Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Όνειρο ήτανε…

Ήταν Παρασκευή μετά το μεσάνυχτο. Ο αυτόχθων ιθαγενής Κ. αφού είχε περάσει άλλη μια μέρα μέσα στην αυτόχθονή του καθημερινότητα, έπεσε κατάκοπος για ύπνο. Το κρεβάτι του έβλεπε λιμάνι και το στρώμα του τον βύθιζε όλο και περισσότερο στον κόσμο του ονείρου. Είδε πως ξύπνησε και βγήκε στο μπαλκόνι του για πρωινό καφεδάκο και αγνάντεμα της θάλασσας. Δεν την είδε όμως. Μπροστά του απλώνονταν τείχη σιδερένια, ψηλά κάγκελα και το λιμάνι το σκέπαζαν τεράστια κρουαζιερόπλοια που άφηναν διαρκώς τουρίστες. Κόσμος πολύς. Πότε συνέβησαν όλα αυτά, σκέφτηκε μέσα στην ονειρική του δίνη.

 Κουτόφραγκοι με πορτοφόλια γεμάτα έτρεχαν δώθε κείθε και αγόραζαν ό,τι μπορούσαν. Παγωτά, καφέδες, τσιγάρα, τραπέζια, καρέκλες, κτίρια, σπίτια, αισθητικές, συνήθειες, τα πάντα. Επικρατούσε αναβρασμός. Τα μεγάφωνα του λιμανιού μιλούσαν όλες τις γλώσσες της οικουμένης ενώ μπατίρηδες ιθαγενείς με πρόσωπα βρώμικα ζητιάνευαν λίγο πιο έξω από τα κάγκελα, μόνο εκεί τους άφηνε η τοπική αστυνομία, και ζητούσαν γονυπετείς ένα κομμάτι ψωμί. Μερικοί φιλέλληνες κουτόφραγκοι τους έδιναν και τα πρόσωπά τους γέμιζαν χριστιανική αγαλλίαση.

Ο αυτόχθων Κ. δεν άντεξε. Άρχισε να βαριανασαίνει στενάχωρα. Φόρεσε ότι πιο πρόχειρο είχε και βγήκε έξω για να βρει διέξοδο ηρεμίας στην βολταδούρα του Φάρου. Δυστυχώς ούτε εκεί την βρήκε. Στον δρόμο τον κοιτούσαν όλοι υποτιμητικά για τα ευτελή του ρούχα. Κουτόφραγκοι, πλούσιοι Τσιμεντόβλαχοι και Νεοαστοί Βλάχοι τον έβλεπαν σαν τιποτένιο σκατό. Σαν καθυστερημένο πληβείο. Φτάνοντας στο Πί αντίκρυσε μια ουρά μεγαλοπρεπών σκαφών ενώ η δημοτική αστυνομία μπουζούριαζε στην σειρά μερικούς ψαράδες που ενοχλούσαν το προσάραγμα των πλοίων. Από το Μπούρτζι έβγαιναν βεγγαλικά. Μια πλούσια κυρία το είχε κλείσει για το διήμερο πάρτυ γενεθλίων της κόρης της που θα αραβωνιαζόταν κιόλας την άλλη εβδομάδα ένα πολύ καλό παιδί, γόνο γερμανών αριστοκρατών.

Πανικόβλητος και μέσα στο αγχώδες και αργό τρέξιμο του ονείρου ο αυτόχθων Κ. με όσες δυνάμεις του έδινε το ιθαγενές υποσυνείδητό του κατευθύνθηκε προς τον Φάρο για να βρεί αυτήν την έρμη πρωινή ησυχία της πόλης που θυμόταν. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Στο ύψος του Ακταίον είχε μαζευτεί κόσμος, άλλος και πολύς, και του έκλεινε τον δρόμο. Κάμερες, δημοσιογράφοι, οπερατέρ, γυναίκες που κρατούσαν λουλούδια ντυμένες την τελευταία λέξη της μόδας, άλλες που τσίριζαν από ενθουσιασμό, άντρες σοβαροί με επίσημο ύφος, δήμαρχοι, σύμβουλοι, παράγοντες και φυστικάδες για το μεροκάματο. Περίμεναν όλοι τον γιό του βασιλιά που θα έσκαγε από ώρα σε ώρα με το ιστιοπλοικό του και όλη του την κουστωδία.

Σκέφτηκε για καταφύγιο την Ακροναυπλία ή τον γύρο της Αρβανιτιάς αλλά αμέσως θυμήθηκε πως ήταν κλεισμένες από μια μεγάλη αμερικάνικη εταιρεία κινηματογραφικών παραγωγών. Γύριζαν εδώ και μέρες μια μαφιόζικη κωμωδία με πρωταγωνιστές τον Zach Galifianakis και την Nia Vardalos. Είχαν χτίσει και μια χολυγουντιανή βίλα κοντά στο σημείο του Φάσου (μπαλκόνι για τους αλλόθρησκους) ενώ ο δρόμος της Αρβανιτιάς λειτουργούσε σκηνογραφικά ως μονοπάτι για το σπίτι του μεγαλομαφιόζου.

Να πάει να πέσει από το Παλαμήδι; Σκέφτηκε. Δεν μπορούσε. Το είχαν κάνει φυλακή για μικροοφειλέτες του Δημοσίου και η φύλαξη ήταν ισχυρή.

Ο αυτόχθων Κ. τελικά απελπίστηκε. Με αργό βήμα πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Στην Αμαλίας συνάντησε έναν περιφερόμενο θίασο διαδηλωτών που φώναζαν εναντίον της κυβέρνησης και των νέων μέτρων που πρόκειται να ψηφιστούν. Τους χαιρέτησε από απόσταση αλλά αυτοί δεν τον είδαν. Μόνο το δρόμο έβλεπαν.

Κουρασμένος και γεμάτος θλίψη επέστεψε σπίτι. Έκλεισε πόρτες, παράθυρα και μια μαύρη σιωπή απλώθηκε στον χρόνο του. Πήρε αγκαλιά την αγαπημένη του φωτογραφία κι αποκοιμήθηκε.