τριαντάρηδων της πόλης, είναι η βαθιά πλέον πεποίθηση όλων, πως τίποτα και ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξει σε αυτήν την βρεγμένη και μάταιη βαλκανική τους επαρχία.

Φωτογραφία: "Ο έρωτας στα χρόνια του μνημονίου" από τον ιστότοπο Plasticobilism

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Η Ναυπλιακή εξέγερση του καφενείου

Επετειακό Παλαμπούρτζι 

Ξημερώνει η 17η Νοέμβρη αύριο στην όμορφη πόλη μας και όλοι, μα όλοι οι αυτόχθονες ιθαγενείς ζούν ήδη μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς της γιορτινής της ατμόσφαιρας.



Όπως σε κάθε μίζερη και αραχνιασμένη επαρχία της χώρας, έτσι κι εδώ, οι κάτοικοι είναι συντονισμένοι, καλωδιωμένοι και τηλεφορτισμένοι με τις εξέλιξεις, τις πορείες, τα μπάχαλα και τα ξυλίκια που συμβαίνουν ή θα συμβούν σε άλλη γη και σε άλλα μέρη, στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στην πρωτεύουσα. Τα ελέη του πλούσιου θεάματος ενδέχεται φέτος να είναι πολλά είτε διαλέξει κάποιος την τηλεοπτική αποχαύνωση είτε το χάος των ιντερνετικών πληροφοριών. Σχόλια, ατάκες, αναρτήσεις και πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό είναι έτοιμο να ξεχυθεί μπροστά στους επαναστατικούς μας δέκτες συνοδεία καφέ και τσιγάρου και να μας κάνει να βροντοφωνάξουμε, χαμηλοφώνως όμως για να μην ενοχλήσουμε και τους γειτόνους: «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία».

Θα βγουν βέβαια και στους δρόμους κάποιοι λίγοι αυτόχθονες ιθαγενείς για να τηρήσουν το έθιμο της πορείας, αλλά προβλέπεται η συνάθροισή τους να μην αποτελέσει και κάποιο βαρύγδουπο γεγονός για την πόλη. Το Ναύπλιο άλλωστε δεν είχε ποτέ το χάρισμα της εξωτερίκευσης των συναισθημάτων και των διαθέσεων και δυστυχώς αυτό το κουσούρι τους πιάνει όλους, φιλοεπαναστάτες και μη.

Η πόλη όμως έτσι κι αλλιώς θα ζει στους ρυθμούς της ημιαργίας. Αυτής της αναποφάσιστης κατάστασης της γιορτής ή της μη γιορτής που ισχύει για όλη τη χώρα, αυτό το ενοχικό σύνδρομο απέναντι στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, απέναντι σε κάθε επανάσταση και σε κάθε πιθανό ξεβόλεμα από την μικροαστική μας ραστώνη. Ραστώνη που το Ναύπλιο τηρεί και τιμά με θρησκευτική ευλάβεια εδώ και τουλάχιστον ενάμισο αιώνα.

Τουλάχιστον θα χαρούν οι αυτόχθονες μαθητές. Αυτή η ημιαργία τους βολεύει αρκετά. Μετά την πρόσφατη συμμετοχή τους στο πολύ πετυχημένο πανελλήνιο εκπαιδευτικό κίνημα που δεν κατάφερε απολύτως τίποτα, θα βρούν κάποιες ώρες να ξαποστάσουν από τις βαρετές σχολικές αίθουσες ακούγοντας την χιλιοπαιγμένη φωνή της συντρόφισσας Μαρίας Δαμανάκη από τον πειρατικό σταθμό του Πολυτεχνείου.

Όμως στο άκουσμά της φωνής της και μόνο, λόγω της μετέπειτα αμφιλεγόμενης πολιτικής της σταδιοδρομίας, αυτής και άλλων εξεγερμένων νεαρών της εποχής, θα ξυπνήσει μέσα από τον λήθαργο της ένοχης σιωπής, η φυλή των αντιφρονούντων.

Πρόκειται για μια φυλή που ευδοκιμεί με το κιλό στα μέρη μας. Είναι αυτή η γνωστή μερίδα κατοίκων που σιχαίνεται, απαξιώνει και κριτικάρει ό,τι έχει σχέση με την εξέγερση του Πολυτεχνείου εκτός βέβαια από την άγρια καταστολή του.

Τα μέλη αυτής της πολυπληθούς φυλής, αν και τους ενώνει η ίδια απέχθεια για την επέτειο, δεν έχουν ούτε την ίδια ηλικία ούτε φυσικά την ίδια αφετηρία σκέψης. Άλλος ακολουθεί τυφλά τα σοφά διδάγματα του πατέρα του. Άλλος βολεύτηκε επί χούντας σε μια θεσούλα. Άλλος έχασε μια γκόμενα στα νιάτα του επειδή δεν ήξερε να αναλύει «Το Κεφάλαιο» του Μαρξ. Άλλος έχασε μια θέση στο δημόσιο γιατί δεν άνηκε στην αριστερή κλαδική της δεκαετίας του 80. Άλλος είδε όλους τους φίλους επαναστάτες της γενιάς του να βολεύονται σε κρατικοδίαιτα πόστα. Άλλος είναι στρατόκαυλος, κομπλεξικός, μισάνθρωπος, αντιδημοκράτης και φιλοχουντικός. Ενώ δεν λείπουν και αυτοί που τότε φοβήθηκαν, δεν συμμετείχαν, και τα μετέπειτα χρόνια απαξίωσαν το γεγονός ως αυτοάμυνα για την ντροπή που ένιωθαν.

Όποιος όμως και να είναι ο λόγος, η φυλή των αντιφρονούντων χρησιμοποιεί από κοινού εδώ και δεκαετίες τα ίδια και τα ίδια ανυπόστατα, ημιμαθή και βλακώδη επιχειρήματα.

Μέσα στο Πολυτεχνείο δεν υπήρχαν νεκροί, λες και οι νεκροί την ίδια νύχτα, έξω και γύρω από το Πολυτεχνείο, υπολογίζονται για θύματα του πολέμου της Κορέας. Το Πολυτεχνείο δεν έδιωξε την χούντα, λες και αυτό το επιχείρημα καταργεί την πνιγμένη λαική βούληση που φανέρωσε η εξέγερση. Το Πολυτεχνείο δεν εξέφραζε την λαική βούληση γιατί έγινε από μια μερίδα της νεολαίας και μια χούφτα πολιτών, λες και την επόμενη χρονιά, στην ελεύθερη πια Ελλάδα, η πορεία για την εξέγερση και τους νεκρούς της δεν πλημμύρισε κυριολεκτικά όλη την Αθήνα, δείχνοντας με τον πιο δεικτικό τρόπο την αμέριστη συμπαράσταση σχεδόν όλων των Ελλήνων. Η γενιά του Πολυτεχνείου συμβιβάστηκε και βολεύτηκε σε πόστα, λες και μια χούφτα άνθρωποι που εξεγέρθηκαν, που ρίσκαραν την ίδια τους την ζωή και κάποιοι την έχασαν, αποτελούν ξαφνικά μια ολόκληρη γενιά ή φταίνε αυτοί που ανάμεσά τους υπήρξαν και οι όποιοι καιροσκόποι και πολιτικάντηδες ή φταίνε αυτοί που ένα σύνολο βουβών και συμβιβασμένων της εποχής ξεπλύθηκε αργότερα στα λουτρά της Μεταπολίτευσης και αυτοβαφτίστηκε ως άλλοθι «η γενιά του Πολυτεχνείου».

Κουραστικές όμως όλες αυτές οι αναλύσεις και οι ιστορίες του παρελθόντος. Ο καθένας άλλωστε έζησε, ζεί και θα ζεί με τους δικούς του ήρωες και είναι σχεδόν αδύνατο να τους αλλάξει. Αν κάτι έχει αξία πια σήμερα για εμάς, αν κάτι πραγματικά μπορεί να μας ενώσει και να μας κάνει να αντιδράσουμε συλλογικά και να εξεγερθούμε, όλοι εμείς οι Ναυπλιείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς που οραματιζόμαστε τόσο σοφά το μέλλον και διδασκόμαστε από το ίδιο και το ίδιο μας παρελθόν, είναι ένας κοινός αγώνας για την κατάργηση αυτής της αναποφάσιστης και ντροπαλής ημιαργίας και για την αντικατάστασή της με μια ολοκληρωμένη και γεμάτη με όλα της τα καλούδια αργία.

Ημιαργία σημαίνει μισή βόλτα σύντροφοι. Ημιαργία σημαίνει μισές δουλειές και μισός καφές. Για ποιό λόγο; Δηλαδή να μην μπορούμε να γιορτάσουμε, όπως κάθε εορτή, παραδοσιακά ως Ναυπλιείς; Και ειδικά φέτος που θα είχαμε και τριήμερο για να δουλέψουν και τα μαγαζιά μας, να κινηθεί τουριστικά η πόλη μας, είναι μια σκέτη καταστροφή.

Φωτογραφία: John Winder

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Μερικοί μεταλλαγμένοι Ναυπλιώτες

Και είναι εκείνο το ύπουλο σημείο της ζωής που ο δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο, μέσα στην ησυχία της εκπαιδευτικής αποβλάκωσης, ξεστομίζει χωρίς συναίσθηση καμία, χωρίς αιδώ, πως εμείς, τα μικρά αυτόχθονα ιθαγενάκια, κατοικούμε στην ένδοξη πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους.


Η μεγάλη αποκάλυψη συμβαίνει συνήθως στο μάθημα της Ιστορίας και δη στο κεφάλαιο της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αν δεν το μάθουμε όμως από το δάσκαλο, ίσως κάποιος γονιός, συγγενής ή γειτόνας θα μας φανερώσει την καθοριστική για το μέλλον μας πληροφορία.

Και είναι τότε εκείνη η μοναδική στιγμή που μας σημαδεύει για πάντα και που καρφώνει μέσα στα βάθη της ασυνείδητης και τρυφερής μας σκέψης το μέγεθος της γαματοσύνης μας. Ύπουλα και κρυφά γιομίζουμε το παιδικό μας Είναι με το κύρος και την αίγλη του πρωτευουσιάνου. Όπως ακριβώς ο νεοέλληνας που συνδέει την ύπαρξή του με το αρχαίο παρελθόν και νομίζει πως τελείως αβίαστα ο Σωκράτης, ο Σοφοκλής, ο Πλάτωνας και όλοι οι αρχαίοι σοφοί είναι πρώτα του ξαδέρφια.

Κάπως έτσι λοιπόν φορτωθήκαμε σιγά σιγά αυτήν την υφέρπουσα αστική περηφάνια της παλιάς μας ιστορίας χωρίς βεβαίως να φτιάχνουμε καινούρια αλλά ούτε καν να γνωρίζουμε την ήδη υπάρχουσα. Η γνώση του μέσου Ναυπλιώτη για τον τόπο του φτάνει μέχρι το σημείο της δολοφονίας του Καποδίστρια, της φυλάκισης του Κολοκοτρώνη στο κάστρο με τα 999 σκαλιά που δεν είναι ούτε καν τόσα, στη πρώτη βουλή, στο πρώτο γυμνάσιο της Ελλάδας, στις φυλακές της Ακροναυπλίας και στην Αρβανιτιά που φιλοξένησε το αίμα των Αρβανιτών. Ό,τι δείχνουν οι ταμπέλες δηλαδή και τα λίγα πεταχτά λογάκια που πιάνει δώθε-κείθε. Παραμένει όμως ένας πρωτοπρωτευουσιάνος. Ένας αληθινός αστός που έχει κάνει συμβόλαιο με τη μοίρα να μην θεωρηθεί ποτέ χωριάτης.

Μέσα σε αυτήν ένδοξη ασυναρτησία κάναμε το πρώτο μας ταξίδι με τους γονείς ή το σχολείο στη νέα πρωτεύουσα, στας όμορφας Αθήνας, και ομολογουμένως ψαρώσαμε λιγάκι. Χιλιάδες αυτοκίνητα, λεωφορεία, τεράστιοι δρόμοι, παντού πολυόροφα τσιμέντα και άπειροι άνθρωποι, ανέκφραστοι να τρέχουν προς πάσα κατεύθυνση. Μέχρι τότε πιστεύαμε πως η Άργους ή η Ασκληπιού είναι ό,τι μεγαλύτερο υπήρχε σε δρόμο και όπως ήταν λογικό, σοκαριστήκαμε. Αλλά δεν πτοηθήκαμε ποτέ.

Ήρθε αργοτέρα η εφηβεία, η φοιτητική, στρατιωτική και ενήλικη ζωή και έδιωξε μια για πάντα την παιδική μας ανασφάλεια. Οι επισκέψεις μας στο μεγάλο άστυ έγιναν συχνότερες και πιο τακτικές με αποτελέσμα πλέον κάθε Ναυπλιώτης να ξέρει την Αθήνα απέξω κι ανακατωτά. Κάθε Ναυπλιώτης έχει να σου διηγηθεί ιστορίες, να σου περιγράψει δρόμους, ανθρώπους και καταστήματα λες και έχει μεγαλώσει εκεί. Δεν είναι λόγω της ιδιαίτερης ευφυίας του αλλά βλέπεις, αυτό το πρωτευουσιάνικο αίμα που έχει κληρονομήσει, του δημιουργεί μεγάλη οικειότητα με τις πρωτεύουσες. Και στο Παρίσι να τον πήγαινες, μέσα σε χρόνο ρεκόρ θα είχε προσαρμοστεί. Άσε που η Αθήνα είναι και δίπλα μας, όπως λέμε όλοι σαν σούπερ δικαιολογία. Ένα τσουπ κάνεις και βρέθηκες εκεί. Ουσιαστικά, προάστιό της είμαστε. Και μάλιστα τί προάαστιο! Το αγαπημένο της.

