Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Μια ιστορία πορνό του 1960

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές είναι ξημερώματα Σαββάτου, 28 Σεπτεμβρίου του 2013, ώρα τρεις και κάτι μεταμεσονύχτια.

Σκεφτόμουν να γράψω μια ιστορία, ένεκα έλλειψης τοπικής επικαιρότητας, που μου διηγιόταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου και αφορούσε κάποιες λεσβιάζουσες καλόγριες της περιοχής την δεκαετία του 60. Είχα όμως δίλημμα. Μήπως προκαλέσω υπερβολικά το θρησκευτικό αίσθημα των συμπολιτών μου, σκεφτόμουν. Μήπως θίξω τα θρησκευτικά πιστεύω των συντηρητικών αυτοχθόνων. Δεν είχα τέτοια πρόθεση βεβαίως. Και η ιστορία με τις λεσβιάζουσες καλόγριες είναι πέρα για πέρα αληθινή. Ούτε θεωρώ πως κάποιες αμαρτωλές και λεσβιάζουσες μοναχές ακυρώνουν μια ολόκληρη θρησκεία. Αλλά στο Ναύπλιο είμαστε, τα μυαλά των ανθρώπων ως γνωστόν δεν είναι και ιδιαιτέρως ανοιχτά οπότε αμφιταλαντευόμουν. 

Και εκεί που ήμουν έτοιμος να αυτολογοκριθώ, εκεί που πατούσα το backspace για να σβήσω τις πονηρές γραμμές, κόπηκε το ρεύμα. Όχι μόνο σε εμένα, αλλά στο μεγαλύτερο τμήμα της πόλης.

 Ώρα 2 και κάτι μεταμεσονύχτια.  

Και έτσι ξαφνικά, μέσα στην φθινοπωρινή δροσιά της ναυπλιώτικης νύχτας, μέσα στο ρομαντικό και φοβιστικό σκότος τ' Αναπλιού, απλώθηκε ολούθε του Αργολικού κάμπου μια γλυκιά χορωδία δεκάδων, εκατοντάδων και ίσως χιλιάδων οικιακών συναγερμών.

Αυτά τα τεχνολογικά αηδόνια της ιδιοκτησιακής προστασίας έμειναν να τραγουδούν το τσιριχτό ατονάλ κομμάτι τους για μία ώρα περίπου όπου το φως το αληθινό επανήλθε στις ψυχές και τα αυτιά όλων των αυτοχθόνων ξενύχτηδων.

Μιλάμε για πολλούς, πάρα πολλούς συναγερμούς σύντροφοι. Βγήκα ο έρμος στο μπαλκόνι μου να απολαύσω τα ελάχιστα λεπτά απόλυτου σκοταδιού, να κάνω τις παραδοσιακές σκέψεις πως θα ήταν ο κόσμος χωρίς ρεύμα και τεχνολογία, πώς ζούσανε παλιά και πως έβγαιναν οι ιστορίες με τα φαντάσματα και χρειαζόμουν ωτοασπίδες για να την παλέψω.

Και αφού τις φόρεσα τις ωτοασπίδες, γιατί είμαι ψυχάκιας, και ο ήχος έγινε σχετικά αχνός μέσα στον εγκέφαλό μου, φανταζόμουν ανθρωπάκια που τόσα χρόνια παρακαλούσαν και έγλειφαν βουλευτικά γραφεία, που ξεσκόνιζαν παππούτσια δημάρχων και άλλων επιφανών για μια δουλίτσα και ένα κομμάτι ψωμί, να κρύβονται τρεμάμενοι πίσω από πόρτες αγκαλιάζοντας τα προικιά και τα λούσα τους μπας και τους τα πάρουν.

