Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

O κύκλος

Το θέμα μας σήμερα είναι μια γειτονιά. Μια γειτονιά στο Μεγάλο Δρόμο - βασιλέως Κων/νου για τους αλλόθρησκους - και συγκεκριμένα το κατάστημα Circulo. Ναι, καλά καταλάβατε. Το θέμα μας σήμερα είναι το κατάστημα Circulo. Εξού και ο παραπλανητικός κύκλος στον τίτλο. Όπερ σημαίνει σήμερον λόγος περί κυκλικότητας.

Ο δικός μου κύκλος ξεκινάει την περίοδο του ελεύθερου ελληνικού κρατιδίου. Στις 18 Ιανουαρίου του 1828 το κατάστημα ήταν τότε οικία του Εμμανουήλ Ξένου και έγινε η πρώτη κατοικία του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, του γνωστού σε όλους μας, Γιαννάκη Καποδίστρια.

Επόμενο σημείο του κύκλου συναντούμε στις αρχές του εικοστού αιώνα όπου το κατάστημα ήταν το ιστορικό βιβλιοπωλείο-ζαχαροπλαστείο του Λάμπρου, του Μιχαήλ Λάμπρου. Το παράδοξο αυτό εμπορικό ταίριασμα βιβλίου και γλυκού μας αποκαλύπτει μια διαφορετική παλιά πόλη. Πιο καθημερινή, πιο λαική και πιο ζωντανή. Καμία σχέση με τη σημερινή τουριστική μαλακία που έχει καταντήσει.

Ο γιός του Μιχαήλ Λάμπρου, Νίκος, ήταν επονίτης και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς. Για χάρη του Νίκου, ο πατέρας Μιχάλης, γνωστός έμπορος, μόλις ο ΕΛΑΣ μπήκε στη πόλη, ορίστηκε δήμαρχος του ΕΑΜ. Είναι ο μοναδικός δήμαρχος στην ιστορία της πόλης που την φωτογραφία του δεν θα την δείτε να κορνιζάρει στο πάνω όροφο του Δημαρχείου. Αντιθέτως μπορείτε να δείτε με δόξες και τιμές τον κατοχικό δήμαρχο της εποχής. Κάποια πράγματα μάλλον δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ. Και ενώ ο πατέρας έγινε δήμαρχος, ο εκτελεσθείς γιός έγινε δρόμος. Οδός Νικολάου Λάμπρου κάπου στον Συνοικισμό. Ο πρώτος αριστερός δρόμος της πόλης. Ο δεύτερος ήταν του Φαράκου και πολύ μεταγενέστερος.

Εν συνεχεία το εμπορικόν Λάμπρου ήρθε στη κατοχή του έτερου γιού Λεωνίδα ο οποίος βρίσκεται ακόμη εν ζωή και αγναντεύει την ιστορία από τις κορυφές των 84 χρόνων του. Θα τον συναντήσετε στη παλιά πόλη να βολτάρει και να περιπατεί σαν γνήσιος αυτόχθων ιθαγενής.

Φωτογραφία Κώστα Καράπαυλου. Μεγάλος Δρόμος. Διακρίνεται Σφαιριστήριο-Σκοπευτήριο. Αργότερα Φυστικάδικο Γαλάνη. Και στο βάθος ο κύκλος.

Έπειτα το βιβλιοπωλείο έφυγε, ελέω εξειδίκευσης της εποχής φαντάζομαι, και απέμεινε μόνο το ζαχαροπλαστείο. Το ξακουστό και φημισμένο Ζαχαροπλαστείο του Πουλή που γλύκαινε περαστικούς μεγαλοδρομείς σχεδόν μέχρι τις μέρες μας. Ιδιοκτήτης Αθανάσιος Πουλής. Ο καλύτερος δημιουργός σοκολάτας σεράνο σε όλη την περιοχή. Τη δεκαετία του 70, το ζαχαροπλαστείο  φιλοξενούσε κάθε κυριακή βράδυ πλήθος αυτοχθόνων ιθαγενών με σκοπό να παρακολουθήσουν την αθλητική κυριακή του Γιάννη Διακογιάννη. Άλλες εποχές και λίγες τηλεοράσεις.