Γι' αυτόν τον λόγο και πολλοί αυτόχθονες ιθαγενείς την επιλέγουν χωρίς δισταγμό ως νέα πατρίδα για να περάσουν εκείθε το παραγωγικό στάδιο της ζωής τους. Μερικοί από αυτούς, οι πιο λαμπροί της αναπλιώτικης φυλής, έχουν δημιουργήσει το γνωστό είδος αυτοχθόνων, των λεγόμενων και μεταλλαγμένων, που μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα εργασίας τους μέσα στα αθηναικά νέφη, τσιμεντοβλαχοποιούνται απόλυτα και γίνονται αθηνάνθρωποι.

Που κατεβαίνουν στο Ναύπλιο για διακοπές, πάντα συνοδεία του υπόλοιπου κοπαδιού νεοπρωτευουσιάνων και έχουν ήδη αρχίσει να σχηματίζουν αυτή την ανέκφραστη γκριζωπή φάτσα του μετρό και του αστικού λεωφορείου. Αυτή τη σνομπ καγκουριά της ανασφάλειας και της φοβίας. Που είναι χαραγμένο όλο τους το πρόσωπο από την κλεισούρα του τσιμέντου και το τίποτα συμβαίνον στα πέριξ ανάκτορα των Αθηνών πέραν της αδιακόπου εργασίας των. Που θα κανονίσουν για καφέ ή ποτό στη παλιά πόλη μόνο τις ώρες και τις μέρες με τον περισσότερο κόσμο και την μεγαλύτερη κίνηση αυτοκινήτων. Που δεν αποχωρίζονται το αυτοκίνητό τους ούτε για να πεταχτούν μέχρι το περίπτερο για να πάρουν τσιγάρα. Που παλεύουν μέσα στην οδική αγένεια και το μπινελίκι για μια θέση πάρκινγκ στο λιμάνι. Που θα τους δείς να περιμένουν ατάραχοι στην ουρά ενός ασφυκτικά γεμάτου καταστήματος ενώ το ακριβώς δίπλα είναι μισοάδειο. Που θα σε βγάλουν έξω για να πείτε τα νέα σας, στο μαγαζί που παίζει πάντα την πιο δυνατή μουσική και που για να μιλήσεις πρέπει να φωνάζεις σαν τον καθυστερημένο. Και που τέλος, θα γυρίσουν πίσω στη νέα τους γή μόνο όταν το μελίσσι τους μεταδώσει σήμα μέσω των τσιμεντοκεραιών του για μαζική αποχώρηση και εθιμοτυπικό μποτιλιάρισμα στας Εθνικάς οδούς.

Έπειτα, μπορούμε επιτέλους ήσυχοι, να χαρούμε το χωριό μας.

Φωτογραφία: StamatisGR για την εφημερίδα Daily Telegraph

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ο Γκοντάρ, ο Spiderman, ο Τέτρις και άλλοι ματάκηδες

«Μας παίρνει μάτι όλο το Ναύπλιο, όλο το σύμπαν» φώναζε αισθησιακά νεαρός επιβήτορας και πρωταγωνιστής της χολιγουντιανής παραγωγής που γυρίστηκε κάποτε στα μέρη μας με τίτλο «το παλαμάρι του βαρκάρη».

Η ατάκα ξαναχρησιμοποιήθηκε αυτούσια στον πρώτο δίσκο των Ημισκουμπρίων στο κομμάτι «Τσόντα» και αποτελεί την μοναδική ιστορική καταγραφή μιας συνήθειας της πόλης που όλοι γνωρίζουν αλλά ελάχιστοι ομολογούν.


Αυτό συμβαίνει καθώς ελάχιστοι είναι εκείνοι που άσκησαν το χόμπι του ματάκια με τέτοιον επαγγελματισμό και μαεστρία που έγιναν δαχτυλοδεικτούμενοι μέσα στην ναυπλιακή κοινωνία. Μια κοινωνία όμως που διατηρούσε όλες εκείνες τις απαραίτητες συνθήκες που γεννάνε τέτοια φαινόμενα και τέτοιους ανθρώπους, ανώμαλους και διεστραμμένους για πολλούς ή αστείες και κωμικοτραγικές φιγούρες για άλλους.

Είναι όλοι αυτοί που τα βράδια σχεδιάζαν και οργάνωναν εξορμήσεις στους γαμηστρώνες της πόλης, κατασκεύαζαν ή έβρισκαν έτοιμες κρυψώνες με μόνο στόχο την απόλαυση και το ερωτικό μασάζ των ματιών τους. Όλοι οι υπόλοιποι αυτόχθονες ιθαγενείς ασκήθηκαν επί τω έργω μόνο εκ παρεκτροπής. Ποιός ή ποιά δεν έχει κρυφακούσει ζευγάρι στο διπλανό διαμέρισμα ή σπίτι που οι ήχοι της συνευρέσεώς τους διαπερνάν τους τοίχους και τα ντουβάρια; Ποιός έφυγε από ένα τέτοιο συμβάν θεωρώντας το μη πρέπον; Ποιός ή ποιά απομακρύνθηκε από μια παραλία ή ερημιά όταν δίπλα του ένα ζευγάρι εκτελούσε την αναπαραγωγική διαδικασία; Κανείς.

Παλαιόθεν το ερασιτεχνικό μπανιστήρι αποτελούσε προνόμιο των έφηβων αγοριών κάτι που φαίνεται τελείως λογικό λόγω της περιέργειάς τους σε έναν καινούριο κόσμο που ανοίγεται μπροστά τους. Τί συμβαίνει όμως όταν αυτή η συνήθεια σε ακολουθεί και στα επόμενα χρόνια της ζωής σου; Η απάντηση είναι απλή. Γίνεσαι λαϊκός ήρωας και οι περιπέτειές σου, όταν και αν ανακαλύψουν τις μεθόδους σου ή είσαι τόσο κυνικός που τις αποκαλύψεις ο ίδιος, γίνονται λαϊκές προφορικές αφηγήσεις του άστεως και μύθοι.

Πρώτος μύθος της πόλης είναι ο επονομαζόμενος «Γκοντάρ». Λάτρης του κινηματογράφου και της μαγνητοσκόπησης έχει κινηματογραφίσει με τρόπο μαγικό όσα ζευγαράκια κατάφερε (και είναι πολλά) από την δεκαετία του 70 μέχρι τουλάχιστον τα μισά της δεκαετίας του 90. Έστηνε την κάμερά του σε ερημιές και παραλίες πάντοτε σε σημεία ικανοποιητικού φωτισμού, χωρίς βεβαίως να φαίνεται ο ίδιος, και αποθανάτιζε στο φακό τις ερωτικές περιπτύξεις τουριστών, Αθηναίων και αυτοχθόνων ιθαγενών. Ένα αρχειακό υλικό 30 περίπου χρόνων που αν προς Θεού κάποτε ανοίξει, κανείς δεν γνωρίζει τι πρόκειται να αποκαλύψει. Οι επιρροές του ήταν φυσικά ο ευρωπαικός κινηματογράφος με ιδιαίτερη αδυναμία στο γαλλικό νουάρ.

Ακολουθεί κατά πόδας ο λεγόμενος «Τέτρις» ή «Τζένγκας». Πρόκειται για τον πρώτο δημιουργό του παιχνιδιού Τέτρις πολύ πριν το ανακαλύψουν οι Ρώσοι κατασκευαστές ηλεκτρονικών παιχνιδιών. Γιατί ο φίλος μας το δημιούργησε μόνο με φυσικές πετρούλες και βοτσαλάκια. Έστηνε το παρακολουθητήριό του από την Μυτίτσα της Αρβανιτιάς μέχρι το Νεράκι και όπου υπήρχαν ανοίγματα και χαραμάδες μεταξύ των βράχων δημιουργούσε εκεί υπέροχες κατασκευές από βότσαλα και πέτρες που ισορροπούσαν αρμονικά, αφήνοντας πάντα μια διακριτική τρυπούλα για να χαίρεται ο οφθαλμός του τα κάλλη της φύσεως. Με πατημασιές γάτας δεν τον έπαιρνες ποτέ χαμπάρι και αν υπήρχε μια περίπτωση να γλιτώσεις από τα μάτια του, έπρεπε να ανακαλύψεις την ιδιοφυή και πρωτοπόρα κατασκευή του μόνο με το φως της ημέρας και φυσικά να την γκρεμίσεις. Μετά από μερικές μέρες όμως, πάλι θα την έβλεπες εκεί.

Τρίτος αλλά εξίσου αξιόλογος ματάκιας ήταν και ο Spiderman. Mε εκπληκτικές αναρριχητικές δεξιότητες, σκαρφάλωνε μέχρι και στον δεύτερο όροφο νεοκλασικών σπιτιών της παλιάς πόλης και χάζευε αθόρυβα κυρίες να γδύνονται, να ντύνονται και φυσικά να συνουσιάζονται. Ακόμα δεν γνωρίζει κανείς τον τρόπο που κατάφερνε να σκαρφαλώνει εξού και το ψευδώνυμο. Η καριέρα του τελείωσε άδοξα στις αρχές της δεκαετίας του 90 όταν συνειδητοποίησε πως οι κυρίες της παλιάς πόλης ήταν πια, ως επί το πλείστον, γριές.

Άλλος ένας μεγάλος λαϊκός αγωνιστής ήταν «ο Βατραχάνθρωπος». Το σύστημά του απλό και πάντοτε αποτελεσματικό. Φόραγε την ωραία του στολή, τα βατραχοπεδιλάκια του και τον αναπνευστήρα και κολυμπούσε διακριτικώς και παραθαλλασίως μέχρι να πετύχει στην ακτή κάποιο ζεύγος σε τρυφερές στιγμές . Κινούταν κυρίως στην Αρβανιτιά αλλά όταν είχε ερημιά επισκεπτόταν και τις ακτές της Καραθώνας. Μόλις πετύχαινε κάποιο ζευγαράκι, έβγαζε το κεφάλι του στον αφρό της θαλάσσης και απολάμβανε το θέαμα κάτω από το φεγγαρόφωτο. Ρομαντικός τύπος και αισθηματίας.

Αυτοί και δεκάδες άλλοι, ήρωες της πόλης, γνωστοί και άγνωστοι, μύθοι και πραγματικότητες,  κυκλοφορούν ανάμεσά μας, ζούν δίπλα μας αλλά δυστυχώς δεν τυχαίνουν και της καλύτερης εκτιμήσεως από την πλειοψηφία των ιθαγενών. Τους λέμε ανώμαλους, σιχαμένους, βρωμερούς και άλλα παρόμοια. Γι αυτόν τον λόγο παραμένουν μες τα χρόνια βουβοί. Σαν να παραδέχονται και οι ίδιοι την αρρώστια τους. Τις ιστορίες τους τις γνωρίζουν μόνο στενοί φίλοι και όσοι κατά λάθος τους ανακάλυψαν.

Κρίμα πάντως. Θα μπορούσαμε να μαθαίναμε πολλά από τις διηγήσεις τους. Μας ξέρουν καλύτερα από τον καθένα. Ίσως αυτό είναι που μας ενοχλεί περισσότερο πάνω τους.

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2014

Τσιμεντοβλαχοποίηση

Σε μια πόλη σαν τη δική μας, που το μόνο που βλέπει μπροστά της είναι η τουριστική της ανάπτυξη, τα γιοτ, τα λιμάνια, οι κρουαζιέρες, οι κρατήσεις και τα σχετικά, σε μια πόλη που το παραγόμενο πολιτιστικό προιόν της είναι είτε ανέκδοτο είτε δημιουργία όχι μιας συλλογικής συνείδησης αλλά ελαχίστων γραφικών, σε μια πόλη δημοσίων υπηρεσιών και υπαλλήλων, καριεριστών και ιματζοφορεμένων δικηγόρων, γιατρών κι αρχιτεκτόνων, οικογενειοκρατίας και καθωσπρεπισμού, σε μια πόλη με χαραγμένη πάνω της την πανέμορφη ταυτότητα μόνο των κατακτητών της, σε μια τέτοια πόλη, είναι λογικό κι επόμενο το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι όλο του πληθυσμού της, να επηρεάζεται αποκλειστικά και μόνο από τους επισκέπτες της.


Και οι επισκέπτες της τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια δεν είναι άλλοι παρά η αγαπημένη και φιλτάτη φυλή των Τσιμεντόβλαχων της Αττικής γης. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των Ευρωπαίων και άλλων παγκόσμιων φυλών, οι Τσιμεντόβλαχοι είναι αυτοί που μέχρι τώρα επικρατούν στα μέρη μας και τα σημάδια της επίδρασής τους πάνω στους αυτόχθονες ιθαγενείς είναι πλέον ξεκάθαρα όχι μόνο τις ημέρες που διαλέγουν μαζικά να βόσκουν τα χωράφια μας αλλά και τις άλλες, τις δικές μας μέρες.

Πέρα από τα αγχωμένα και γρήγορα περπατήματα των Ναυπλιωτών στα πεζοδρόμια, τα νευρικά και σπαστικά τους τικ στις ατελείωτες ουρές των τραπεζών και των σούπερ μάρκετ, τα λιγοστά καλημέρα των γειτόνων και τις αυξανόμενες διενέξεις αναμετάξυ των κατοίκων, το σημάδι που αποδεικνύει πως η κατάσταση είναι πλέον για χρόνια μη αναστρέψιμη είναι η μανιακή χρήση των αυτοκινήτων.