Σιγά την περιουσία σύντροφοι! Σιγά την πολύτιμη κληρονομιά! Με μιά αλλαξιά βρακί έχουμε μείνει όλοι και δεν θέλουμε από ντροπή να το παραδεχτούμε. Δίνουμε κάθε μήνα σε φόρους, λογαριασμούς και δάνεια ατελείωτα ποσά, οι πάντες χρωστάνε στους πάντες, η πόλη σαπίζει εμπορικά και μεις φοβόμαστε μη μας κλέψουν το σπίτι και χάσουμε το τελευταίο περσικό χαλί που μας άφησε κληρονομιά η γιαγιά μας. Και τα χρυσαφικά μας τα έχουμε δώσει προ πολλού στα αρίθμητα ενεχυροδανειστήρια της πόλης για μια χούφτα ευρώ. Ή δεν τα έχουμε δώσει; Και τα ενεχυροδανειστήρια γιατί είναι τόσα πολλά και δεν κλείνουν τότε;

Αλλά ο κλασικός ο μαλάκας ο Ναυπλιώτης δεν βάζει μυαλό με τίποτα. Θα πληρώσει την εταιρεία συναγερμών για να νιώθει ήρεμος και να το παίζει και μούρη. Μπορεί να του κόβουν το ρεύμα, το νερό, να του παίρνει η τράπεζα το σπίτι αλλά ο συναγερμός συναγερμός.  Λες και οι διαρρήκτες δεν γνωρίζουν απέξω κι ανακατωτά την τεχνολογία συναγερμών και θα κωλώσουν σε κουμπάκια και ψηφιακά νούμερα. Έτσι για να μας χαλάσει με την βαβούρα του και τον μικροαστικό του φόβο την ειδυλλιακή διακοπή ρεύματος που πλέον σπάνια ζούμε.

Γι αυτό λοιπόν και γώ αποφάσισα να μην αλλάξω καθόλου την ιστορία μου και να την διηγηθώ όπως ακριβώς την ξέρω, αγνοώντας κάθε συντηρητικό αυτόχθονα κακομοίρη. Αγνοώντας και αυτόν και τις πανηλίθιες φοβίες του.

Όταν ήμουν μικρός λοιπόν και έκανα κοπάνες από το σχολείο, ο διευθυντής επειδή μου είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία ειδοποιούσε πάντοτε τους γονείς μου. Η μάνα μου, κλασική ελληνίδα μάνα, με έψελνε χωρίς να ρωτήσει ποτέ ούτε το γιατί ούτε το πως. Ο πατέρας μου όμως με έβαζε σε μία γωνία και με ρώταγε ήρεμα. Γιατί έκανες κοπάνα; Για να γλιτώσεις μάθημα; Είχες κάτι σημαντικό να κάνεις; Εγώ παιγμένο εφηβόπουλο που ήμουν, δεν του απάνταγα τίποτα. Και τότε αυτός, μου έλεγε κάθε φορά, μα κάθε φορά, την ίδια ναυπλιώτικη ιστορία.

Όταν ήταν στην ηλικία μου, δεκαετία του 60, αυτός και η παρέα του αλλά και όλα τα αγόρια του γυμνασίου αρρένων της εποχής,  έκαναν συχνά κοπάνες (σκασιαρχείο το λέγαν τότε) από τα μαθήματα του σχολείου. Ειδικά τις πρώτες ώρες. Οι κοπάνες όμως είχαν πάντοτε έναν σκοπό, δεν ήταν δηλαδή απλά για να χάσουνε μάθημα (εδώ κολλάει το δίδαγμα), και ένα συγκεκριμένο μέρος. Την σπηλιά του δρόμου  Αρβανιτιάς-Καραθώνας. Η τοποθεσία δεν ήταν καθόλου τυχαία. Σε εκείνο το μέρος συνήθιζαν να αράζουν τα πρωινά κάποιες καλόγριες που μαζεύαν χόρτα, σαλιγκάρια και άλλα καλούδια από την γύρω περιοχή. Και αφού άραζαν στη σπηλιά για να ξαποστάσουν από την επίπονη εργασία, επιδίδονταν σε αχαλίνωτες ερωτικές περιπτύξεις αναμετάξυ των. Οι ξαναμμένες καλόγριες όμως δεν ήταν καθόλου μόνες τους. Παρέα τους, χωρίς βεβαίως να το γνωρίζουν, ήταν τα αυτόχθονα εφηβόπουλα της εποχής που τους έπαιρναν μάτι σε απόσταση ασφαλείας. Το μέρος είχε γίνει must και τα αγόρια μοίραζαν τις κοπάνες σε βάρδιες για να μπορούν να απολαύσουν όλοι το πικάντικο θέαμα.


