Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Ο πορνόγερος της παλιάς πόλης

Σύντομα θα ξημερώσει Κυριακή στο Ναύπλιο. Ο γέρος της παλιάς πόλης θα σηκωθεί από το άγριο χάραμα χωρίς ξυπνητήρι. Το βιολογικό του ρολόι έχει ρυθμιστεί απόλυτα και ειδικά τις Κυριακές ένεκα εκκλησίας.

Με αργά βήματα θα κατευθυνθεί στα ιδιαίτερα, θα κατεβάσει την ριγωτή πυτζαμούλα του και θα βγάλει έξω το μόνιμα πεσμένο θηρίο του με την κωδική ονομασία "Λαλάκης ο πρώην εξολοθρευτής". Θα σταθεί για μερικά λεπτά όρθιος μπροστά στη λεκάνη εξαιτίας της ουρητικής του χρονοκαθυστέρησης. Ο γέρος όμως δεν πτοείται. Αντίθετα δείχνει να το απολαμβάνει. Είναι η μόνη στιγμή που του θυμίζει την πάλαι ποτέ σεξουαλική του δραστηριότητα.

Έπειτα θα πάει στη κουζίνα για να ετοιμάσει το καφεδάκι του. Η γυναίκα του ακόμη κοιμάται. Το βιολογικό της ρολόι έχει ρυθμιστεί περίπου μία ώρα μετά. Χρόνος αρκετός για την απαραίτητη πρωινή ηρεμία του γέρου και την εσωτερική του γαλήνη χωρίς γκρίνιες και περιττές σκοτούρες.

Ταυτόχρονα με τον τούρκικο καφέ, ζεσταίνει ένα ακόμη δηλητηριασμένο κεφτεδάκι για τον σκύλο του γείτονα που δεν τον αφήνει τα βράδια να κοιμηθεί και κατουράει συνεχώς το σκαλοπάτι της εξώπορτας. Του έχει πετάξει καμιά δεκαριά μέχρι τώρα αλλά το μαλακισμένο έχει εκπαιδευτεί και δεν ζυγώνει ποτέ μεζέ που δεν προέρχεται από το αφεντικό του. Αυτή τη φορά όμως θα ρίξει στον κεφτέ extra σάλτσα από το ψητό της Παρασκευής και ελπίζει να τα καταφέρει.

Η επόμενη ώρα τον βρίσκει στο μισοσκόταδο σαλόνι να ρουφάει αργά δόσεις τούρκικης καφείνης. Στα κρυφά θα βγεί στο μικρό του μπαλκονάκι να τραβήξει και μερικές τζούρες καρέλι κασετίνα που κρύβει σε διάφορα άκυρα σημεία του σπιτιού. Μια τσίχλα με γεύση μέντας με την δικαιολογία της βρώμικης αναπνοής λίγο πριν ξυπνήσει ο έλεγχος και όλα είναι έτοιμα.

Η γυναίκα ξυπνάει. Μετά την δική της επίσκεψη στα ιδιαίτερα, γκρινιάζει πως το σπίτι βρωμάει τσιγαρίλα και επιπλήττει νυσταγμένα τον ένοχο. Η παρατήρηση είναι ψαρωτική. Το έμπειρο θηλυκό ρίχνει άδεια για να πιάσει γεμάτα. Ο γέρος δε τσιμπάει. Έχει εκπαιδευτεί. Χωρίς την παραμικρή ένδειξη ενοχής ξεπερνάει τον ύπουλο σκόπελο και της προτείνει να ετοιμαστεί γρήγορα για την εκκλησία. Το ίδιο κάνει και αυτός.

Φορώντας το καρό του σακάκι, τα καλά του παπούτσια και το σινιέ παντελονάκι που του είχε κάνει δώρο φίλος του αξιωματικός επί χούντας βγαίνει στη κοινωνία παρέα με την γυναίκα του και ένα δηλητηριασμένο κιοφτέ στη τσέπη. Τον ρίχνει σε μια γωνία του δρόμου γεμάτο θαρραλέα χορταράκια. Καλή κρυψώνα ομολογουμένως.