Ο τόπος όλος έχει γιομίσει αυτοκίνητα. Ο Ναυπλιώτης πια για να πάει μέχρι τη γωνία του σπιτιού του και να κατουρήσει χρησιμοποιεί αυτοκίνητο. Μια δίωρη πρωινή βολτούλα για πληρωμές λογαριασμών και λοιπών γραφειοκρατικών διαδικασιών έχει μετατραπεί σε θορυβώδες σαφάρι. Ο νούς του αυτόχθονα φουλάρει με λεβιέδες, γκάζια, διπλοπαρκαρίσματα, κορναρίσματα, θαμμένα πεζοδρόμια, σταματημένα αυτοκίνητα στη μέση μιας διασταύρωσης γιατί κανείς δεν γνωρίζει ποιός έχει προτεραιότητα, χαροπαλέματα από τους πάμπολλους Σουμάχερ του άστεως και φυσικά με το καινούριο παιχνίδι της πόλης, «βρες να παρκάρεις, αν μπορείς».

Το κεφάλι των αυτοχθόνων, με την επιστροφή στο σπίτι, έχει πάντα πλέον μέσα του αυτή τη βαβούρα και την κούραση που μυρίζει έντονα αθηναική συγκοινωνία.

Πιστεύω πως σε λίγο καιρό αυτά τα κοινόχρηστα ποδήλατα που βρίσκονται διασκορπισμένα σε διάφορα σημεία της πόλης, θα στοιχειώσουν από τη βαρεμάρα. Δεν τα χρησιμοποιεί κανείς. Όσοι λίγοι γουστάρουν το ποδήλατο έχουν, και οι πολλοί που δεν έχουν, δε γουστάρουν. Τόσο απλά.

Για να αποκτήσει ο Ναυπλιώτης τώρα πια, μετά την χρόνια επέλαση των βαρβάρων, ποδηλατική συνείδηση, χρειάζονται σκληρές πολιτικές και τακτικές.

Πρέπει το Δημοτικό Συμβούλιο Ναυπλιέων να ψηφίσει ομόφωνα μια εικονική καταδίκη της χρήσης ποδηλάτου ως χρήση αντικοινωνική και να αποφασίσει πως θα τιμωρεί τους χρήστες με βαριά πρόστιμα. Όποιος και καλά συλληφθεί τρεις φορές να ποδηλατεί, θα γιαουρτώνεται δημόσια από το λαό και όλα τα ποδήλατα θα περιφρουρούνται από αστυνομικές δυνάμεις για να αποφεύγεται η χρήση τους μέχρι βέβαια την απανθράκωσή τους σε ειδική για την περίσταση υψικάμινο.

Τότε και μόνο τότε, αυτό το κωμικό πλάσμα που λέγεται Ναυπλιώτης, θα έκλεβε και θα καβάλαγε κρυφά μες τη νύχτα ποδήλατα, ωσάν να ήταν σακιά με απαγορευμένες πατάτες κλεισμένες και περιφρουρημένες στο Παλαμήδι.

Γιατί ο αυτόχθων, κατά βάθος, είναι μερακλής και του αρέσουν όλα ανεξαιρέτως τα απαγορευμένα. Αρκεί να μην το ξέρει κανείς.

Εις Μνήμην του Γιάννη Καποδίστρια.

Φωτογραφία: Τέχνη δρόμου από τον Isaac Cordal

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Γράμμα στο Μητροπολίτη

Σεβασμιότατε Δέσποτα,

Είσαι καινούριος στα μέρη μας και πήρα το θάρρος να σου γράψω μερικές σκέψεις καθότι παλαιότερος στα πέριξ.



Ανήκω βλέπεις στη γενιά της πόλης που πρόλαβε να ζήσει την εβδομαδιαία κατήχηση έστω και για λίγο. Η γενιά αυτή μεγάλωσε πηγαίνοντας με το σχολείο για συχνή εξομολόγηση κι ακούγοντας αρκετές φορές τον παπά της ενορίας να της εξηγεί πως η θεωρία του Δαρβίνου, η εξέλιξη των ειδών, είναι μια σιωνιστική συνομωσία. Πως τα ζώα δεν έχουν  ψυχή, δεν έχουν αισθήματα και πως αποκλείεται να προήλθαμε από αυτά. Η γενιά αυτή πρόλαβε χριστιανικό συνδρομητικό περιοδικό να μοιράζεται από το σχολείο με θέματα του στυλ «η ροκ και τα αντιχριστιανικά της μηνύματα-πώς να τα αποφύγουμε». Γαλουγήθηκε ακούγοντας ενίοτε πως ο εφηβικός και συχνότατος αυνανισμός της οδηγεί στην ομοφυλοφιλία και σε άλλα αμαρτωλά πάθη. Πως τα εφηβικά σπυριά της είναι τα πρώτα συμπτώματα της αμαρτίας της.

Παρόλα αυτά συνέχισε να αμαρτάνει γεμάτη όμως πάντοτε υπόγειες τύψεις. Τύψεις με τις οποίες συνήθισε να ζει μέχρι και σήμερα και που αφορούν πια περισσότερες πτυχές της ζωής της. Μια γενιά λοιπόν που ήθελε δεν ήθελε, η χριστιανική συνείδηση έγινε αναπόσπαστο κομμάτι του ίδιου της του εαυτού. Αγάπη για τον συνάνθρωπο κι ευσπλαχνία από τη μία, κι από την άλλη ένα εκ γενετής αμάρτημα, ένα ελάττωμα κατασκευής που πάντοτε την έκανε συνειδητά να φταίει.

Κινούμενο ελάττωμα και του λόγου μου, διάβασα μέσα στην βδομάδα που πέρασε την επιστολή της Ιεράς Μητροπόλεως σχετικά με το μείζον ζήτημα του σισιτίου της Ευαγγελίστριας και την βρήκα, όπως και την ανθρώπινη φύση μου, γεμάτη προβλήματα.

Αρχικά γίνεται λόγος στην επιστολή περί της ανωνυμίας του διαδικτύου και τον τρόπο που διάφοροι πολίτες λασπολογούν και κρύβονται χρησιμοποιώντας την. Επιτρέψτε Δέσποτα να σας πω πως μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων δεν ταιριάζει σε κείμενο πνευματικού φορέα. Μπορεί να υπάρχουν στο διαδίκτυο κρυπτόμενοι εκ του πονηρού και του δόλου αλλά υπάρχουν και χιλιάδες άλλοι που νιώθουν ελεύθεροι να μιλήσουν μέσα σε μια ανελεύθερη κοινωνία. Αυτή την λεπτή γραμμή η Εκκλησία. ως ένας πνευματικός παράγοντας, οφείλει να τη δει και να την αναγνωρίσει και όχι βεβαίως να την αφορίζει συνολικά υιοθετώντας την επιχειρηματολογία αυτών που σήμερα θέλουν να ελέγχουν κάθε μας κίνηση και σκέψη.

Αφού εξάρει και δικαίως η επιστολή την εξαετή δράση του ιερέα της Ευαγγελίστριας και των εθελοντών συμπολιτών μας αναφέρει σχετικά με το κλείσιμο του σισιτίου: «η Εκκλησία δεν είναι παράρτημα των Κοινωνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας». Φυσικά και η Εκκλησία ως θεσμικός φορέας δεν έχει καμία απολύτως νομική ή πολιτειακή υποχρέωση για την κοινωνική πρόνοια. Αυτό είναι σίγουρο. Ως φορέας όμως μιας θρησκείας και ενός κηρύγματος αγάπης και αλληλοβοήθειας, ενός κηρύγματος που συνοψίζεται σοφά στην ρήση «ο έχων δύο χιτώνες να δίνει τον έναν»  έχει και παραέχει. Δεν γίνεται η ίδια η Εκκλησία να αποτελεί εξαίρεση της θρησκείας που υπηρετεί. Κάτι τέτοιο θα την έκανε τελείως αναξιόπιστη.

Και δυστυχώς Δέσποτα την κάνει. Ειδικά αν σκεφτεί κανείς πως μια ολόκληρη επιστολή αναλώνεται να δικαιολογήσει την θέση της Εκκλησίας, του ιερέα, του φιλόπτωχου ταμείου, να τα βάλει με τους καναπεδάκηδες και τους κριτές εξ απόστασεως, την Πολιτεία και κάποιους αόρατους εχθρούς και δεν ασχολείται πουθενά με τους εκατοντάδες άπορους συμπολίτες μας. Πουθενά.

Σου γράφω λοιπόν αυτές τις σκέψεις για να σε ενημερώσω πως δυστυχώς στη πόλη κυκλοφορεί πλέον πολύ δυνατά ο ψίθυρος πως όλα συνέβησαν για το κτίριο. Για την αύξηση της ιδιωτικής περιουσίας της Εκκλησίας. Υπάρχει κόσμος που μιλά πλέον ανοιχτά για αλληλεγγύη με ανταλλάγματα. Η δικαιολογία πως τα τρόφιμα δεν είναι ασφαλή δεν κάθεται καλά στην σκέψη του κόσμου. Ξέρεις πως λειτουργούν αυτά στα μέρη μας. Είτε ισχύουν είτε όχι, διαχέονται μέσα στο πλήθος και γίνονται νόμος μέσα στο μυαλό των κατοίκων. Και αν έχεις πολλούς θεοσεβούμενους ανθρώπους στον κύκλο σου, αυτούς που μεγάλωσαν μέσα στις εκκλησίες της πόλης και τις προσευχές, μην παρασυρθείς με αυτά που σου λένε. Δεν ισχύουν. Η εικόνα της Εκκλησίας έχει δεχτεί βαρύ πλήγμα μέσα στη κοινωνία των αυτοχθόνων ιθαγενών και πρέπει να κάνεις κάτι άμεσα δραστικό για να το επανορθώσεις.

Όπως λέει και η επιστολή, μια ζωντανή Εκκλησία με δυναμική παρουσία στον κόσμο, ανησυχεί κάποιους. Προτιμούν μια Εκκλησία ναρκωμένη, κάτι σαν νεκροταφείο. Τότε δεν την ενοχλεί κανείς. Μάλλον συνέβη το αντίθετο Δέσποτα. Μόλις η Εκκλησία ανακοίνωσε πως θα ναρκωθεί και θα παύσει να ταίζει ανθρώπους που έχουν ανάγκη, τότε ασχολήθηκαν όλοι.

Τότε φάνηκε πως υπάρχει κόσμος που ξέρει πως την χρειάζεται, δυνατή και δραστήρια, ή θα την χρειαστεί στο μέλλον. Μάλλον Δέσποτα δεν είναι όλες οι κριτικές ίδιες. Υπάρχουν και αυτές που θέλουν να βοηθήσουν και το κάνουν μόνο από αγάπη.  Αγάπη για την ίδια την Εκκλησία και την θρησκεία ή τον συνάνθρωπο, τον εαυτό και ίσως για αυτό το μακρινό κατηχητικό παρελθόν τους. Η νοσταλγία βλέπεις σε αυτό τον τόπο δεν έκανε ποτέ διακρίσεις αναμνήσεων.

Γι’ αυτό Δέσποτα κάνε κάτι γρήγορα. Κράτα στην ανάγκη κάποιο ποσοστό από τον δημόσιο μισθό των ιερέων της περιοχής και μοίρασέ τον σε όσους έχουν ανάγκη. Χρησιμοποίησε χρήματα από το παγκάρι των ενοριών. Υπάρχουν ενορίες που όλοι γνωρίζουμε πως είναι πολύ πλούσιες.  Ενίσχυσε τις δομές κοινωνικής αλληλεγγύης με όσα μέσα διαθέτεις και παράτησε τα ευχολόγια περί λύσης του προβλήματος που προέκυψε. Ένα κτίριο δεν πρόκειται να σώσει ούτε εμάς ούτε την αξιοπιστία της Εκκλησίας

Και παράτησε σε παρακαλώ την κριτική σου στην Πολιτεία. Τι περιμένεις δηλαδή από ανθρώπους που εκλέγονται με τη μέθοδο του ρουσφετιού, του πελατειακού κράτους και των σημαδεμένων ψηφοδελτίων; Δεν τα γνωρίζεις αυτά; Στο κάτω κάτω της γραφής επιλογή της Εκκλησίας είναι να συνοδοιπορεί με τέτοια Πολιτεία.

Αν επιθυμεί, ας διαχωριστεί.

Με τιμή,
το Παλαμπούρτζι

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Η φθινοπωρινή συνάντηση της κυρίας Ευδοκίας

Ένα απόγευμα καθημερινής, μάλλον Τετάρτης, απέναντι από το καφέ «Μαύρος Γάτος», στην οδό Εμμανουήλ Σωφρόνη, μια γιαγιά ξεπρόβαλλε από το παράθυρο του σπιτιού της θέλοντας να κάνει τον καθιερωμένο της απογευματινό περίπατο που ελέω γήρατος συμβαίνει πλέον μόνο με το νου και τα μάτια.

Η τοποθεσία άλλωστε ενδείκνυται για περιπάτους, έστω και νοητικούς. Αποτελούσε πάντοτε κομβικό σημείο της παλιάς πόλης και το τελευταίο διάστημα, με την βοήθεια των πολλών καταστημάτων που άνοιξαν επί του δρόμου, έγινε ακόμα πιο πολυσύχναστη.

Έτσι κι αλλιώς όμως, με λίγο, πολύ ή καθόλου κόσμο, η κυρία Ευδοκία θα έβγαινε κάθε μέρα στο παράθυρό της για να κάνει τη βόλτα της. Για να κάνει αυτό που κάνει κάθε αυτόχθονας ιθαγενής περπατώντας. Να ξεχαστεί.

Εμφανίστηκε στη σκηνή σα μικρό παιδί με μάτια γεμάτα απορία. Μόλις μυρίστηκε πολύ κόσμο χαράχτηκε στο πρόσωπό της αυτή η χαρά που συναντάς μόνο στους μεγάλους ανθρώπους της πόλης. Πρόκειται για μια περίεργη περηφάνια, ένα καμάρι που γεννιέται μέσα τους κάθε φορά που συνειδητοποιούν πως το Ναύπλιο είναι πόλος έλξης χιλιάδων επισκεπτών. Σα μια επαναλαμβανόμενη μέσα στα χρόνια έξωθεν μαρτυρία της ομορφιάς του που τους δίνει διαρκώς μεγάλη ικανοποίηση. Και ίσως και μια επιβεβαίωση της απόφασής τους να περάσουν όλη τους τη ζωή σε αυτή τη μικρή πόλη. Λες και δεν ήταν ποτέ σίγουροι για την επιλογή τους.