Και ερχόμαστε στα μισά της δεκαετίας του 90. Στο τέλος του αιώνα μας. Το κατάστημα αλλάζει χέρια, γίνεται καφενείο και ονομάζεται Λυρικόν. Ιδιοκτήτης Χρήστος Καράγιωργας. Εδώ θα κάνουμε μεγάλη στάση.

Το Λυρικόν έγινε αμέσως ένα από τα μεγαλύτερα στέκια της πόλης. Όταν λέμε μεγαλύτερα δεν εννοούμε σε μέγεθος αλλά σε πάθος. Γιατί στα ναπολιτάνικα, στέκι δεν σημαίνει απλά το μέρος που συνηθίζεις να πίνεις καφέ. Τότε όλα τα καταστήματα θα ήταν λίγο-πολύ στέκια. Στέκι σημαίνει το μέρος που το 90% και βάλε του κόσμου, που έχει κάθε ώρα και στιγμή, είναι πορωμένοι οπαδοί του. 

Επίσης στέκι σημαίνει το μέρος που κάθε παρέα του το θεωρεί δικό της. Έχει που λένε μια ιδιοκτησιακή σχέση με το χώρο. Νιώθει σαν να το έχει χτίσει και μερικές φορές να το έχει γκρεμίσει κιόλας. Μεταφορικά μιλώντας πάντα.

η ταμπέλα βρίσκεται υπό την ιδιοκτησία της παρέας του γράφοντος
Το Λυρικόν από όλες τις απόψεις ήταν ένα τέτοιο μέρος. Πορωμένοι οπαδοί που ακολουθούσαν τυφλά το μονοπάτι του για να πιούνε το καφέ τους ή να απολαύσουν τη μπύρα τους και μεγάλες παρέες με ιδιοκτησιακό προφίλ. Το καλό ήταν πως η καθεμία είχε το δικό της ιδιαίτερο ωράριο, τις δικές της ιδιαίτερες κινήσεις και θέσεις μέσα στο χώρο ώστε ποτέ να μην δημιουργούνται προστριβές μεταξύ "των ιδιοκτητών". Ο καθείς είχε βρεί το δικό του ιδιαίτερο βόλεμα για να μην ενοχλεί και να μην ενοχλείται. Σαν το σπίτι του. Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας λοιπόν που καθιστά ένα κατάστημα στέκι.

έργο του Θανάση Βασιλείου(μικρός κακόμοιρος) φιλοτεχνημένο πάνω στη ταμπέλα του ιστορικού καφενείου Λυρικόν

Όπως όμως όλα τα όμορφα πράγματα σε αυτή τη ζωή, έτσι και το στέκι αυτό ολοκλήρωσε κάποια στιγμή τον κύκλο του μέσα στην ιστορία της πόλης και του Μεγάλου Δρόμου. Έκλεισε λοιπόν στις αρχές του καινούριου αιώνα. Στη θέση του εμφανίστηκαν πρόσκαιρα κάποια ανιστόρητα και αγεωγράφητα τρεντοπολύχρωμα καφετίποτα. Μέχρι να εμφανιστούν αυτά τα τουριστικά πυροτεχνήματα, το κατάστημα σε όλες τις μορφές που είχε πάρει μέσα στο προηγούμενο αιώνα τηρούσε πιστά αυτό που ονόμαζε ο Τερζάκης ως δραματική διάσταση της πόλης. Με απλά λόγια ο αυτόχθων λογοτέχνης με τον όρο δραματική διάσταση εννοούσε την κάθε πράξη με αναφορά πρωτίστως στις ανάγκες και τις συνήθειες των αυτοχθόνων  ιθαγενών. Με την δημιουργία επομένως αυτών των τουριστικών καφετίποτα, η κυκλική πορεία της ιστορίας προς στιγμήν διαταράσσεται.

                                                           από 8:14 μέχρι 11:06

Λίγα χρόνια όμως αργότερα, μια  παρέα πορωμένων οπαδών του προηγούμενου ιστορικού καφενείου, μία από αυτές που προφανώς "φιλονικούσαν" τότε για την ιδιοκτησία του μέρους, γίνεται κανονική ιδιοκτήτρια του καταστήματος και η ιστορία ξαναμπαίνει σε κυκλική τροχιά.