Ω, ποία ντροπή  για την φιλήσυχη πόλη μας! Στο μπανιστήρι αναφέρομαι βεβαίως.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτόχθων φασισμός

Φασισμός. Λέξη με πολλές ερμηνείες, οπτικές, γωνίες και αποχρώσεις. Άλλοι την χρησιμοποιούν κομματικά, άλλοι πολιτικά ή ιδεολογικά ενώ δεν λείπουν και αυτοί που της δίνουν καθαρά ιστορική προσέγγιση μέσα στους αέναους κύκλους της ανθρώπινης κοινωνίας. 

Ο γράφων, ως γραφικός αυτόχθων ιθαγενής, έχοντας την τύχη, όπως και πολλοί συνιθαγενείς του, να μεγαλώσει μέσα σε δρόμους, σοκάκια και στενά  που διαρκώς γεννούσαν καινούρια μονοπάτια, λημέρια και κρησφύγετα προς χάριν της παιδικής φαντασίας και της νεανικής εξερεύνησης, δεν πάσχει από μονόδρομες οπτικές. Γι' αυτόν φασισμός σημαίνει απλά και μόνο αδιέξοδο. Το τέρμα της σκέψης και της μνήμης.  Το μαύρο πέπλο της αισθητικής και το τέλος του πολιτισμού. Και πιστεύει πως αυτή η κακιασμένη οχιά έχει αρχίσει να εμφανίζεται εδώ και πολύ καιρό στη πόλη.

Το τέλος της ναυπλιώτικης γειτονιάς ήταν η αρχή. Μεγαλώσαμε σε γειτονικούς δρόμους και πλατείες που έσφυζαν από ζωή, παιδικές φωνές, παιχνίδια, γονείς και παππούδες σε παγκάκια και σκαλιά, φασαρία και ενέργεια. Ο δημόσιος χώρος ως δώρο, δικαίωμα, υποχρέωση και σκαλοπάτι για αυτοδίδακτη κοινωνικοποίηση και εμπειρία του κόσμου. Όλα αυτά πλέον είναι παρελθόν. Τα παιδιά τρέχουν σε φροντιστήρια, πιάνα, μπαλέτα, κολυμβητήρια, ξένες γλώσσες και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο νούς του ανθρώπου για να κλείσει τα παιδιά μέσα στην ασφάλεια των τοίχων, έχουν ελάχιστο ελεύθερο χρόνο μέσα σε μια πόλη παραδοσιακά αργών ρυθμών, οι γειτονιές είναι άδειες και έρημες και ελάχιστες πλατείες παραμένουν ζωντανές μόνο και μόνο γιατί συνδυάζουν το παιδικό παιχνίδι και τον ενήλικο καφέ. Ακόμη και μέσα στις πολυκατοικίες οι σχέσεις έχουν σχετικώς αποξενωθεί, για να μην πούμε αθηναιοποιηθεί.

Ακολούθησε η παρακμή και η μείωση του αριθμού των παραδοσιακών καφενείων και η αντικατάστασή τους από τα μοντέρνα καφέ. Η διαφορά είναι τεράστια. Το παραδοσιακό καφενείο λειτουργούσε ως χώρος πολιτικής συνέλευσης. Ατελείωτες κουβέντες, συζητήσεις, τσακωμοί, διαχωρισμοί, ομαδικά καλαμπούρια, ζήλιες και γλέντια. Το παραδοσιακό καφενείο ήταν μια ζωντανή πολιτική κοινότητα, άμεσος αντίκτυπος όλων των πολιτικών εξελίξεων, σημαντικών κι ασήμαντων. Αντίθετα το καφέ είναι γνήσιο παιδί της τουριστικής ανάπτυξης, της άκριτης μοντερνοποίησης της ζωής και του ατομισμού. Κλειστές παρέες, μοναχικές ψυχές, δυνατές μουσικές που καλύπτουν τις συζητήσεις, κουτσομπολιά, πασαρέλες και εγωπάθειες,  και όλα τα προβλήματα να θάβονται κάτω από το χαλί μέχρι να φουσκώσουν.