Η κυρία Ευδοκία παρατηρούσε τους πάντες και τα πάντα αλλά δε μιλούσε. Μόνο χαμογελούσε. Το χαμόγελό της ακολουθούσε από ψηλά κάθε περαστικό χωρίς ο ίδιος να μπορεί να το δει. Το χαμόγελό της ήταν πότε εγκάρδιος χαιρετισμός και πότε ευχή αλλά δυστυχώς πάντοτε χωρίς ανταπόδοση. Πράγμα βέβαια που δεν έδειχνε καθόλου να την πτοεί.

Ξαφνικά, εκεί που η σκέψη της πήγαινε πέρα-δώθε μέσα στην οχλοβοή και την κίνηση,  παρατηρεί πως ακριβώς από κάτω από το παράθυρό της ήταν ξαπλωμένος και αραχτός ο γερό-Σπύρος. Το γνωστό αδέσποτο σκυλί της πόλης. Τότε, η κυρία Ευδοκία μίλησε.

Άρχισε να τον καλοπιάνει, να του γλυκομιλάει και να του ψιθυρίζει τα αγαπησιάρικα λόγια που λένε οι αληθινοί άνθρωποι στα ζώα. Ο Σπύρος στην αρχή την αγνοούσε σαν γνήσιο αρσενικό, συνηθισμένος χρόνια στα κοπλιμέντα των θηλυκών. Η κυρία Ευδοκία όμως επέμενε.

Με τα πολλά γλυκόλογα λοιπόν δεν άντεξε και αυτός κι υπέκυψε. Σηκώθηκε, τινάχτηκε, τεντώθηκε επιδεικτικά μπροστά της, έκανε μια γυροβολιά γύρω από την ουρά του και την κοίταξε. Έπειτα περπάτησε αργά μέχρι τη γωνία του δρόμου και χάθηκε από τον ορίζοντα.

Η κυρία Ευδοκία απέμεινε για λίγο να κοιτάει το κενό της απουσίας του με ζωγραφισμένο στα μάτια της ένα χαμόγελο προσμονής.

Ίσως της υποσχέθηκε πως την επόμενη μέρα θα ξαναπεράσει.



Κείμενο: Mario Vagman
Φωτογραφία: Aρχείο Κώστα Καράπαυλου

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2014

Πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες

Μας έπιασε ο Σεπτέμβρης με τις πρώτες ησυχίες του και τα σχολεία που επιτέλους ανοίγουν και μαντρώνουν πίσω από τα κάγκελα της γνώσης και των φροντιστηρίων την ηλιοκαμμένη μας πιτσιρικαρία.

Καλά χρυσά και άγια τα μαθητούδια της περιοχής αλλά νά ‘χουμε πια και μείς τις ήρεμες καθημερινές μας μέρες χωρίς την βοή, την τσιρίδα και τον πανικό που σέρνει στο διάβα της η σχολική μαρίδα.

Όσο γι αυτούς που ζουν κοντά σε σχολεία και δεν γλιτώνουν με τίποτα το θόρυβο, ας ζητήσουν μείωση ενοικίου για ψυχική οδύνη ή ας μετακομίσουν. Ή ας απαγορευτεί το διάλειμμα στη τελική. Να μην σηκώνουν κεφάλι τα κακομαθημένα. Θα μάθουν και πιο εύκολα να γίνονται τηλεκατευθυνόμενα ρομπότ που είναι και ο απώτερος στόχος της ελληνική εκπαιδεύσεως.

Τα σχολιαρόπαιδα πάντως τυχαίνουν μεγάλης εκτίμησης από τον κόσμο της Αργολίδος. Και δη τον πολιτικό. Ειδικά τα μαθητούδια που καταφέρνουν να πετύχουν στις Πανελλήνιες Εξετάσεις. Ουρά κάνουν οι επίσημοι για να τους συγχαρούν. Και να τα μπράβο, και να τα εύγε, και να σου οι λαμπροί οι δρόμοι που ανοίγονται, πετάνε και ένα ξεροκόματο κουράγιου στους αποτυχόντες και από δω πάν' κι οι άλλοι. Κουβέντα για τα φράγκα που σκάνε οι γονείς στο καρκίνωμα της ελληνικής εκπαίδευσης που λέγεται φροντιστήριο. Κουβέντα για τις περισσότερες ευκαιρίες του πλούσιου παιδιού από το φτωχό. Κουβέντα για το σάπιο σύστημα εκπαιδευτικής διδασκαλίας που επιβραβεύει παπαγάλους. Κουβέντα για λύσεις και μέτρα. Όλα καλά, όλα ωραία. Την αυτοπροβολή μας να κάνουμε μόνο και να δείξουμε ευαίσθητοι, περήφανοι και συγκινημένοι με το ετοιματζίδικο από την γραμματέα μας δελτίο τύπου.

Αλλά για ποιό λόγο να ασχοληθούν σοβαρά με την εκπαίδευση και την παιδεία; Πρώτον αν ασχοληθούν σοβαρά και μορφώσουν ανθρώπους όπως πρέπει, με κριτική σκέψη και όρεξη για γνώση, το πιο πιθανό είναι να μην τους ξαναψηφίσει κανείς. Οπότε για μαλάκες τους έχεις;

Επίσης υπάρχει ο κίνδυνος η μόρφωση να τους καταντήσει τίποτα γελοίους θολοκουλτουριαραίους που γκρινιάζουν με το παραμικρό, πουλάνε πνεύμα δώθε-κείθε, νομίζουν πως τα ξέρουν όλα και έρχονται ξαφνικά πίσω στο τόπο τους για να κριτικάρουν αφ’ υψηλού όλα τα κακώς κείμενα. Τους ενοχλούν τα 90ς party σε αρχαιολογικούς χώρους, τα υπέροχα παραδοσιακά και ελληνικότατα πανηγύρια των χωριών μας, οι συναυλίες εξαιρετικών κατασκευασμένων ειδώλων του κουτσομπολίστικου τύπου, τους ενοχλεί ακόμα και τίποτα απολύτως να μην συμβαίνει, πράγμα σύνηθες στα μέρη μας και καθόλου άσχημο. Και άλλα πολλά τους ενοχλούν βέβαια αυτούς τους αντικοινωνικούς τύπους αλλά δεν είναι της παρούσης.

Γιατί καλή και η μόρφωση σύντροφοι αυτόχθονες ιθαγενείς αλλά δεν πρέπει να καταντάει παραμόρφωση. Γιατί η αληθινή ζωή κρίνεται στο δρόμο και στο πεζοδρόμιο και όχι πίσω από ακαδημαικές αίθουσες και πολυσέλιδα βιβλία.  Η αληθινή ζωή και γνώση βρίσκεται κοντά στο λαό που μοχθεί, τον σοφό λαό που όλα τα ξέρει και κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να τον κοροιδέψει και να τον εκμεταλλευτεί. Μα κανείς.

Ποιός ξέρει δηλαδή τί είναι σωστό και τί δεν είναι;

Ο βρωμιάρης ο θολοκουλτουριαραίος; Ο δήθεν επιστήμονας; Ο σπουδαγμένος στα ελληνικά πανεπιστήμια της διαφθοράς, της βίας και της ανομίας; Που πέρασε στις πανελλήνιες με τα λεφτάκια του μπαμπά και της μαμάς; Πού τα βρήκε όλα έτοιμα;

Και εδώ είναι το κρίσιμο σημείο όπου τα συγχαρητήρια των επισήμων και των αυλικών τους, παύουν. Εδώ είναι το σημείο που αποκαλύπτουν πως δόθηκαν και δίνονται πάντα υποκριτικά. Είναι εδώ που το λαμπρό μέλλον του κάθε «επιτυχόντα» και η επιστημονική του γνώση αξίζει μονάχα για την επικοινωνιακή τους αυταρέσκεια και μόλις ενοχλήσει την καθεστηκυία γραμμή τους τότε θυμούνται όλα τα κλισέ αρνητικά της εκπαιδευτικής του πορείας.

Όταν του εύχονταν λοιπόν νέους δρόμους ενοούσαν τους ίδιους ή αυτούς που ήδη είχαν μέσα στο κεφάλι τους.  Όταν του έλεγαν νέους κόσμους εννοούσαν τους άλλους, τους μακρυά από εδώ, και όχι τον τόπο του που αυτοί κάνουν κουμάντο. Και όταν του έλεγαν πως θα γίνει χρήσιμο και παραγωγικό μέλος της κοινωνίας εννοούσαν πως δεν πρόκειται ποτέ να τους ενοχλήσει σαν ένα καλοκουρδισμένο ρομπότ.

Γιατί ποιός είναι αυτός ο «επιτυχόντας» και τί ξέρει; Μια σκατούλα είναι που του έδωσαν κάποτε συγχαρητήρια και μάλλον το πήρε πάνω του.

Νέοι δρόμοι, νέα μυαλά και νέες νοοτροπίες υπάρχουν μόνο στα λόγια και στα δελτία τύπου αυτών που σέρνουν πίσω τους μια σιωπηρή και αποβλακωμένη πλειοψηφία.

Εδώ στα ανατολικά της Πελοποννήσου αυτός ο «επιτυχόντας» είναι περιττός. Δεν τον χρειάζεται κανείς. Ας κάνε τη δουλίτσα του ήσυχα κι ωραία, αν την βρει και αυτή, ή ας σηκωθεί να φύγει.

Ας πάει για τρέλες στις Σεϋχέλλες!



Το κείμενο είναι αφιερωμένο σε όλα τα παιδιά που έφυγαν για να βρούν μια καλύτερη τύχη και σε όσους παραμένουν ακόμα  κουτουλώντας κάθε μέρα το κεφάλι τους στον τοίχο

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Ναύπλιο, η πόλη του αντιέρωτα

Το βασικό μας πρόβλημα σύντροφοι και αυτό που προκαλεί σχεδόν όλα τα υπόλοιπα προβλήματα που ταλανίζουν τη ναυπλιώτικη ζωή μας είναι το σεξουαλικό.

Πρέπει επιτέλους να το παραδεχτούμε. Έχουμε σοβαρή, σοβαρότατη σεξουαλική κρίση στη πόλη μας. Και αυτό επηρεάζει άμεσα και τη ψυχή και το μυαλό μας. Η γενετήσια πράξη δεν αποτελεί εδώ και καιρό ούτε το φόρτε μας ούτε το σήμα κατατεθέν μας.

Είτε αυτή συμβαίνει, είτε δεν συμβαίνει πίσω από τους τοίχους των σπιτιών μας και τα πάμπολλα σημεία ξεμοναχιάσματος που προσφέρει η πόλη, η μυρωδιά και το χρώμα του έρωτα δεν στολίζουν πια τα εξωτερικά ανάκτορα της πόλεως. Το Ναύπλιο είναι πλέον ασεξουάλ.

Τα καμάκια που έσωζαν το πρεστίζ μας ανήκουν πια στο μακρινό παρελθόν. Τα ροζ σκάνδαλα που συνέβαιναν στις τουριστικές επαρχίες της πρωτευούσης και ομόρφαιναν τις ζωές μας έχουν χρόνια να ακουστούν. Τα ταρακουνημένα από σεξουαλική ηδονή αυτοκίνητα που συντρόφευαν τα ερημικά σημεία-γαμηστρώνες της πόλης είναι πλέον μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Λέγεται κιόλας πως οι λίγοι πιστοί του «έρωτος εντός αμαξιδίου» γνωρίζονται πλέον με τα μικρά τους ονόματα και ανταλλάσσουν ενίοτε και φιλοφρονήσεις ανάλογα με το κούνημα του κάρου. Μπουρδέλα επίσημα, ως γνωστόν, δεν έχουμε ενώ κάποια βραβεία περί του ρομαντισμού μας και της ερωτικής μας φύσεως δείχνουν να αφορούν κυρίως τα κατά καιρούς μουσαφίρια μας, παράνομα και μη παράνομα, παρά εμάς τους ίδιους, τους αυτόχθονες ιθαγενείς.

Πέρα όμως από αυτούς τους επιφανειακούς θα μπορούσε να πεί κάποιος λόγους, μια ματιά στην ανθρωπογεωγραφία της πόλης θα έπειθε και τον πιο άπιστο για την σεξουαλική κρίση που διέρχεται το Ναύπλιο.

Η πόλη κατ'ουσίαν γεροντοκρατείται. Σε όλους τους τομείς της ζωής. Η πλειοψηφία των κατοίκων ανήκουν στην ηλικία των –ήντα και άνω πράγμα που πέρα από την επιβολή αραχνιασμένων και βολεμένων εγκεφάλων πάνω στα γούστα μας, μειώνει δραματικά και τον μέσο όρο συχνής σεξουαλικής δράσης των αυτοχθόνων. Οι δόλιοι μεσήλικες και υπερήλικες εκτός από καμιά βολτίτσα μέχρι το Φάρο, ένα τσαγάκι του βουνού, λίγα και προσεγμένα τηγανητά για να μην ανέβει η χοληστερίνη, περιορισμένη ζάχαρη να μην αυξηθεί το ζάχαρο, κουβεντούλα με φίλους, λίγο κρασί, λίγο θάλασσα, ρίχνουν και που και που, εντός ή εκτός γαμήλιας συμβίωσης, με φαρμακευτική ή μη βοήθεια, αναμετάξυ των ή με τη συνοδεία επί μισθώση κορασίδων, και ένα γρήγορο «μνημείο Φιλελλήλων» (σκεφτείτε το σχήμα του μνημείου) μόνο και μόνο για να θυμηθούνε τα περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαίς.