Κινούνται προς την εκκλησία με γοργά βήματα. Τώρα το γοργά όπως φαντάζεσθε είναι τρόπος του λέγειν. Σχετικά γρήγορα για την ηλικία τους σκεφτείτε. Θα κάνουν και μια στάση στο δρόμο να γκρινιάξουν για τις μουντζούρες των τοίχων, τα σκουπίδια στα πεζοδρόμια και τα σκαλιά, θα κουτσομπολέψουν την μισή γειτονιά, θα τσακωθούν και λίγο μεταξύ τους, θα θυμηθούν τα όμορφα χρόνια της τάξης και της πειθαρχίας, θα σιχτιρίσουν πάνω στον εμετό ενός ξενύχτη τεντυμπόι και θα μπούν στην εκκλησία με κατάνυξη και σκυμμένο κεφάλι.

Με το πέρας της λειτουργίας ο γέρος αφήνει την γυναίκα με τις φιλενάδες της να πάνε να απολαύσουν κάπου τον καφέ τους και ο ίδιος θα περπατήσει παρέα με δυό φίλους μέχρι τον Φάρο.

Έπειτα θα επιστρέψει βιαστικά στο σπίτι μόνος του, ώρα 12 περίπου μεσημβρινή. Είναι η ώρα που ξυπνούν οι φοιτήτριες στο απέναντι σπίτι και ο γέρος γουστάρει να τις κάνει χάζι.

Εκείνες είναι πρωτοετείς, αθώες και πρωτευουσιάνες και τα Σάββατα συνηθίζουν να το ρίχνουν έξω. Ειδικά το φθινόπωρο που ο καιρός είναι ακόμη γλυκός, κοιμούνται με ανοιχτά τα παράθυρα και το πρωινό τους ξύπνημα είναι γεμάτο εκπλήξεις.

Ο γέρος κρύβεται πίσω από την κουρτίνα και παρακολουθεί. Τα γυμνά τους βυζάκια του προκαλούν μελαγχολία αλλά το μάτι του δεν λέει να φύγει. Ενώ τραβάει ηδονικά τζούρες από καρέλι άφιλτρο, φαντάζεται το εφηβικό τους αιδοίο σερβιρισμένο σαν γλυκό του κουταλιού να το τρώει λαίμαργα σε μια μπουκιά. Τι άλλο θα μπορούσε να φανταστεί. Οι φοιτήτριες εντέλει ντύνονται και φεύγουν για μεσημεριανό καφέ στη πόλη και η παράσταση κάπου εδώ τελειώνει. 

Στη γωνία του δρόμου ο σκύλος του γείτονα ξεκίνησε τους σπασμούς και στη πόρτα  ακούγονται κλειδιά.  

Θα ακούσει γκρίνια και πάλι για την τσιγαρίλα και αυτή τη φορά δεν θα μπορέσει να πει ψέμματα αλλά σκέφτεται πως άξιζε τον κόπο. Τουλάχιστον θα της πει πως κατάφερε να σκοτώσει το σκυλί.

Αυτό το τελευταίο θα την κάνει σίγουρα χαρούμενη και πολύ λιγότερο νευρική.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Οι δυο παλιοί συμμαθητές

Δύο αυτόχθονες Ναυπλιώτες, συμμαθητές παλιοί, περπατώντας στο εμπορικό πεζοδρόμιο της Άργους, πλησιάζουν ο ένας τον άλλον σε απόσταση τυπικής χαιρετούρας.


Και οι δύο έχουν αντιληφθεί την παρουσία του άλλου και το ενδεχόμενο συνάντησης αλλά και οι δύο επιθυμούν να την αποφύγουν. Είναι από τη μία που έχουν να τα πουν από καιρό,  μάλλον από την περίοδο του σχολείου, οπότε βαρεμάρα να προσπαθήσεις να εξηγήσεις την ζωή σου μέσα σε λίγα λεπτά και σε ένα άτομο που δεν σε ενδιαφέρει πια και τόσο, και από την άλλη δεν μπορούμε να πούμε πως είχαν από τότε και τις καλύτερες σχέσεις. Όχι πως είχαν τσακωθεί, αντιθέτως. Είχαν βρεθεί κάποτε με κοινές παρέες  αλλά μέχρι εκεί.  Ο καθείς την δουλίτσα του, την ζωή και φυσικά τον δικό του κοινωνικό κύκλο. Η κλασική σχέση μεταξύ των γνωστών μιας επαρχιακής πόλης.

Προσπάθησαν ματαίως να αποφύγουν το αντάμωμα  με τις κλασικές ναυπλιώτικες κινήσεις του στυλ "κοιτάω δήθεν μια βιτρίνα που με ενδιαφέρει πολύ" ή "προσποιούμαι πως με παίρνουν τηλέφωνο", αλλά δυστυχώς και για τους δύο δεν τα κατάφεραν. 