Ακολουθεί ο μονόδρομος της τουριστικής ανάπτυξης. Η πόλη αργά και σταθερά μεταμορφωνόταν σε μια γραφική καρτ ποστάλ του σαββατοκύριακου, των διακοπών και πάσης φύσεως αργιών. Με μόνη κληρονομιά την νεοκλασική ομορφιά της, την θαυμάσια θέα της και τα αρχαιολογικά της τοπία αποκτά όλο και περισσότερα πανομοιότυπα καταστήματα που παίζουν τις ίδιες και τις ίδιες μοδάτες μουσικές, σερβίρουν τα ίδια φαγητά και πουλάνε παρόμοια σκατολοίδια. Η ποικιλία και το διαφορετικό γίνεται είδος προς εξαφάνιση.  Μόνος στόχος είναι το πορτοφόλι όλο και περισσότερων βαρβάρων. Τα στέκια μειώνονται δραματικά. Ο αυτόχθων πολιτισμός περνάει στο περιθώριο. Η ιστορία της πόλης και οι σημαντικοί της άνθρωποι, επώνυμοι κι ανώνυμοι, αγνοούνται μέχρι και από τους ίδιους τους αυτόχθονες. Η παλιά πόλη αδειάζει από κόσμο για χάρη των ενοικιαζόμενων δωματίων και άλλων τουριστικών ειδών και μετατρέπεται ακόμη και για τους ίδιους τους κατοίκους του Ναυπλίου σε μια όμορφη φωτογραφία περιπάτου χωρίς καμία απολύτως πολιτική ζωή και ιστορική μνήμη.

Κεφάλαιο πολιτισμός. Λίγα πράγματα. Ένας κινηματογράφος, μόνο χειμερινός, με ταινίες μόνο πρώτης προβολής. Κοινώς αμερικανιές. Ένα τοπικό θέατρο ερασιτεχνών και μερακλήδων, μια δανειστική βιβλιοθήκη μαθητών και ελαχίστων άλλων, το λαογραφικό μουσείο και το Πανεπιστήμιο της πόλης με φοιτητές χαμένους ή και ακόμη υποτιμημένους από την τοπική κοινωνία. Ένα παράρτημα του Χάρβαντ σηκώνει κάποιες εκδηλώσεις αλλά κανείς δεν πρέπει να ακούει κι ακολουθούν μεμονωμένες περιπτώσεις κι εξαιρέσεις. Καμία χειμωνιάτικη συναυλία, καμιά πρωτοπορία, κανένα κίνητρο και ουδεμία όρεξη. Κυριαρχεί ο πολιτισμός του καφέ, της μπύρας, του champions league και της κρεατοφαγίας. Ας είναι καλά τα βλαχοπανηγύρια του καλοκαιριού που μας θυμίζουν τις ζουλού ρίζες μας.

Πάμε στη πολιτική. Ποιά πολιτική όμως; Μιλάμε πάντα για τοπικό επίπεδο. Για την τοπική αυτοδιοίκηση. Για τα δημοτικά πράγματα συγκεκριμένα. O πολιτικός διάλογος και ο προγραμματικός λόγος εδώ και πάρα πολύ καιρό έχει πάει περίπατο στη πόλη. Οράματα, ιδέες, σχεδιασμοί και τα τοιαύτα έχουν πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων και το μόνο που παρακολουθούμε είναι προσωπικές κόντρες, ξεκατινιάσματα, χυδαιότητες και ύβρεις μεταξύ των υποψηφίων. Μέσα στο παιχνίδι έχουν προστεθεί και ντόπιοι δημοσιογράφοι που έχουν πετάξει τον μανδύα της αντικειμενικότητας υποστηρίζοντας παθιασμένα τη μία ή την άλλη πλευρά και συνεχίζουν το έργο των ύβρεων των πολιτικών προισταμένων τους. Βάλε και λίγο χρίσματα, κόμματα, παράγοντες, ρουσφέτια και αλισβερίσια και το μυαλό των αυτοχθόνων έχει γίνει μια υπέροχη παχύρευστη σούπα. Η δε πολιτική τους σκέψη, το ενδιαφέρον τους για το ντόπιο γίγνεσθαι αναζητείται στην προιστορία. Με λίγα λόγια, οι εκπομπές και οι στήλες των κουτσομπολιών και του lifestyle ενδέχεται να κρύβουν περισσότερη πολιτική σκέψη από την τοπική πολιτική πραγματικότητα.