Μετά την γεροντοκρατία ακολουθεί κατά πόδας η οικογενειοκρατία. Κλασική ελληνική οικογένεια με παιδιά εν Ναυπλίω. Από 30 ετών και άνωθεν με σκηνές απείρου κάλλους στο ενεργητικό της. Μια μαμά να τσιρίζει στο ατίθασο παιδάκι της στη μέση της Άργους με την υστερία χαραγμένη μέχρι και στις σόλες των φρεσκοαγορασμένων παππουτσιών της. Σεξουαλικώς χορτάτη; Αδύνατο. Ζευγάρια να τσακώνονται με ουρλιαχτά και στριγγλιές και να γίνονται ακουστικό θέαμα σε όλο το τετράγωνο. Σεξουαλικώς ενεργά; Μόνο για λόγους εκδίκησης. Ζευγάρια επίσης παντρεμένα, στα καφέ της Συντάγματος ή αλλού, να κάθονται στο ίδιο τραπέζι κοιτώντας το κενό, το τίποτα, χωρίς να ρίχνει ματιά ο ένας στον άλλον, χωρίς κανένα συναίσθημα και που και που κάποιος από τους δύο να φωνάζει στο μικρό παιδί που παίζει σε απόσταση για να σπάσει την αμηχανία της στιγμής. Την συνέχεια στο σπίτι την φαντάζεται κανείς μπροστά στην οθόνη μιας τηλεόρασης μέχρι τον ύπνο τον βαθύ και αν σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και συμβεί το μοιραίο, θα συμβεί μόνο για βιοσωματικούς λόγους, αν με εννοάτε. Για να φύγουν τα πρώτα, όπως έλεγαν οι παλιότεροι σοφοί της πόλεως.

Εκτός όμως από τις πλειοψηφίες, σεξουαλικά προβλήματα αντιμετωπίζουν δυστυχώς και οι μειοψηφίες.

Αν εξαιρέσεις τις ηλικίες από τα 18 ως τα 24 που είναι κατά κύριο λόγο φοιτητές και μοιράζουν την ερωτική τους αδρεναλίνη σε άλλη γή και σε άλλα μέρη, μας απομένει ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, από τα 24 μέχρι την εις γάμον κοινωνία, που αντιμετωπίζει πολλαπλά και σύνθετα προβλήματα.

Οι μεν γυναίκες αυτής της ηλικίας, λόγω ορμονικών ανακατατάξεων, μπαίνουν στους ρυθμούς να βρούν το μαλάκα της ζωής τους, τον σπερματοδότη και συνδιαμορφωτή των γονιδίων του μελλοντικού παιδιού τους. Η μητρική αυτή υστερία σοβαρεύει τις γυναίκες, τις κάνει πιο ανακριτικές, πιο δύσκολες και φυσικά πιο κυκλοθυμικές. Παράλληλα όμως το σώμα αναζητά διεξόδους ικανοποίησης οπότε όλες λίγο-πολύ αναζητούν και βρίσκουν κάποιες σταθερές φωλιές ερωτικής δράσεως μέχρι να βρεθεί ο Ένας.

Οι δε άντρες, ανώριμοι και παλιμπαιδίζοντες ως συνηθίζουν να είναι πάντα, αναζητούν τις ερωτικές τους περιπέτειες και αυτοί, αποφεύγοντας όμως όπως ο διάβολος το λιβάνι να θεωρηθούν ο Ένας.

Έτσι έχουμε μια κάπως δύσκολη επικοινωνία μεταξύ των δύο φύλων που περιορίζει σημαντικά την ερωτική τους συμπεριφορά και δράση. Αν το δίδυμο δεν οδηγηθεί σε γάμο κοινωνία, που είναι και ο στόχος της πόλης όλης λόγω της ανικανότητάς της να φανταστεί κάτι άλλο, θα έχουμε απλώς επιφανειακές ερωτικές στιγμές, στιγμές ανειλικρίνειας, υποκρισίας, ανασφάλειας και άλλων πολλών ψυχολογικών συμπτωμάτων εκατέρωθεν.

Και όλα αυτά σε μια πόλη που οι ομοφυλόφιλοί της, εκτός από ελάχιστους θαρραλέους, κρύβονται. Που το μεγαλύτερο μέρος της σεξουαλικής δραστηριότητας συμβαίνει τελικά στα κρυφά, ανάμεσα σε παράνομα αυτόχθονα ζευγάρια και σε γυναίκες ή και ακόμα άντρες, που φοβούνται τι θα πεί η κοινωνία και το θανατηφόρο κουτσομπολιό της γειτονιάς.

Σε μια πόλη που στα μαγαζιά της δεν χορεύει κανείς. Ή αν χορέψει, θα το κάνει με τη μέθοδο της αυτοπροβολής και της επίδειξης. Επιτηδευμένα και ποζέρικα. Χωρίς ίχνος αυθορμητισμού και χαλαρής άφεσης και διάθεσης. Αντιερωτικά και σαρκοβόρα. Ακατάλληλα δηλαδή προς σεξουαλική ολοκλήρωση.

Γιατί ο έρως, ως γνωστόν, για να είναι επιτυχής και να απλώσει στην ατμόσφαιρα τις ευεργετικές του επιδράσεις, χρειάζεται τη σάρκα αφελή και το πνεύμα καθαρό.

Και ενώ η μεν σάρξ, μέσα στην τουριστική παράκρουση, δείχνεται πια σαν γουρνοπούλα που πουλιέται με το κιλό, το δε πνεύμα έχει γεμίσει με πανηγυριώτικα κωλοβακτηρίδια.

Συμβαίνει δηλαδή αυτό το φαινόμενο όπου το πλούσιο λεξιλόγιό μας με την συχνή χρήση των λέξεων «γαμιέσαι», «σε γαμάω» και «άντε γαμήσου» ακούγεται περισσότερο σαν στέρηση ή ευχή και ο «μαλάκας» με την «πουτάνα» του σαν την πλέον βέβαιη και μοναδική μας πραγματικότητα.

Πράγμα όχι δα και τόσο κακό, αρκεί να μην υποκρινόμαστε το αντίθετο.


Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Στις παιδικές μας τις χαρές

Η παιδική χαρά της παραλίας στο Φάρο είχε πέντε μόνο κατασκευές.



Πρώτη-πρώτη ήταν μια σιδερένια τραμπάλα με δύο ξύλινα καθίσματα. Η τραμπάλα από γεννησιμιού της δεν ήταν στεριωμένη. Αν ήθελες την σήκωνες και την έπαιρνες και σπίτι σου. Πράγμα που περιέργως δεν συνέβη ποτέ. Αντιθέτως την έβρισκες πάντα ακουμπησμένη πάνω στην σιδερένια βάση της ή τέλος πάντων κάπου εκεί γύρω. Σε αυτήν την τραμπάλα σπάνια έβλεπες δύο παιδιά να τραμπαλίζονται ήσυχα. Πότε ήταν τρία από τη μία και δύο από την άλλη κάνοντας κόντρες δύναμης ή παίζοντας τη γνωστή τραμπαλοφάρσα να σηκώνεται ο ένας στο πιο ψηλό σημείο της τραμπάλας και οι υπόλοιποι να φεύγουν απότομα από την θέση τους για να πέσει το θύμα με βία στο έδαφος. Και ενίοτε καρούμπαλα, μελανιές και τα σχετικά.

Ακριβώς δίπλα ήταν οι κούνιες των μεγάλων παιδιών. Οι δύο πρώτες ήταν της προκοπής. Ξύλινα καθίσματα βιδωμένα  σε χοντρές αλυσίδες και όλα μαζί στερεωμένα σε μια σιδερένια κατασκευή που όταν φιλοξενούσε πολύ κόσμο, από τέσσερα μέχρι οχτώ παιδιά,  λύγιζε από την πίεση, έτοιμη να σπάσει. Δεν έσπασε ποτέ και ζούμε ακόμα. Πάνω της είχε μια σκουριασμένη ταμπέλα η οποία έγραφε Λιμενικό Ταμείο. Οι αλυσίδες κάθε κούνιας ήταν μεν χοντρές  αλλά με μεγάλα ανοίγματα δε για να μπορείς να τις διπλώνεις στις κόχες της κούνιας και να ψηλώνεις την θέση της. Οι δύο επόμενες κούνιες ήταν πότε χαμηλές και πότε σπασμένες οπότε η μεγάλη μάχη δίνονταν πάντα για τις δύο πρώτες. Μια ουρά παιδιών να περιμένει με την σειρά να κουνηθεί με ανυπομονησία. Αγαπημένο παιχνίδι όλων ήταν τα συγκρουόμενα. Τα συγκρουόμενα είχαν πολύ απλούς κανόνες. Καθόσουν οριζόντια πάνω στη κούνια, συχνά και δύο άτομα, και κοπανιόσουν ανελέητα με την διπλανή κούνια μέχρι κάποιος να τραυματιστεί. Ατυχείς πάντοτε οι μεσαίες κούνιες που χτυπιόντουσαν από δυό πλευρές. Άλλο αγαπημένο παιχνίδι ήταν το άλμα. Έφτανες την κούνια μέχρι τον Θεό και έδινες ένα άλμα όσο πιο μακριά μπορούσες. Έβαζες σημάδι στο άπλετο χαλίκι που υπήρχε τότε και περίμενες κάποιον να σε ξεπεράσει. Καλό παιχνίδι αλλά συχνά το χρησιμοποιούσαν για να σου κλέψουν την σειρά.

Δίπλα από τις κούνιες των μεγάλων παιδιών υπήρχε το πιο άχρηστο, ξενέρωτο και εκνευριστικό γύρω-γύρω όλοι του κόσμου. Πολύ χαμηλό και με ελάχιστη δύναμη επιτάχυνσης για να σου προκαλέσει εκείνη την θαυμάσια παιδική ζαλάδα, δεν το χρησιμοποιούσε σχεδόν κανείς.  Μόνο κάτι μαμάδες το γύριζαν για τα πολύ μικρά μωρά τους ή τα κοριτσάκια που έτρωγαν πόρτα από τις κούνιες. Ανέβαιναν πάνω και ως συνήθως κουτσομπόλευαν.

Καμία σχέση με το γαμάτο γύρω-γύρω όλοι του πάρκου Καποδίστρια. Αυτό ήταν όντως δυνατό παιχνίδι. Ανέβαιναν πάνω όσοι περισσότεροι χωρούσαν, πιανόντουσαν από όπου έβρισκαν και κάποιος κάφρος τους γύριζε ασταμάτητα μέχρι να αρχίσει να ουρλιάζει και ο τελευταίος από την ζαλάδα. Μετά σταμάταγε απότομα και το πλήθος της μαρίδας κουτούλαγε για κάνα πεντάλεπτο από την θολούρα. Εκείνο το γύρω-γύρω όλοι θα μπορούσε να ονομαστεί και τσάμπα μαστούρα.

Η πιο ωραία κατασκευή όμως στο πάρκο Καποδίστρια ήταν οι κούνιες των μεγάλων παιδιών πίσω ακριβώς από τον ψηλότερο φοίνικα του πάρκου.  Την διαφορά φυσικά την έκανε ο φοίνικας. Όταν κουνιόσουν με δύναμη χάζευες από μπροστά και οριζόντια την κορυφή του, και τελείως παιδικά πάλευες να τον φτάσεις. Τα παιδιά έχαναν το μυαλό τους στη θέα του και άγνωστο μέχρι σήμερα τί όνειρα πέρναγαν από το κεφάλι τους τις ώρες που ανέμελα τον κυνηγούσαν.

Βραβείο όμως πρωτότυπης κούνιας παίρνουν χαλαρά οι κούνιες-πάπιες στην παιδική χαρά του Συνοικισμού. Τίποτα περισσότερο από κούνιες σε σχήμα παπιών αλλά αρκετό για να δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση λούνα πάρκ μέσα στην παιδική φαντασία. Στη δε παιδική χαρά του Συνοικισμού υπήρχε και μια περίεργη κατασκευή ενός λαβυρίνθου από πλαστικά κουτιά, που το ένα οδηγούσε στο άλλο, εξαιρετικής πρωτοτυπίας αλλά και μπόλικου σκατού. Ανθρωπίνου ή ζωικού θα σας γελάσω.

Η καλύτερη, η πιο ψηλή, η πιο περιπετειώδης και η πιο σκουριασμένη τσουλήθρα, ήταν η τσουλήθρα στον Άι-Γιάννη, εκεί που βρίσκεται τώρα ο θερινός σινεμάς. Ας είναι καλά, όπου και αν βρίσκεται, ο Άγιος αντιτετανικός ορός. Έσωσε κόσμο τότε.

Η παραλία του Φάρου όμως  τσουλήθρα δεν είχε. Είχε ακόμα μια κατασκευή από κούνιες για μικρά παιδιά, αυτές με την αλυσιδίτσα προστασίας για να μην σκάσει με τα μούτρα το μικρό στο έδαφος και ακριβώς δίπλα μια τραμπάλα πάντα διαλυμένη, πεταμένη, σπασμένη, σαπισμένη ή και ακόμα εξαφανισμένη. Μια τραμπάλα με κανέναν λόγο ύπαρξης σε αυτήν τη ζωή.

Και ενώ η παιδική χαρά της παραλίας ήταν η μικρότερη και μάλλον η πιο ελλειπής της πόλης, είχε τα δικά της μοναδικά πλεονεκτήματα, ειδικά το καλοκαίρι.

Είχε καταρχήν αμέτρητο, ατελείωτο χαλίκι μέχρι το πεζούλι της παραλιακής περατζάδας. Χαλίκι παντός είδους. Χαλίκι για να πέφτεις, χαλίκι να λερώνεσαι, χαλίκι να σκάβεις και να φτιάχνεις βουνά και χαλίκι για να ρίχνεις στα κεφάλια των φίλων και εχθρών σου.