Ύστερα από χρόνια πολλά λοιπόν, οι δύο παλιοί συμμαθητές συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο καταμεσής της εμπορικής κίνησης της πόλης. Είναι και οι δύο άνεργοι. Παλιότερα είχαν μια δουλίτσα, βγάζαν ένα αξιοπρεπές μεροκαματάκι αλλά η κρίση τους έχει οδηγήσει στο εργασιακό ράφι εδώ και χρόνια. Την βγάζουν με ανασφάλιστα μικρομεροκάματα, χαρτζιλίκια και δανεικά. Τα ρούχα τους σινιέ αλλά αγορασμένα την περίοδο των καλών και παχιών αγελάδων και η διάθεσή τους αγγίζει πλέον τα όρια της ντροπής και της παντελούς έλλειψης αυτοεκτίμησης. 

Ζωγραφίζοντας στο πρόσωπό τους το δήθεν χαμόγελο της  ευτυχίας και του "όλα καλά" επιτέλους χαιρετιούνται. 

Έλα τί κάνεις; Καλά; Εσύ τί κάνεις; Χαθήκαμε. Περάσανε τα χρόνια. Φυσικά και πέρασαν. Εδώ; Ναύπλιο; Δεν σε έχω δεί. Δεν κυκλοφορώ και πολύ. Ξέρεις ήσυχα. Σπίτι. Και εγώ σπίτι. Το βαρέθηκα το έξω. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Από δουλειά; Όλο και κάτι γίνεται. Δεν λες που είμαστε στην επαρχία και δεν πεινάμε; Στην Αθήνα τρώγονται μεταξύ τους. Πού να βρούν φαγητό; Εδώ και να πεινάσεις, μαζεύεις που λέει ο λόγος χόρτα από το Παλαμήδι. Ναι, σίγουρα. Παντρεύτηκες; Μπά. Ούτε εγώ. Δύσκολες εποχές. Με τους γονείς μένεις; Με τους γονείς. Αλλά έχω αυτονομηθεί. Το έχω φτιάξει ωραίο. Να έχω την ησυχία μου. Και εγώ, πολύ γκρίνια. Όταν γερνάνε, είναι δύσκολο. Εμένα θα μου πείς; Λέω να φύγω. Να νοικιάσεις; Όχι έξω. Α! Και εγώ το σκέφτομαι. Το ψάχνω. Λέω για Καναδά. Καναδάς έχει κλείσει μάλλον. Δύσκολα. Έχω συγγενείς. Κανέναν άλλο βλέπεις; Βλέπω αλλά ξέρεις τώρα. Μπλέξαμε όλοι και χαθήκαμε. Σπούδασες; Στην Αθήνα. Εγώ Πάτρα. Και; Στρατός και εδώ. Τα γνωστά. Δεν βαριέσαι. Αν βγαίνει... Και εγώ αυτό λέω. Πού να πάς.  Όλο και κάτι θα γίνει. Χάρηκα που τα είπαμε. 

Με το βλέμμα μιας κάποιας ανακούφισης και της  απαλλαγής από βάρη τυπικά, όπως όταν φεύγεις από ένα βαρετό πάρτυ μεταξύ αγνώστων και ελάχιστων γνωστών, οι δυο παλιοί συμμαθητές έδιωξαν το στημένο χαμόγελο της επιτυχίας από το πρόσωπο, ξαναφόρεσαν τις συνηθισμένες τους ναυπλιώτικες φάτσες και ακολούθησαν αντίθετες πορείες. 

Ο ένας κατευθύνθηκε στη στάση του λεωφορείου με προορισμό τον ΟΑΕΔ για μια ακόμη άσκοπη ανανέωση της κάρτας ανεργίας του. Την δωδέκατη κατά σειρά.

Ο άλλος θα άφηνε το βιογραφικό του σε ένα κατάστημα στην Ενδεκάτη που ζητούσε κάποιον εργάτη αποθήκης για ημιαπασχόληση. 280 ευρώ και μισό ένσημο την ημέρα. 

Μέχρι το βράδυ θα σχολίαζε ο ένας τον άλλον αρνητικά σε κάποιον φίλο ή συγγενή, θα ανέλυε λεπτομερώς την κατάντια του για να νιώσει κάπως καλύτερα με τον εαυτό του και να καταφέρει να κοιμηθεί ένα βράδυ πιο ήσυχος.

Και η επόμενη μέρα θα ξημέρωνε για άλλη μια φορά απείραχτη.