Kαι μέσα σε αυτό το κλίμα, και για χίλιους άλλους λόγους, ο νέος λείπει. Σπουδάζει, είναι στρατό, μεταναστεύει στην όμορφη πρωτεύουσα ή στα εξωτερικά και αφήνει πίσω του μια πόλη γερόντων. Αν όχι γερόντων, από τη μέση κι απάνου. Οι σπουδαγμένοι αριβάρουν κατά κύματα, το ίδιο και οι ταξιδιάρικες ψυχές, οι φευγάτες, και μένουν εδώ οι αιώνια εδώ και οι μεγάλοι. Πόσο μπροστά να πάει μια τέτοια πόλη; Τί θα μπορούσε να αλλάξει; Σε κάθε νέα γνώμη ακούς να διαχέεται στην ατμόσφαιρα ένα "δεν ξέρεις εσύ", "είσαι μικρός", "τί να μας πείς εσύ τώρα" και πολλά τέτοια. Όπου και να κοιτάξεις, σε όποιο μέρος της διοίκησης και να δεις, σε κάθε πόστο καθοριστικό, έναν σκατόγερο ή μια σκατόγρια θα δεις να σου κουνάει το δάχτυλο. Έτσι ενώ οι γέροι είναι γέροι, γίνονται γέροι και οι νέοι για να επιβιώσουν. Τυποποιούνται σε χρόνο ρεκόρ κι ενσωματώνονται.

Όπως ο γράφων. Που κάθεται σε τόσες γραμμές και γκρινιάζει και μιρμιλίζει σαν τον σκατόγερο ενώ εσύ πίστευες από τον τίτλο πως θα μιλήσει για ντόπιους φασίστες.

Σκατοκουτσομπόληδες.



Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Μια φοιτήτρια γράφει

Κοντεύει 9 το βράδυ μετά από μια σύντομη βόλτα στα στενά της πόλης τούτης και είναι από εκείνες τις μέρες που συνειδητοποιείς ότι το όμορφο και γραφικό Ανάπλι είναι απλά το όμορφο και γραφικό Ανάπλι. Τίποτα παραπάνω τίποτα λιγότερο. Όχι. Δεν έχει φοιτητική ζωή, όσο καλά και αν περνάμε με τα παρεάκια μας. Ξέρω ακούγεται κακό για τα ελάχιστα μαγαζιά που είναι «φίλοι» των φοιτητών αλλά είναι η αλήθεια. Έχω μπουχτήσει να βλέπω πασαρέλα με άτομα της σχολής να παρτάρουν μετά από βαθυστόχαστες πρόβες που τους ρίχνουν περισσότερο στη δηθενιά τους πασπαλισμένη με μπλε χρυσόσκονη. Έχω βαρεθεί να χτυπάμε κάρτα σε μαγαζιά και μετά από λογαριασμό των 15 ευρώ το άτομο να μην κερνάνε τίποτα οι καλοί και ευγενικοί πλην γύφτοι κωλοπλένηδες. Φίλε μαγαζάτορα ιθαγενή ξέρεις ΠΟΣΟ είναι 15 ευρώ για ένα φοιτητή μέσης οικογένειας; Αν το δεις επιφανειακά, 3-4 μακαρονάδες ή 3 πακέτα καπνού. Αν, όμως, το σκεφτείς καλύτερα είναι τα 15 ευρώ που επέλεξε να τα ακουμπήσει στο ΔΙΚΟ ΣΟΥ μαγαζί για λόγους μουσικής/ κεφιού/ ατμόσφαιρας/ ατόμων κτλ. και όχι στο φωτοτυπάδικο για να πάρει σημειώσεις –ναι, πληρώνουμε χρυσές τις σημειώσεις. Οπότε, ρε ΓΥΦΤΟ, κέρνα ένα ποτό! Δεν είναι όλοι πότες να σου σκάσουν πρώτα το 50ευρω, να πιουν 15 ποτά και μετά να τους κεράσεις ένα σφηνάκι. Αν είναι έτσι πιες το εσύ! Άσε που μετά από 15 ποτά κάποιοι δεν θυμούνται ούτε το όνομά τους. 


Μην το σκέφτεσαι πολύ, το χειμώνα, όσο λίγοι και αν είναι, οι φοιτητές εδώ είναι ένα σημαντικό νούμερο στα έσοδά σου και οφείλεις να το παραδεχτείς. Μην τους κλάνεις, λοιπόν, το καλοκαίρι, γιατί θα το κάνουν και αυτοί! 