Είχε επίσης πάντα δίπλα, ένα καφενείο, ζαχαροπλαστείο ή ουζερί που απασχολούσε αμέτρητες ώρες τους γονείς για να σε αφήνουν ελεύθερο να αλωνίζεις.

Και τέλος είχε το ιπτάμενο δελφίνι. Γύρω στις 9 κάθε βράδυ του καλοκαιριού, εμφανίζοταν από την πλευρά του κόλπου, το ανυψωμένο flying dolphin που επέστρεφε από τις Σπέτσες. Με την εμφάνισή του ο θόρυβος της παραλίας καταλάγιαζε. Το βάδισμα των περιπατητών γινόταν πιο αργό, οι κουβέντες και οι φωνές γινόντουσαν ψίθυροι, οι κούνιες και οι τραμπάλες ίσα που λειτουργούσαν και όλοι χάζευαν το ιπτάμενο θηρίο που χαμήλωνε ταχύτητα και ύψος για να προσαράξει στο λιμάνι της πόλης. Με τον ήλιο κρυμμένο πίσω από τα βουνά της Τρίπολης και το Μπούρτζι σκεπασμένο από την όψη του δελφινιού ανάμεσα στους δύο Φάρους, σχηματίστηκε το φόντο της μόνης και αληθινής πατρίδας μας. Της πατρίδας των παιδικών μας χρόνων.

Έχουμε ακόμα ενός λεπτού σιγή μέχρι να εμφανιστεί στην ακτή το κύμα, το εκ του ιπταμένου σκάφους παραγώμενο, σαν σινιάλο για να ξεκινήσει και πάλι ο θόρυβος, οι φωνές και το παιχνίδι.

Φωτογραφία: Nίκος Οικονομόπουλος

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Η καλοκαιρινή εκδίκηση του Ναυπλιώτη

Κάθεται ο Ναυπλιώτης και διαβάζει στα ιντερνέτια που συνεχώς βολοδέρνει γιατί δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει και το ίδιο κάνουν επίσης και όλοι οι υπόλοιποι γύρω του, πως φέτος το καλοκαίρι, το 75% των Ελλήνων, δεν πρόκειται να πάει διακοπές λόγω οικονομικής στενότητας.

Και ξαφνικά, όλως παραδόξως, ένα σαρδόνιο χαμόγελο ξεγλιστρά στο πρόσωπό του. Ένα χαμόγελο γεμάτο ειρωνικά σχόλια, κοροιδευτικές ατάκες και μια ύπουλη ευχαρίστηση.

Αυτό που μεσολάβησε μέσα στα χιλιοστά του δευτερολέπτου από την στιγμή που είδε την είδηση μέχρι τη στιγμή που το πικρόχολο χαμογελάκι σχηματίστηκε στη φάτσα του, είναι πολύ απλό.

Ο αυτόχθων ιθαγενής, άφραγκος αλλά υπεράνω ως είθισται, περνάει με μια γρήγορη ματιά τον τίτλο της είδησης.  Αναγνωρίζει τάχιστα το βασικό σημαινόμενο του γεγονότος που είναι η οικονομική κατάντια όλων των πολιτών, και του ιδίου βεβαίως, και τότε τον πιάνει η ανασφάλεια. Θα προσπαθήσει να ξεφορτωθεί ακαριαία αυτή την εικόνα κατάντιας από πάνω του γιατί πρώτον δεν του είναι και ιδιαίτερα ευχάριστο να συνειδητοποιεί στα καλά του καθουμένου πως είναι μαλάκας και γενικώς η αυτοκριτική δεν είναι και το αγαπημένο του σπορ. Ειδικά σε μέρες μουντιαλικής αποχαύνωσης.

Έτσι βρίσκει την πιο πρόχειρη δικαιολογία που σέρνεται μέσα στο κεφάλι του. Μια δικαιολογία που θα τον βγάλει  έξω από αυτήν την δυστυχή μάζα των τριών τετάρτων του πληθυσμού.

Σκέφτεται λοιπόν ο δαιμόνιος στον ωχαδερφισμό κάτοικος, πως ενώ ούτε ο ίδιος μπορεί να πάει διακοπές, για καλή του τύχη δεν είναι στην ίδια μοίρα με όλους τους υπόλοιπους. Δεν ανήκει βέβαια στο άλλο 25% που μπορεί, αλλά τουλάχιστον ζει και ενίοτε εργάζεται σε ένα ήδη τουριστικό μέρος, πόλο έλξης χιλιάδων τουριστών από όλο τον κόσμο. Στο όμορφο και γραφικό Ναπλάκι. Το ένδοξο και χιλιοτραγουδισμένο.

Τί να της κάνει τις διακοπές επομένως όταν κάθε καλοκαίρι οι ίδιες οι διακοπές έρχονται και του χτυπάν την πόρτα; Άλλωστε αυτός δεν ήταν και ο βασικός λόγος που διάλεξε να ζήσει εδώ; Μπορεί η πόλη να προσφέρει και άλλες ανέσεις, όπως μικρές αποστάσεις, ήρεμη οικογενειακή ζωή, όμορφο περιβάλλον, συναισθηματικές εξαρτήσεις με το παρελθόν, μειωμένη εγκληματικότητα και άλλα παρόμοια αλλά το καλοκαίρι ήταν ο κύριος ρυθμιστής της απόφασής του να γίνει μόνιμος κάτοικος. Κάθε καλοκαίρι η θολούρα του καύσωνα, οι επισκέπτες, η κίνηση, η κοντινή δροσιά της παραλίας τον παρέσερνε ολοένα και περισσότερο στην απόφαση να μην εγκατελείψει αυτό το μέρος. Κάθε καλοκαίρι του δημιουργούσε την ψευδαίσθηση του κοσμοπολιτισμού και της ζωντανής πόλης.

Και στο κάτω κάτω της γραφής τσάμπα έφαγε τόσα χρόνια χειμωνιάτικης μιζέριας; Τσάμπα ζει εδώ και χρόνια ολόκληρους μήνες ανελέητα βαρετής καθημερινότητας; Τσάμπα οι βραδινές βόλτες του Φλεβάρη παρέα μόνο με τις γάτες και τους σκύλους της πόλης; Τσάμπα οι ίδιοι και οι ίδιοι άνθρωποι, τα ίδια βήματα, οι ίδιες χαιρετούρες, τα ίδια στέκια με τα ίδια πρόσωπα και τα ίδια ακόμη ποτά στα χέρια; Τσάμπα τόσα ξενέρωτα καρναβάλια, γιορτές, παρελάσεις και σαββατοκύριακα γεμάτα Τσιμεντόβλαχους κι ολόκληρα χωριά;

Έφτασε επιτέλους και γι αυτόν η ώρα της ανταμοιβής. Εκεί που όλοι οι άλλοι θα καίγονται μέσα στα τσιμεντένια κλουβάκια τους, παρέα με οικολογικά κλιματιστικά χαμηλής ενέργειας και κρύα ντους, εκεί που θα στριμώχνονται κάθε πρωί σε τραπεζικές ουρές για λίγα περισσότερα δευτερόλεπτα δροσιάς, αυτός θα απολαμβάνει ανέξοδα όλα τα καλά του τουριστικού του παραδείσου αποτέλεσμα της πάλαι ποτέ «σοφής» επιλογής του να μείνει για πάντα μόνιμος κάτοικος Ναυπλίας.

Οι άλλοι ας πρόσεχαν…

Και τότε, όλως λογικώς, ένα σαρδόνιο χαμόγελο ξεγλιστρά στο πρόσωπό του.



Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Της πόλης τα σκυλιά

Εξέχουσες προσωπικότητες αδεσπότων, με ιδιαίτερο ύφος, οξύ πνεύμα και τελείως προσωπικό στυλ έχουν σουλατσάρει στους δρόμους, τα πάρκα, τις πλατείες και τα σοκάκια αυτής της πόλης.

Για όσο έχουν προλάβει να ζήσουν μέσα στους κινδύνους του επαρχιακού μας άστεως και των δηλητηρίων του, έχουν σημαδέψει χρόνους, τόπους και ανθρώπους. Πρόκειται όμως για το πιο αδικημένο είδος στην μακραίωνη ιστορία της πόλης. Κανένα ιστορικό βιβλίο δεν τα αναφέρει. Κανένα λεύκωμα, καμία ιστορία ούτε κάποιο μνημείο υπάρχει για χάρη τους. Η παρουσία τους στη πόλη μοιάζει λίγο με την τέχνη του θεάτρου. Πράξη ζωντανή αλλά παροντική και φευγαλέα. Μόνο οι θεατές ως αυτόπτεις μάρτυρες γνωρίζουν. Και κάθε χρόνος, κάθε εποχή και σημείο της πόλης έχει διαφορετικούς αυτόπτεις μάρτυρες και διαφορετικούς τριχωτούς πρωταγωνιστές.

Ο Έκτορας

Αλήτης μέγας. Ένα κόκερ κανελί με την κωδική ονομασία «κουτσομπόλης», πιστός στα ήθη της περιοχής. Βρισκόταν παντού και πάντα. Γνώριζε όλο τον κόσμο και τον γνώριζε και αυτός. Η έδρα του ήταν η συνοικία Κούρτη αλλά η ακτίνα δράσης του απλωνόταν σε όλη τη πόλη. Μανιακός ερωτιάρης την έστηνε κάτω από σπίτια όμορφων θηλυκών κατοικιδίων τις δύσκολες μέρες του χρόνου που μύριζε αναπαραγωγή. Αν ζούσε παλιότερα θα ήταν επίτιμο μέλος στα Καμάκια Ναυπλίου. Ήταν όμως και θαρραλέος. Σουλατσάροντας πέρα δώθε ενοχλούσε τα στέκια των άλλων αδεσπότων και δέχονταν συνεχώς άγριες επιθέσεις. Δεν μασούσε όμως. Πουλούσε για λίγο τσαμπουκά, γινόταν τουλούμι στο ξύλο και τα δαγκώματα και συνέχιζε αγέρωχος. Κύριος πιστός σε όποιον ακολουθούσε στη βόλτα του και πανέξυπνος. Μόλις του έδινες εντολή βούταγε για μπάνιο στη θάλασσα ή σε κάθε λασπωμένη λακούβα. Ανέβαινε σε αυτοκίνητα και μηχανάκια, κανονικός συνοδηγός και φίλος. Πέθανε από φόλα κατοίκου, μια Κυριακή πρωί του 2007 και τον μάζεψε το σκουπιδιάρικο του Δήμου.

Ο Σπύρος 

Ο Σπύρος ζεί στις μέρες μας. Είναι αυτός ο μαυροκαφές κεφάλας που λειτουργεί πολλές φορές σαν χαλάκι εισόδου στο Σίρκουλο, τον Μαύρο Γάτο και το Δίκυκλο. Την στήνει εκεί κουλουριαστός και αραχτός και από πάνω του μπαινοβγαίνει όλο το μαγαζί. Σπανίως ενοχλείται και συνεχίζει αδιάφορος τον ύπνο του. Τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια στο Μεγάλο Δρόμο, καθήμενος σε μια καρέκλα όταν με πλησίασε και άρχιζε να τρώει διακριτικά από πίσω μου τις κλωστές του μπουφάν μου. Το έκανε σε όλο τον κόσμο. Κάποιοι τον έδιωχναν και κάποιοι το διασκέδαζαν. Αυτός πάντως ήταν ο τρόπος επικοινωνίας του στη πρώτη γνωριμία. Ερωτιάρης και αυτός, αλλάζει γειτονιά και στέκια ανάλογα με τον ερωτικό του στόχο. Προτιμά φυσικά της καθωσπρέπει κυρίες των ναυπλιώτικων σαλονιών. Εθεάθη πριν από κανά χρόνο να λιμοκτονεί έξω από ένα σπίτι κοντά στην Αγίου Ανδριανού περιμένοντας ένα απλό σινιάλο από την αγαπημένη του. Κάποιους που ρώτησα θυμούνται τον Σπύρο να αράζει στη γωνία της μπάρας του «Λυρικόν» το 2004 και οι θαμώνες να το φωνάζουν την μέρα του τελικού του Γιούρο για να μας φέρει γούρι. Βασικό χαρακτηριστικό του, πάντοτε ήρεμος.

Το τυφλό σκυλί

Αγνώστου ονομασίας, θηλυκού γένους, πρόκειται για μια εξαιρετική φυσιογνωμία της πόλης. Κυκλοφορούσε και ζούσε γύρω από την πλατεία Συντάγματος στις αρχές του αιώνα. Επιβίωνε λογικά εξαιτίας των ταβερνών της Σταικοπούλου και κάποιων φιλόζωων παλιοναυπλιωτών. Ολοκληρωτικά τυφλό, σπάνια εμπιστευόταν τον κόσμο.
Σε πλησίαζε μόνο αν ένιωθε σίγουρο για τις αγνές σου προθέσεις. Το να σε πλησιάσει για να την χαιδέψεις επομένως ήταν ένα δώρο του σύμπαντος στο πρόσωπό σου. Αποτελούσε μεγάλη τιμή και προκαλούσε συγκίνηση. Για το τέλος της δεν γνωρίζω. Εύχομαι να ταξίδεψε στην ώρα της.

Η χούλιγκαν

Θηλυκού γένους, δυστυχώς κατόπιν έρευνας αγνώστου ονόματος. Ίσως Λίζα ή Μπέτυ. Κυρία της πλατείας Συντάγματος και αυτή με ένα ειδικό χάρισμα. Έτρωγε βαρελότα χαμηλής έντασης και αγριεύοταν με τις σπιρτάδες. Τις πλησίαζε, τις γαύγιζε ανελέητα μέχρι που αυτές έσκαγαν σχεδόν δίπλα από το πρόσωπό της. Έπειτα συνέχιζε την βόλτα της περιμένοντας το επόμενο βαρελότο. Είτε να το φάει είτε να το μαλώσει. Φήμες λέγανε πως η χούλιγκαν θα επιβίωνε μαζί με τις κατσαρίδες σε περίπτωση πυρηνικού ολοκαυτώματος.