Γεννηθήτω Circulo λοιπόν. Eλληνιστί κύκλος. Δεν ξέρω κατά πόσο οι νέοι ιδιοκτήτες είχαν με το νού τους τον κύκλο της ιστορίας που εγώ περιγράφω αλλά αναθρεμμένοι όλοι μας στο ίδιο μαγαζί φαντάζομαι πως δεν θα απέχουν και πάρα πολύ οι προσεγγίσεις μας.  Θυμάμαι κιόλας πως τότε που πρωτοάνοιξαν, βάζοντας την μπάρα του μαγαζιού στο παλιό της σημείο ένιωσα σαν να έσβησαν αυτόματα όλες τις κακοσχεδιασμένες, αρπαχτικές και αντιναυπλιώτικες απόπειρες που είχαν γίνει στον χώρο.

"η μπάρα"

Τώρα βέβαια δεν είμαι θαμώνας του μέρους. Να λέμε την αλήθεια. Όπως και αρκετοί από τους τότε. Πηγαίνω καμιά φορά, πίνω ένα καφεδάκι έξω, θυμάμαι, και φεύγω. Αυτό αρκεί.

Σημασία έχει τώρα πια να ανατραφούν, όπως ήδη συμβαίνει, καινούριες γενιές αυτοχθόνων ιθαγενών από την ιστορική γεωγραφία του. Σημασία έχει ο κύκλος να χαραχτεί υποσυνείδητα και συνειδητά μέσα στο μυαλό των νέων ανθρώπων της πόλης. Και αν κάποιος νεαρός δυσκολεύεται λόγω εποχής να το κατανοήσει, η παλιά ταμπέλα του Καραχάλιου ακριβώς απέναντι μπορεί να τον βοηθήσει. Φωτογραφείο Καραχάλιος. Από το 1935.

Σημασία έχει επίσης η διάσωση της δραματικής διάστασής του. Η ένταξη του με άλλα λόγια μέσα στις καθημερινές ανάγκες της πόλης. Και μια δωρεάν συναυλία στη λαική και προς πώληση παραλία της Καραθώνας, μια εβδομάδα ακριβώς μετά το απόλυτο τουριστοσαββατοκύριακο του έτους είναι ότι καλύτερο για να το πετύχει. Αποτελεί πια ένα θεσμοθετημένο πανηγύρι της πόλης . Μια μουσική λαική συνέλευση. Το τελευταίο καλοκαιρινό ραντεβού των ντόπιων φοιτητών λίγο πριν μας χαιρετήσουν για τα ξέγνοιαστα τους ξένα και το πρώτο δικό μας αντάμωμα για τον δύσκολο χειμώνα.

Φέτος κιόλας η λαική μουσική συνέλευση θα συνδυαστεί και με συλλογή τροφίμων για τις άπορες οικογένειες της περιοχής μας από τα κοινωνικά παντοπωλεία του Άργους και του Ναυπλίου. Νομίζω πως ο συγχωρεμένος ο Τερζάκης θα έτριβε τα χέρια του.

Ηθικό δίδαγμα. Ο κύκλος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Μόνο τους ανά εποχή περιπατητές της περιφέρειας του.



Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

The roof is on fire!

Φωτιά, φωτιά σύντροφοι!
Παντού φωτιές, πυρκαγιές και στάχτες!


Όλα τα προηγούμενα χρόνια ο φτωχικός μας τόπος αλλά τόσο πλούσιος σε φυσικά κάλλη δεν είχε γίνει βασικός στόχος των καλοκαιρινών εμπρηστών και των οικοπεδοφάγων. Τόσα χρόνια την είχαμε βγάλει καθαρή με ελάχιστες φυσικές απώλειες. Οι καιροί όμως άλλαξαν. Τα φιλέτα-δάση περιορίστηκαν σε όλη την ελληνική και μεσογειακή επικράτεια και είναι πλέον ηλίου φαεινότερο πως τα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας από το φετινό, είμαστε η επόμενη στόχευση της εμπρηστικής μαφίας.

Σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού ακούγαμε και μυρίζαμε φωτιές σε κάθε σημείο της Αργολίδας ή της γειτονικής Κορινθίας. Κάθε μέρα ή μέρα παρά μέρα τα τοπικά νέα γέμιζαν τις στήλες τους με πυρκαγιές, με φιλότιμες προσπάθειες πυροσβεστών και κατοίκων και σχεδόν κάθε εβδομάδα έβγαιναν δελτία τύπου που εμφάνιζαν την Αργολίδα υποψήφια για νέα πυρκαγιά.

Οι φωτιές όμως δεν περιορίστηκαν στα δάση και τα φυσικά μας πλούτη. Απλώθηκαν περιέργως και στις χωματερές του νομού μας. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτές οι πυρκαγιές συνοδεύτηκαν και με καταγγελίες αλλά μέχρι και σήμερα ένα σκοτεινό πέπλο μυστηρίου σκεπάζει τις προθέσεις των εμπρηστών. Κάποιοι μιλάνε για συνδέσεις με ιδιωτικά συμφέροντα εκμετάλλευσης των σκουπιδιών ενώ κάποιοι άλλοι για αδιαφορία και ανικανότητα των διοικούντων. Το σίγουρο σε κάθε περίπτωση είναι πως από τον πύρινο εφιάλτη δεν γλιτώνουν πια ούτε τα σκουπίδια μας. 

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε να προστεθεί στη κατάρα της φωτιάς και η παλιά πόλη του Ναυπλίου. Ένα ατύχημα, το σκάσιμο μιας φιάλης υγραερίου, φούντωσε την οδό Σταικοπούλου στη παλιά πόλη, έκαψε ένα ολόκληρο μαγαζί, κατεδάφισε μια παλιά οικοδομή και κινδύνεψε να κάψει και τα διπλανά κτίρια. 

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Πιστεύω είς έναν Τσιμεντόβλαχο

"Πιστεύω είς έναν Τσιμεντόβλαχο, τουρίστα, αθηνάνθρωπα, οδηγόν ουρανού και γής, ορατών τε πάντων αοράτων.

Και είς έναν Βλάχο, Τσοπάνη Τσέλιγκα, τον Υιό του Αργολιδέα τον Μονογενή, τον εκ του Τσιμεντόβλαχου μιμηθέντα προ πάντων των αιώνων. 

Και είς το Πνεύμα το σύγχρονον , το τρέντικον, το οχλικόν, το εκ του Τσιμεντόβλαχου εκπορευόμενον, το συν Τσιμεντόβλαχου και Βλάχου συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των Ιθαγενών."

(Ναυπλιώτικη Αυγουστιάτικη Προσευχή της Αρπαχτής της Τσιμεντοβλαχούσας στις αρχές του 21ου αιώνα μ.Χ.)


Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Για τα πανηγύρια

Διάβασα το πρόγραμμα των πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου Ναυπλιέων με τίτλο "Πολιτιστικός Αύγουστος 2013" και μου γεννήθηκε έτσι άξαφνα μια απορία.


Για ποιό λόγο θεωρούνται πολιτιστικές εκδηλώσεις τα διάφορα Πανηγύρια που συμβαίνουν στις πέριξ κοινότητες της πόλης; Τί σχέση έχει πραγματικά το Αργολιδιώτικο Πανηγύρι με τον Πολιτισμό; Είμαι περίεργος, δεν λέω. Σαν κλασικός αυτόχθων ιθαγενής, σαν πρωτοπρωτευουσιάνος που συνηθίζει να διατηρεί πεντακάθαρα οπίσθια με επιμελή και καθημερινό καθαρισμό, όπως ακριβώς επιτάσσουν οι παραδόσεις των προγόνων μας, δεν βρίσκω κανέναν συσχετισμό που να συνδέει τα πανηγύρια της περιοχής μου με τη λέξη πολιτισμός και όλα της τα παράγωγα.