Άλλη κορυφαία καραμέλα των ντόπιων δήθεν φίλων της τέχνης και της βαθειάς κουλτούρας είναι ότι οι φοιτητές δεν φαίνονται πουθενά και δεν οργανώνουν δράσεις ή παραστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι γίνονται κάποια πράγματα αλλά η εντύπωση του «παιδάκια είναι μωρέεε, νταξ, που να πάμε» μάλλον υπερισχύει στους κύκλους σου, βλάχο –και για να σε προλάβω, εσύ που σκέφτηκες ότι είμαι πρωτευουσιανάκι σου απαντάω εδώ, δεν είμαι. Όσα γίνονται, βέβαια, δεν έχουν πολιτική υπόσταση ή τουλάχιστον έτσι δείχνουν τα περισσότερα, αλλά ρε τραχανά, τι σε νοιάζει; Εδώ στο αντιρατσιστικό περνάς και στραβοκοιτάς άτομα που τα ξέρεις από μικρά λες και η δράση γίνεται στο τσιφλίκι σου. Μην νομίζεις ότι οι φοιτητές δεν ξέρουν πως αυτή η μπλε πανδαισία έξω από τη γραμματεία, που κάποιους μας κάνει να γελάμε κάθε Σεπτέμβρη, εσένα σε κάνει να χαίρεσαι. 

Εντάξει, κανείς δεν είναι τέλειος! Άλλοι είναι χοντροί, αδύνατοι, κουτσοί, στραβοί, εσύ είσαι ΝΔ. Δέχομαι το δικαίωμά σου στη βλακεία. 

Ας είναι καλά το θεατράκι του ΟΣΕ και κάποιες πλατείες που φιλοξενούν τις άφραγκες και μοναχικές νύχτες των φοιτητώνε, λοιπόν!

Μια φοιτήτρια

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Αναρχικός αυτόχθων

Ξυπνάς μια ωραία πρωία στ' Ανάπλι έφηβος και έχεις πήξει από τη βαρεμάρα. Δεν έχεις απολύτως τίποτα να κάνεις (λογικό) μέχρι που σου περνάει από το μυαλό μια καταπληκτική ιδέα. Να γίνεις αναρχικός. Εξαιρετική επιλογή θα έλεγα. Ζεις μέσα σε ένα υπερσυντηρητικό κλουβί με γύρω γύρω θάλασσα, το αίμα σου βράζει για πρωτοπορία και δράση και ο τόπος σου ζητάει μια ελάχιστη ανανέωση μπας και γλιτώσει το τελειωτικό σάπισμα. 

Και τί καλύτερο από τον ιστορικό, φιλοσοφικό και πνευματικό κόσμο της άναρχης κοινωνίας. Της αυτοοργάνωσης, της εργατικής αυτοδιεύθυνσης, της κολεκτιβοποίησης, της αυτονομίας, της αντιεξουσίας, της αέναης αμφισβήτησης, της αλληλεγγύης, της ισότητας και τόσο άλλων υπέροχων ιδεών και εννοιών. 

Ξεκινάς λοιπόν από τα βασικά. Γκόντγουιν, Προυντόν, Μπακούνιν, Κροπότκιν και στο τσακίρ κέφι χτυπάς και έναν Κορνήλιο Καστοριάδη. Υπέροχοι άνθρωποι, μεγάλα μυαλά. Ανακατεύεις και λίγο Μαρξ, Γκράμσι και άλλους θεωρητικούς του σοσιαλισμού και το γλυκό δένει για τα καλά μέσα στο αναρχικό νεανικό κεφάλι σου. Και μετά;

Μετά φοιτητής. Καταλήψεις, πορείες, αγώνες, ιστορικά βιβλία, διαλέξεις, εκδηλώσεις, αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, αυτοδιαχειριζόμενα κυλικεία, ιατρεία, φαρμακεία, καφενεία και δεν συμμαζεύεται. Και μετά; 

Μετά φαντάρος εκτός αν καταφέρεις να μην υπηρετήσεις. Και μετά; 

Μετά πίσω στ' Ανάπλι. Στη μητέρα γη. Στο τόπο που σε ανέθρεψε, σε μεγάλωσε, σου πρόσφερε παιδικές μνήμες και αισθήματα και που τώρα πια σε χρειάζεται όσο τίποτα άλλο. Πίσω λοιπόν στην αγαπημένη σου κοινότητα για να της μεταγγίσεις το φρέσκο και ζωντανό ελευθεριακό σου αίμα. Και τί κάνεις;