Ο τρενάκιας

Θύμα της φόλας ο δόλιος, άφησε εποχή στη πόλη με τη μανία του να ακολουθεί τα δύο τουριστικά τρενάκια της παραλίας. Άσπρος κόπρος με μαύρες κηλίδες, όταν δεν είχε δρομολόγιο, σύχναζε τα πρωινά έξω από το Λύκειο και είχε γίνει μασκότ της μαθητικής νεολαίας. Στη πιάτσα ήταν γνωστός και ως Αλφ ή Πέτρος.

Η Σταρ

Κυρία και αυτή τον ημερών μας. Μάλλον την φωνάζουν Λίζα. Πρόκειται για την κυρία της φωτογραφίας. Γνωστή για το απλωτό της άραγμα τ’ανάσκελα σε κάθε πλατεία της πόλης. Από δίπλα της περνάει πλήθος κόσμου, ντόπιοι και τουρίστες που την φωτογραφίζουν. Όπου και να αράξει γίνεται το επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Πιστεύω πως κατά βάθος αυτό επιδιώκει. Είναι λιγάκι ψώνιο και κάθε κλικ του φακού δείχνει να το απολαμβάνει. Μια αυθεντική σελέμπριτι της πόλης.


Και ο μακρύς κατάλογος των πρωταγωνιστών μας δεν έχει τελειωμό. Καθένας στο δρόμο, τη γειτονιά και τα στέκια του έχει τους δικούς του ήρωες και ατελείωτες ιστορίες να διηγείται γι αυτούς. Ίσως μια μελλοντική συστηματική καταγραφή αυτών των πλασμάτων θα είχε ενδιαφέρον. Γιατί λένε πως τα κατοικίδια ζώα αποκτούν πάντα τον χαρακτήρα των αφεντικών τους. Άρα τα αδέσποτα αποκτούν τον χαρακτήρα όλης της κοινωνίας που τους περιβάλλει.

Αφού λοιπόν αρνούμαστε πεισματικά να ψάξουμε τους εαυτούς μας, ας μάθουμε τουλάχιστον κάτι μέσα από τον χαρακτήρα των αδέσποτων σκύλων της ναυπλιώτικης ιστορίας.

Και για να μην το ξεχάσω: Φόλα στους δολοφόνους, βασανιστήρια στους βασανιστές και σκατά στους σκατόψυχους.

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Η Τουρκοκρατία που δεν έφυγε ποτέ

Ως Ναυπλιείς, έχουμε την τιμή και την ιστορική δόξα να καυχιόμαστε πως το νεοελληνικό πελατειακό κράτος και παρακράτος (βλ. δολοφονία Καποδίστρια) ιδρύθηκε και θεμελιώθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα μας. Στην πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού βαυαρικού κρατιδίου.

Γιατί μόλις οι ξένες δυνάμεις αποφάσισαν πως τα οικονομικά τους συμφέροντα στηρίζονται καλύτερα μέσα σε μια διαμελισμένη οθωμανική αυτοκρατορία, εδώ, σε τούτα τα ιερά χώματα αποφάσισαν να νομιμοποιήσουν την δίψα μας για ελευθερία.

Εδώ λοιπόν πρωτοφόρεσαν στους τότε αυτόχθονες ιθαγενείς τον άγνωστο σε όλους μανδύα του δυτικού τους κράτους. Εδώ πρωτοκαθάρισαν την γλώσσα μας από τους πολύχρωμους ιδιωματισμούς της και εδώ πρωτοέφεραν την γραφειοκρατική κουστωδία τους. Αυτούς τους πολύ ευγενείς και αριστοκράτες κυρίους που τα ιστορικά βιβλία της εποχής λένε πως οι ντόπιοι αποκαλούσαν «κωλοπλυμένους» λόγο της ιδιαίτερης λευκότητας του δέρματός τους.

Κάπως έτσι φορέθηκε στην πλάτη του νεοέλληνα αυτόχθονα της εποχής ένα κράτος φορεμένο με τη βία, χωρίς προσαρμογή στην τοπική ιδιαιτερότητα, την ελληνική κοινότητα και ιδιοσυγκρασία. Ένα δυτικό κράτος χωρίς να περάσει ευρωπαική αναγέννηση και με έναν κουτσουρεμένο νεοελληνικό διαφωτισμό.

Ένα κράτος που θεωρείται εχθρός μέχρι σήμερα, ένα κράτος πιθηκιζόντων ιθαγενών που διαδέχτηκαν τους πατρόνες δυτικούς στους τρόπους και τα αξιωμάτα και ονομάστηκαν έτσι από κωλοπλυμένοι, κωλοπλένηδες.

Και ενώ το τοπικό προσωνύμιο των ιθαγενών έμεινε μέσα στα κλειστά σύνορα της πόλης, ο πολιτισμικός του αντίκτυπος απλώθηκε ανά τις δεκαετίες σε όλη την ελληνική επικράτεια. Η αριστοκρατική-αστική δηθενιά και σνομπαρία, η ξενομανία και ο πιθηκισμός, η ξερολίαση και η παντογνωσία αποτελούν αναπόσπαστα πλέον κομμάτια της νεοελληνικής παράδοσης. Γιατί τα πάντα ξεκίνησαν εδώ και από εδώ απλώθηκαν σε όλη την χώρα.

Όπως και το πελατειακό μας κράτος. Το λεγόμενο αλισβερίσι ή ρουσφέτι.

Καθώς ο τότε αυτόχθων, μέσα στην απόμακρη και άγνωστη νέα διοικητική οργάνωση του τόπου του, μακριά από τις μέχρι εκείνη την στιγμή κοινωνικές του συνήθειες, καταπιάστηκε πανικόβλητος από το μοναδικό κομμάτι του παρελθόντος που μπορούσε να εξασκήσει και γνώριζε καλά. Το οθωμανικό πελατειακό κράτος.

Κτήμα μας λοιπόν και αυτό. Ναυπλιώτικο κληροδότημα στις γενιές που ακολούθησαν και μάλλον και σε αυτές που ακολουθούν.

Το οθωμανικό πελατειακό κράτος, νόθο παιδί της κοινωνικής συνείδησης και της κοινωνικής ύπαρξης, γιγαντώθηκε μέσα στις δεκαετίες παράλληλα με την παραμορφωμένη μας εικόνα για το δυτικό κράτος.

Εμείς λοιπόν, οι Ναυπλιείς, πιστοί ακόλουθοι των ηθών και παραδόσεων που οι πρόγονοί μας περήφανα πρωτοεφάρμοσαν, συνεχίζουμε μέχρι και σήμερα την οθωμανική μας συνήθεια.

Βουτηγμένοι στο πελατειακό μας κράτος, για να υπάρξουμε κοινωνικά, για να επιβιώσουμε και να σωθούμε, κάνουμε αλισβερίσια, δεχόμαστε ρουσφέτια, συσπειρωνόμαστε γύρω από ισχυρούς-ηλίθιους και γινόμαστε μισοβολεμένα πρόβατα.

Σε αυτές τις δημοτικές εκλογές ολόκληρα χωριά ανήκουν στον έναν ή τον άλλον υποψήφιο δήμαρχο. Στον έναν ή τον άλλον υποψήφιο δημοτικό σύμβουλο. Ολόκληρα χωριά, γειτονιές και συνοικίες ψηφίζουν με βάση το δούναι και λαβείν, την υποχρέωση και την μελλοντική εξυπηρέτηση. Χωρίς καμία απολύτως πολιτική κρίση και αισθητική. Και φυσικά χωρίς καμία  συλλογική συνείδηση.

Σύγχρονοι αγάδες, μπέηδες και πασάδες αναζητούν και μαντρώνουν γύρω τους γιουσουφάκια και στρατούς προθύμων.

Παντού. Σε όλη τη νεοελληνική επικράτεια. Και φυσικά εδώ. Στη μήτρα του νεοελληνικού κράτους.

Με διθυραμβικά λόγια, κούφιες υποσχέσεις, μεγαλειώδεις εμφανίσεις και επιδείξεις πυγμής και εξουσίας από τη μία και φυσικά μπόλικο πελατειακό παρασκήνιο από την άλλη.

Μην σας ξεγελά η απουσία και η φαινομενική αδιαφορία του κόσμου. Απλώς το μεγαλύτερο μέρος του έργου παίζεται πλέον πίσω από την σκηνή.

Καλό ψήφο σύντροφοι. Ή αλλιώς yhi oy sahabeler!







Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Το Μπούρτζι ως μη τόπος

Ο βασιλιάς της πόλης είναι αναμφισβήτητα το Παλαμήδι. Είναι το πιο επιβλητικό της κομμάτι. Όπου και να σταθείς, το Παλαμήδι θα σε κοιτά πάντοτε από θέση ισχύος. Μια ψυχολογία ανωτερότητας εκ γενετής, ένα αφ’υψηλού συναίσθημα που με μαεστρία κληρονομεί χρόνια τώρα σε κάθε γενιά.

Η σκιά του όμως παραμένει βαριά. Και όταν ο Ναυπλιώτης αντιμετωπίζει τα δύσκολα, αρνείται την μεγαλοπρεπή αυταρέσκεια του Κάστρου και του γυρίζει την πλάτη. Στρέφει λοιπόν το βλέμμα του προς την θάλασσα. Την όση θάλασσα του επιτρέπει ο κλειστός του κόλπος να απολαύσει. Όσο ορίζοντα του έχει οριστεί να αγναντεύει.

Μέσα σε αυτόν τον λίγο ορίζοντα καλείται να λύσει όλα του τα προβλήματα ή να τα ξεχάσει. Είναι σίγουρο πως τόσος ορίζοντας δεν του αρκεί. Δεν θα αρκούσε σε κανέναν.

Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής πέτρας όμως, ένας από τους τελευταίους πολιτισμούς της ιστορίας που στάθηκε αρμονικός με την φύση, έστω αρχιτεκτονικά, δεν τον άφησε αβοήθητο. Του χάρισε μέσα στην μικρή του θάλασσα μια απάτητη καστρονησίδα για παρηγοριά. Έναν μη τόπο.

Ένα μέρος που επισκέπτεται ελάχιστες φορές. Μπορεί και καθόλου. Αν όχι καθόλου, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Όταν ήταν μικρός για παράδειγμα, σε κάποια βαρκάδα με τους γονείς ή όταν ξεναγούσε αργότερα έναν πολυμαθή του επισκέπτη.

Έναν τόπο με ιστορία θανατική, σκληρή και δήμια. Ένα μέρος απομόνωσης, υγρασίας και εξορίας.

Και ενώ παραμένει σχεδόν απάτητο για τους πολλούς, σαν μη τόπος που είναι, το Μπούρτζι αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πατρίδας κάθε αυτόχθονα. Όχι επειδή πλαισιώνει μόνιμα την φωτογραφία της ζωής μας. Το Μπούρτζι δεν είναι έτσι αδιάφορα μια όμορφη κορνίζα. Το φόντο μας και μια μαγευτική καρτ-ποστάλ εικόνα.

Είναι ο καλύτερός μας φίλος. Πάντα βέβαια από την απόσταση λίγων και υγρών μέτρων. Μια βουβή και μειλίχια συντροφιά την ώρα της περισυλλογής.

Μέσα στο μικρό και ανεπαρκή ορίζοντα της πόλης.




Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Τα παράθυρα της άνοιξης

Επιτέλους σύντροφοι ήρθε η άνοιξη. Η ζεστή της αγκαλιά και τα μυρωδικά της χάδια πλημμύρισαν τον αέρα της πόλης και οι ξεσηκωτικές της ορέξεις, ακόμα και εδώ, σε αυτόν τον τόπο που λειτουργεί στο pause δεκαετίες τώρα, κινούνται κατά πάνω μας επικίνδυνα και με απρόβλεπτες συνέπειες.



Η άνοιξη βλέπεις αναμπουμπουλιάζει το θυμικό μας όσο η δύναμη τριών πανσελήνων με ανάδρομο Ερμή. Τα πουλάκια τιτιβίζουν ανέμελα, τα λουλουδάκια ανθίζουν, ο πεταλουδίτσος αναζητά την πεταλουδίτσα του, χαίρει η φύσις όλη και τα παράθυρα των Ναυπλιωτών ανοίγουν διάπλατα για να μπορούμε όλοι εμείς να κουτσομπολεύουμε άκοπα τα ενδότερα της οικογενειακής τους θαλπωρής.

Γιατί ο Ναυπλιώτης, όσο κρυψίνους και προληπτικός και να είναι, όσο και να μην θέλει να διαρρέει πληροφορίες για το πρόσωπο ή την οικογένεια του στην κοινωνία προκειμένου να αποφεύγει κουτσομπολιά, γλωσσοφαγίες, γρουσουζιές και άλλα αντικοινωνικά, τόσο αφελής και αφηρημένος γίνεται μόλις τα παράθυρα του σπιτιού του ανοίξουν για να υποδεχτούν τον καλό μας τον καιρό.

Ώρες με μεγαλύτερες αποδόσεις κουτσομπολιού είναι φυσικά τα πρωινά, τα μεσημέρια και τα μεταμεσονύχτια. Ώρες που γενικώς μειώνεται ο θόρυβος του δρόμου και της γειτονιάς, ώρες που ο Ναυπλιώτης χάνει την αίσθηση του πόσο ευδιάκριτα ακούγεται μέσα στην ερημία της πόλης και ξερνάει αφιλοκερδώς όλα του τα μυστικά.