Πού ακριβώς κρύβεται άραγε αυτός ο πολιτισμός; Στην ατελείωτη κρεατοφαγία; Στην άφθονη και μέχρι ξεράσματος μερικές φορές οινοποσία; Στο shopping therapy προς τιμήν του εκάστοτε Αγίου που προφανώς έζησε τη ζωή του λιτά, σεμνά και μέσα στη νηστεία; Στην βλαχοπασαρέλα της κάθε κουτσής Μαρίας που για να κυκλοφορήσει δημοσίως ντύνεται άλλοτε πολύχρωμο λαμπατέρ και άλλοτε κοσμηματοπωλείο ολόκληρο; Και μερικές φορές και τα δυο μαζί; Ή μήπως θεωρείται πολιτισμός αυτό το θορυβώδες κλαπατσίμπανο που περνιέται για παραδοσιακό; Ποιανού παράδοση είναι τέτοιου είδους μουσική; Των ουρακοτάγκων ή των ρινόκερων; Δηλαδή ακούγοντας αυτήν την "παραδοσιακή" ελληνική μουσική του συνθεσάιζερ και της έκο...έκο...έκο...έκο...έκο...σκέφτεσαι δημοτική ποίηση; Ονειρεύεσαι κάμπους, ραχούλες, λιβάδια, βουνά και νησιώτικα σοκάκια; Ελληνικούς καημούς κι αισθήματα; Ή ντιρλιασμένος και χορτασμένος σαν το βόιδι χοροπηδάς σαν το κατσίκι  και τη μαιμού για να εκτονωθείς; Από πότε ακριβώς ο χαβαλές, η χολιστερινούχα μασαμπούκα, το  ασταμάτητο πιοτί και το τζέρτζελο θεωρούνται στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού;
Σαν Δημότης λοιπόν του Δήμου των Ναυπλιέων και σαν παραδοσιακός αυτόχθων ιθαγενής δεν έχω παρά να διαμαρτυρηθώ που ο πλούσιος πολιτισμός του τόπου μου κινδυνεύει να γίνει για τέτοιου είδους πανηγύρια.

Σαν πας πουλί μου στο Μωριά
 θ' ακούσεις τα Καγκέλια
κι αν σου κάνουν τον Άγιο
φύγε με την ουρά στα σκέλια


Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Στην ουρά του Σούπερ Μάρκετ

Το περιστατικό συνέβη στο Ναύπλιο και οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι συμπτωματική.

Κυρία μέσης ηλικίας, κλασικός τύπος Ναυπλιώτισσας νοικοκυράς, περιμένει στην μακρουλή ουρά γνωστού σούπερ μάρκετ της περιοχής. Φορώντας τα κατασκοπευτικά γυαλάκια πρεσβυωπίας που της μικραίνουν νυφιτσοειδώς τα μέγεθος των ματιών, στέκεται σιωπηλή και σκανάρει ωσάν ραντάρ της τελευταίας γιαπωνέζικης τεχνολογίας τους πάντες και τα πάντα. Με το βλέμμα της παραδοσιακής κουτσομπόλας που νομίζει πως δεν καταλαβαίνει κανείς τί κάνει αλλά οι πάντες την κόβουνε από χιλιόμετρα μακριά και φυλάνε τα ρούχα τους να μην τους πιάσει το μάτι της, κυριαρχεί στο χώρο.


Είναι το επίκεντρο της δράσης. Αν την είχατε γειτόνισσα και έμενε  από πάνω σας, θα αδιαφορούσε πάντοτε για την λασπουριά που φέρνει στο μπαλκόνι σας ποτίζοντας τα υπερπολύτιμα φυτά της. Αν την είχατε από κάτω σας όμως, δεν θα μπορούσατε ούτε να φταρνιστείτε χωρίς να ακούσετε την τσιριχτή και γκρινιάρικη φωνή της. Αν σας πετύχαινε στο δρόμο και ήταν οικογενειακή σας φίλη ή γνωστή θα σας τρέλαινε στις ερωτήσεις "ενδιαφέροντος". Τί κάνεις, πού είσαι, παντρεύτηκες, βρήκες δουλειά, έχεις λεφτά, αγόρασες τίποτα, οι δικοί σου τί κάνουν, βγήκαν στη σύνταξη, πόσα παίρνουν και άλλα παρόμοια. Θα προσπαθούσατε ματαίως να πείτε όσο το δυνατόν λιγότερα και να αποκρύψετε άλλα τόσα αλλά το έμπειρο μάτι της γριάς-Κατίνας έχει πάρει μάστερ στην ψυχολογία και έχει κάνει μεταπτυχιακό στις πολεμικές τακτικές του αιφνιδιασμού.  Οπότε όσο και να προσπαθήσετε, είστε τελείως έκθετοι. Η Ναυπλιώτισσα νοικοκυρά αυτό που θέλει θα το μάθει, θέλετε δεν θέλετε. Έπειτα θα σας κατεβάσει μια έκθεση ιδεών για τα δικά της παιδιά που πάντοτε τα καταφέρνουν τέλεια, θα σας γκρινιάξει για κάποια δήθεν ψιλοπροβλήματα που εσάς θα σας απασχολούσαν το πολύ 30 δεύτερα και θα φύγει ανέμελη και κεφάτη γεμάτη  χρήσιμες πληροφορίες κοινωνικού σχολιασμού που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τη πάρτη σας. 