Μήπως στήνεις μαζί με τα φιλαράκια σου κάποιο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι που τόσο λείπει από τη φτωχή πολιτιστικά κοινότητά σου; Δεν το είδα πουθενά. Ούτε προβολές ταινιών είδα, ούτε παζάρια αλληλεγγύης, ούτε συνελεύσεις άστεγων συλλόγων και φορέων, ούτε συλλογικές κουζίνες, ούτε εκθέσεις έργων τέχνης, ούτε υπαίθριους καφενέδες, ούτε τίποτα. 

Μήπως αντιμετωπίζεις με θάρρος και ηρωισμό τη φασιστική απειλή που επισκέφτηκε και τη πόλη σου; Δεν είδα κάποιο δίκτυο αλληλεγγύης πολιτών ανεξαρτήτως αίματος τώρα τελευταία. Ούτε αυτοοργανωμένους συλλόγους μεταναστών και μειονοτήτων παρατήρησα. 

Μήπως εντάσσεσαι σιωπηρά και εργατικά στις ήδη διαμορφωμένες δομές αλληλεγγύης της μικρής σου κοινότητας; Στη Πύλη Πολιτισμού για παράδειγμα; Στο κοινωνικό φροντιστήριο του Δήμου; Στο κοινωνικό φαρμακείο ίσως; Δεν σε είδα ούτε εκεί.

Μήπως οργανώνεις λαικές συνελεύσεις  για να γίνουμε όλοι οι αυτόχθονες υπεύθυνοι της ζωής μας και των αποφάσεών μας; Μήπως παρεμβαίνεις ενεργά στα δημοτικά συμβούλια; 

Μήπως έχεις αράξει σπιτάκι σου και στήνεις ένα ωραίο, ελεύθερο και γαμάτο δίκτυο αντιπληροφόρησης  για την περιοχή σου; Ένα μπλοκ ανεξάρτητης και τοπικής ενημέρωσης με ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε πολίτη να παρεμβαίνει και να συνδιαμορφώνει τις ειδήσεις; Ομολογώ πως χαζεύω για ώρες στο δίκτυο αλλά τίποτα τέτοιο δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου. 

Μήπως μικρέ αυτόχθονα αναρχικέ  τελικά δεν είσαι πουθενά; Μήπως δεν κατοικείς καν εδώ και εγώ ψάχνω μέσα σε ψευδαισθήσεις να σε βρώ; Αποκλείεται.

Και λέω αποκλείεται γιατί σε είδανε. Και όχι μια φορά αλλά συνέχεια. 

Κάποιοι εναπομείναντες παλιοναυπλιώτες σε φωτογράφισαν κιόλας και μου έστειλαν τις φωτογραφίες να τις παρουσιάσω αποκλειστικά στο μπλοκ μου. Και θα το κάνω. Σήμερα θα μάθουν όλοι οι αυτόχθονες  πόσο μεγάλος μαλάκας είσαι. Πόσο αναρχικός του κώλου και του καναπέ. 

Γιατί μικρέ αυτόχθονα αναρχικέ, ενώ δεν είσαι πουθενά, έχεις πάει και έχεις μπαστακωθεί μόνιμα απέναντι ακριβώς από παλιοναυπλιώτικες πόρτες και παράθυρα, μουτζουρώνοντας απλά και μόνο την ηχηρή απουσία σου. Βρωμίζοντας και μαυρίζοντας την ίδια σου τη κοινότητα. Και μάλιστα το πιο ιστορικό και όμορφο μέρος της. 

Γι αυτό ίσως δεν πολεμάς ουσιαστικά τους ντόπιους φασίστες παρά μόνο με μουτζούρες. Τους χρειάζεσαι μάλλον για να υπάρχεις μικρέ αυτόχθονα φασιστάκο. Κρίμα. Τελικά και εσύ τα ίδια μαύρα σκατά είσαι. Να ξέρεις πως στην ιδεατή κοινωνία σου, θα κατουράω κάθε πρωί την αυλή του σπιτιού σου. 












Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Η κυρία Αθηνά της οδού Μπουμπουλίνας

Καλοκαίρι. Μέσα της δεκαετίας του 2000. Η Ελλάδα και το Ναύπλιο βράζουν στο ζεστό ζουμί της εθνικοοικονομικής ευδαιμονίας. Μαγαζιά γεμάτα. Καφές, ποτό, φαγητό, όχι διαζευκτικά όπως σήμερα, όλα στο ίδιο βράδυ. Επίκεντρο της κλαρινογαμπρικής Ναυπλιώτικης νύχτας, η ημιαπαστράπτουσα πασαρέλα της εποχής.

Οδός Μπουμπουλίνας ή 'Αργείτικα' ή 'Βλάχικα'. Αβάκα, έκπλους, εν ζω, σείριος, πόρτο. Ειδικά το Αβάκα σε μεγάλες δόξες. Τραπέζια ρεζερβέ, κόσμος όρθιος στο περίμενε, τοπικές ντίβες ενδεδυμένες με χαρτοπετσέτα κοντοστέκονται. Ανδρικές παρέες χωρίς πολλές ελπίδες να γίνουν μικτές, με γυρισμένες τις καρέκλες προς το πέρασμα. Σα θέατρο.

Κι εκεί που νομίζεις ότι η παράσταση είναι ημίγυμνη επιθεώρηση που περιοδεύει στην επαρχία, το σκηνικό αλλάζει. Γίνεται αρχαίο δράμα. Με ήρωες, κορύφωση και - βέβαια - από μηχανής θεό. Ένας ψίθυρος απλώνεται και γίνεται βουή: βγαίνει ... βγαίνει ...

Βγήκε!

Από το μπαλκόνι πάνω από το Σείριος, εμφανίζεται γιαγιά με νυχτικό και κουβά. Τα φλας των VGA καμερών του τότε ανάβουν σα δαιμονισμένα. Το νερό της αγανακτισμένης γιαγιάς περιλούζει τους περαστικούς, παίρνοντας στιγμιαία εκδίκηση για τα ήσυχα Ναυπλιώτικα βράδια που ήταν πια παρελθόν...

Το πλήθος αλλαλάζει και παροτρύνει για ένα ακόμη κατάβρεγμα. 'Τι ήταν αυτό;' τολμώ να ψελλίσω.

'Μα καλά δεν το ξέρεις;' με επαναφέρουν στην τάξη. 'Κάθε βράδυ γίνεται'. Λίγα λεπτά μετά, ο ευχάριστος θόρυβος καταλαγιάζει.


Τιμή και δόξα στη γιαγιά που έριχνε νερά στη Πασαρέλα. Στη γριά προφήτισσα. Αυτή που ένεκα της συνήθειας είχε μάθει από μικρή να καταβρέχει τις λυσσασμένες γάτες για να ξεκουμπίζονται από τη γειτονιά. Τιμή και δόξα  στη γεροναυπλιώτισσα. Που έκανε μούσκεμα τις ορδές των βαρβάρων και ας της έδιναν λεφτά. Πολλά λεφτά. Ήταν βλέπεις η ιδιοκτήτρια όλου του κτιρίου. Και του καταστήματος φυσικά. Ε, και; Ας έφευγαν.

Οι ορδές όμως αλάλαζαν στην εμφάνισή της και αυτή, από τον ψηλό θρόνο της μεγάλης σταρ, ίσως της μεγαλύτερης που πέρασε ποτέ από τα μέρη μας, με την υπεροπτική αύρα της πρωταγωνίστριας, ηρεμούσε τους δαίμονες της πόλης με λίγο αγιασμό.

Τώρα θα μας βλέπει από τα μπαλκόνια τ’ουρανού και θα γελάει. Θα πίνει καφεδάκο παρέα με τους παλιούς θαμώνες του Γιοτ Κλάμπ, του Σαν Ρόκκο, του πρώτου Σαβούρα, του Κάτσεχάμου, του Χουντάλα, του Έλατου, των καμπαρέ της δεκαετίας του 30 και των παλιών καφενέδων του δρόμου και θα καλαμπουρίζει  αυτή τώρα, την αυτόχθονή μας άγνοια.

Κάθαρση.  

Μια συμπαραγωγή του palamidi.gr (Panos ΤheGrecian) και του palabourtzi.gr (Mario Vagman)