Ο βασικότερος πρωταγωνιστής των δωρεάν ακροάσεων που ομορφαίνουν την ζωή μας δεν είναι άλλος από τη Ναυπλιώτισσα νοικοκυρά-μάνα. Ειδικά όταν φωνάζει στα παιδιά της. Όταν τσακώνεται μαζί τους. Εκεί ακούς όλα τα παράπονα της γυναικός που έχει μαζεμένα στον άντρα της αλλά τα καμουφλάρει μέσα από μητρικές συμβουλές, υστερίες και ουρλιαχτά. Ατακτοποίητα ρούχα ο μικρός στο δωμάτιο, τσαπατσούλης και μπίχλας ο άντρας στο σπίτι. Αδιάβαστος και αδιάφορος ο μικρός, τεμπέλης και άεργος ο άντρας. Ξενύχτης και ρέμπελος ο μικρός, ξεπόρτης και αλκοόλας ο ανήρ.

Έπειτα μιλάει με τις φίλες της στο τηλέφωνο ή το σπίτι. Πολύ χρήσιμες συνομιλίες. Μαθαίνεις όλα τα νέα της γειτονιάς. Νέα που δεν μπορούσες καν να φανταστείς. Που δεν θα άνηκαν ποτέ στην σφαίρα των ενδιαφερόντων σου. Κερατώματα, τσακωμοί, παρεξηγήσεις και τόσα άλλα σου έρχονται κατευθείαν μέσα στα αυτί πίνοντας απλά τον μεσημεριάνο σου καφεδάκο στο μπαλκόνι. Μαθαίνεις και κανά νέο για το σόι της, κανά θαψιματάκι στην κακιά πεθερά, την ζηλιάρα αδερφή και το reality τελειώνει κάπου εδώ επειδή βαριέσαι άλλο τόση Αννίτα Πάνια στην ζωή σου και χωρίς να κάνεις εσύ το ζάπινγκ.

Δεύτερη και πολύ σημαντική κατηγορία. Ο άντρας ο πολλά βαρύς. Ο φαλλοκράτης. Το είδος αυτό ευδοκιμεί πολύ στα μέρη μας και μας προσφέρει αξέχαστες στιγμές οικογενειακών τσακωμών. Όταν η γυναίκα είναι και λιγουλάκι μαζεμένη, ακούς μόνο τον άντρα. Χριστοπαναγίες, καντήλια και  εξαπτέρυγα εκτοξεύονται ανάλαφρα από τα ανοιξιάτικά του παράθυρα και εσύ θες δεν θες απολαμβάνεις το σόου. Ειδικά αν η γυναίκα είναι και αυτή βρωμόστομη, το ενδιαφέρον αυξάνει. Εκεί κυριαρχεί ο διάλογος. Διάλογος τώρα τρόπος του λέγειν. Η ανταλλαγή πυρών θα λέγαμε καλύτερα. Ο ένας κατηγορεί τον άλλον τσιρίζοντας. Μέσα σε αυτήν την αλληκατηγόρια, μέσα στην έκσταση των νεύρων και των φωνών, σου αποκαλύπτουν θολωμένοι όσα περισσότερα προλαβαίνουν. Και εσύ φυσικά καταγράφεις.

Πάμε τώρα στα πιο πικάντικα. Η σεξουαλική ζωή των αυτοχθόνων ιθαγενών. Τον χειμώνα παρακολουθούσες κάποια αγκομαχητά αλλά ήταν κρυμμένα πίσω από τους τοίχους και τα πατώματα. Τώρα, με τα παράθυρα διάπλατα, οι ήχοι εμφανίζονται ανάγλυφοι και καθαροί. Εντοπίζεις άμεσα το σημείο προέλευσης και ακούς με ενδιαφέρον την βιοποικιλλία των οργασμικών ήχων, των τριξιμάτων των κρεβατιών και φυσικά των επικών φράσεων που οι αυτόχθονες ιθαγενείς συνηθίζουν να λένε τελώντας την αναπαραγωγική πράξη. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που σε κάνουν να νιώθεις περήφανος για τον τόπο σου. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που νιώθεις πως ο Κολοκοτρώνης ζεί ξανά στα μέρη μας και θα μας ελευθερώσει και πάλι. Ειδικά τώρα που ξανακάθισε στον θρόνο του!

Περιπτώσεις και παράδειγματα υπάρχουν ακόμα άπειρα. Τόσα που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν η λεγόμενη ιδιωτικότητα επιτυχγάνεται καλύτερα εκτός παρά εντός των ντουβαριών.

Γιατί είμαστε ωραίοι ως αυτόχθονες σύντροφοι. Ας το παραδεχτούμε. Σουλατσάρουμε πέρα-δώθε στην πόλη υποκρύπτοντας τα πιο ενδόμυχά μας μυστικά με όπλο τα ρούχα μας τα καλά, το στυλάκι μας το δημοσιοσχετίστικο, το σοβαροφανές και μη μου άπτου υφάκι μας, την μικροαστική μας κανονικότητα και την αφ’υψηλού αντιμετώπιση όλων των πραγμάτων.

Μέχρι βεβαίως να εμφανιστεί η άνοιξη με τα ανοιχτά της παράθυρα. Και έτσι ήσυχα και διακριτικά να μας ψιθυρίσει στο αυτί το γνωστό ρητό: «Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιον σύντροφοι. 

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Πολιτική του καναπέ

Καθήμενος στον αναπαυτικό καναπεδάκο μου, αυτόν που ζεσταίνω ως γνήσιο τέκνο του τόπου μου χρόνια και χρόνια, νιώθω πανέτοιμος.

Έχω παραγγείλει τις πίτσες μου, τα γυροπίτια μου, τα αναψυκτικά και τα πατατάκια μου και ετοιμάζομαι να παρακολουθήσω την μεγάλη, την τρισμέγιστη προεκλογική μάχη για την κατάκτηση του δημαρχιακού στέμματος της πόλης.

Δε νοείται βεβαίως ναυπλιώτικη παρακολούθηση προεκλογικού αγώνα εκ του καναπέως ή του καφενείου χωρίς να πετάξεις και εσύ την μαλακία σου. Μπορεί να μην γνωρίζεις ούτε τα σύνορα του Δήμου σου. Μπορεί να μην έχεις ασχοληθεί με οποιοδήποτε δημοτικό ζήτημα από τις προηγούμενες εκλογές. Μπορεί να θεωρείς πως η Πρόνοια με τον Συνοικισμό βγάζουν δήμαρχο και να ζεις καμιά εικοσαριά χρόνια πίσω από τις καλλικρατικές εξελίξεις.  Παρόλα αυτά, αν βρεθείς σε παρέα που συζητάει τα δημοτικά, για να το παίξεις κάποιος ή να μην σε πούνε βλάκα, κάτι θα πεις. Θα έχεις μια πρόταση για τις λάμπες, τα σκουπίδια ή το νερό για παράδειγμα, θα ξέρεις κανά κρυφό γκάλοπ, θα πεις κανα παραπολιτικό νέο ή κάποιο κουτσομπολιό για έναν υποψήφιο. Κάτι θα πεις. Η μαλακία θα ειπωθεί έτσι κι αλλιώς. Αυτός είναι ο νόμος, η βαθιά μας πολιτική συνείδηση και το προεκλογικό μας έθιμο. Και πρέπει να τηρείται με αυτόχθονη ευλάβεια.

Της πόλης μου παιδί και εγώ, δεν μπορώ παρά να τηρήσω το έθιμο.

Ο Δήμος Ναυπλιέων λοιπόν είναι θα λέγαμε ένα ζωντανός οργανισμός.  Και όπως κάθε ζωντανός οργανισμός έχει μέσα του το γονίδιο της εξέλιξης. Ο δικός μας οργανισμός βέβαια το έχει  πολύ καλά κρυμμένο αυτό το γονίδιο. Τόσο που σε κάνει να αμφιβάλλεις αν όντως υπάρχει. Ακόμα και να υπάρχει, λες δεν μπορεί. Θα έχει  μουχλιάσει με τόση ακινησία. Θα είναι ένα άνεργο γονίδιο, σαν κι εσένα, που θα περιμένει το πλήρωμα του χρόνου για να εξαφανιστεί. Να το αποβάλει η φύση από μόνη της. Να του πει, φίλε, δεν χωράς στην Αργολίδα. Δεν έχει άλλη εξέλιξη εδώ. Δρόμο.

Κάτι δηλαδή σαν την σκωληκοειδής απόφυση.

Κανείς δεν ξέρει όμως στ’ αλήθεια. Και όσο ζεις, ελπίζεις. Ελπίζεις να υπάρχει κάπου. Και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να προσπαθείς  συνεχώς μπας και το ενεργοποιήσεις. Και πως ενεργοποιείς την εξέλιξη στην φύση; Με δύο τρόπους. Με καρδιά και μυαλό. 

Από μυαλό δυστυχώς μπατάραμε. Δεν τρέφουμε ελπίδες. Βλέπεις το μυαλό ενός Δήμου δεν είναι τίποτα άλλο παρά το μυαλό των πολιτών του. Οπότε τζίφος. Αν περιμένεις δηλαδή να ενεργοποιήσεις γονίδιο εξέλιξης με την βοήθεια του μυαλού των αυτοχθόνων ιθαγενών, καλύτερα να περιμένεις το άγαλμα της ελευθερίας να αντικαθιστά το Μπούρτζι. Έργο Περιφερειάρχη θα είναι φαντάζομαι. Μέσω ΕΣΠΑ πάντοτε.

Πάμε στην καρδιά.

Η καρδιά είναι μία και είναι τελείως αφημένη στην τύχη της. Την πνίγει η αδιαφορία. Πάσχει από οξεία ταχυκαρδία, βρίσκεται στην τσίτα και μοιράζει αίμα δώθε κείθε άναρχα και αναποτελεσματικά.

Η καρδιά του Δήμου είναι το Παλιό Ναύπλιο. Το μέρος που του δίνει ρυθμό.

Και όταν αυτό το μέρος δεν είναι κοινότητα, καθημερινότητα και γειτονιά παρά τουριστικές υπηρεσίες και μόνο, τότε ξεκινάει το πρόβλημα. Τότε ο τουρίστας καθορίζει την πόλη, και όχι η πόλη τον τουρίστα της. Τότε χάνεται σιγά σιγά κάθε ιδιαιτερότητά της και καταντά νεκρό μουσειακό είδος. Τότε το γρήγορο χρήμα θολώνει την ατμόσφαιρα. Τότε εξαφανίζεται ολοκληρωτικά από την περιοχή η δυνατότητα αποφάσεων. Μεταφέρεται στην Αθήνα, στην Τρίπολη, στις Βρυξέλλες ή σε μεγάλα τουριστικά πρακτορεία.

Τότε αυτή η πάσχουσα να προλάβει τις εξελίξεις καρδιά, η αγχωτική, για να επιβιώσει, προτιμά να κρατά το περισσότερο αίμα για τον εαυτό της. Και αυτό που περισσεύει να το μοιράζει ελαττωματικά.

Οπότε φτάνουμε και στο ρεζουμέ.

Το παλιό Ναύπλιο πρέπει να επανακατοικηθεί. Να αποκτήσει κατοίκους μπόλικους, γειτονιές και ανάγκες.Να ξαναχτιστούν γκρεμισμένα κτίρια και να κατοικηθούν ερημωμένα.  Θες με επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις και προγράμματα ΕΣΠΑ; Θες με έξτρα κίνητρα γι αυτούς που θα επιλέξουν να ζήσουν στη παλιά πόλη; Τρόποι βρίσκονται. Θέληση να υπάρχει.

Έπειτα  θα αποκτά σιγά σιγά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις βασικών αναγκών και μεταποίησης. Μανάβικα, μπακάλικα και μαστοριλίκια. Καθότι θα υπάρχει ζήτηση. Καθότι θα υπάρχει γειτονιά. Ένας καθημερινός και ζωντανός τόπος επομένως. Γεμάτος φώτα σε κάθε γωνιά, φωνές και ενέργεια.

Και τέλος, θα έρθει κι ο τουρίστας να αφήσει τα ωραία του φραγκάκια. Ποιός δεν θα ερχόταν σε έναν τέτοιο παράδεισο;

Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα έρθει παρέα με το κοπάδι του. Δεν θα έρθει σαν κατακτητής-στρατός των στημένων και πλυμμένων μας οπισθίων. Δεν θα έρθει να συναντήσει επαίτες της φαρδιάς του τσέπης.  Θα έρθει να ζήσει ήρεμα και πολιτισμένα τους ρυθμούς και την ζωή των αυτοχθόνων. Να περιδιαβεί τα σοκάκια τους, να περπατήσει τα αρχαία τους, να αγναντέψει την διαρκή ιστορία τους, να πιει τα ποτά τους και τους καφέδες τους, να φάει και να φχαριστηθεί.

Και επειδή σε μια τέτοια πόλη, όπως είπαμε, δεν θα χωράνε κοπάδια, αγέλες και άλλα βοοειδή, η περισσευούμενη μάζα τουριστοφραγκάτων, που αναμένεται αρκετή, θα διαμοιράζεται αναλόγως και στις ομορφιές του υπόλοιπου Δήμου. Βουνίσιες, θαλασσινές και καμπίσιες ομορφιές.  Η αισθητική και λειτουργική επίδραση της παλιάς πόλης θα  είναι άλλωστε καταλυτική και θα φροντίσει να αναδείξουν και αυτές τα δικά τους πλεονεκτήματα. Πρώτον θα αυξήσει τον ανταγωνισμό, την υγιή άμιλλα μεταξύ των περιοχών και επίσης οι νέοι ρυθμοί της παλιάς πόλης θα εμποδίζουν την κατά κύματα προσέλευση σε αυτήν των πέριξ κατοίκων. Θα τους κρατήσουν  στα μέρη τους και τις κοινότητές τους. Πού θα πάει; Κάποια στιγμή θα τις φροντίσουν.

Ουφ. Την είπα κι εγώ την μαλακία μου. Ησυχία τώρα. Ξεκινάει το σόου…