Από πίσω της στέκεται σε απόσταση βολής νεαρός αυτόχθων ιθαγενής κρατώντας μόνο ένα μιλκομπούκαλο και ξενερωμένος που κανείς από τους μεσήλικες με τα γεμάτα καρότσια που στέκονται μπροστά, δεν κάνει στην άκρη για να εξυπηρετηθεί.

Ο νεαρός είναι προφανώς φοιτητής και μάλιστα φρέσκος. Το πολύ πρώτο, άντε βαριά βαριά δεύτερο έτος. Μόλις που έχει φύγει δηλαδή από τη πόλη μας και ω-του θαύματος βρίσκεται στο στάδιο ξαραχνιάσματος από τον μικροαστικό ιστό που ύπουλα και συστηματικά είχαμε απλώσει όλα αυτά τα χρόνια γύρω του. Το παλικάρι μας έχει ανακαλύψει άλλη γή, άλλα μέρη και κυρίως άλλο κόσμο.

Κόσμο εκδηλωτικό κι αυθόρμητο. Ανοιχτό και φιλόξενο. Πολιτισμένο και δραστήριο.Πλέον ο νεαρός αυτόχθων έρχεται στο χωριό μας μόνο για διακοπές και για να δεί γονείς και παλιούς φίλους.

Με το μπλαζέ μάτι της μεγάλης φυγής και την σχετική αδιαφορία για τα εδώ τεκταινόμενα, εφόσον νιώθει περαστικός και τουρίστας, για το λίγο διάστημα που μένει εδώ την έχει δεί μέσα στο εφηβικό κεφάλι του  και ναυαγός και έχει αφήσει το μούσι του να απλώνεται κάπως άναρχα στο πρόσωπό του. 

Αυτό το άναρχο μούσι δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να περάσει απαρατήρητο από τα αετίσια μάτια της κυρίας που στέκεται μπροστά του. 

Αφού η νοικοκυρά μας, ονόματι Λίτσα παρεμπιπτόντως, έχει σκανάρει όλον τον μπροστά χώρο της ορατότητάς της, πρόσωπα, πράγματα, ρούχα, πορτοφόλια και υλικά, μέχρι και τα πόμολα του καταστήματος, ο πίσω χώρος παραμένει για αυτήν ακόμα άγνωστος. Με δήθεν διακριτικές και απαλές κινήσεις ξεκινάει να χαζεύει γύρω της ολοένα και πλαγιότερα μέχρι που τελικά κοιτά πίσω της για να σκανάρει βιαστικά και τον πίσω κόσμο της ουράς με μόνο στόχο να σταμπάρει κάτι ενδιαφέρον και ζουμερό προς κοινωνική κριτική. Και τσουπ το βλέμμα της συναντά το μπλαζέ υφάκι του μουσάτου μας φοιτητή.  

Ερώτηση πρώτη. Δεν ζεσταίνεστε νεαρέ με τόση τρίχα; Η ερώτηση είναι παραπλανητική και ψεύτικη. Δεν αποτελεί αληθινή απορία αλλά υποκρύπτει και υπονοεί έναν υπαινιγμό, μια κριτική για το ίδιο το μούσι. Το μούσι και δή το άναρχο, μέσα στη κοινωνική ζωή της πόλης του Ναυπλίου είναι κατά βάθος κατακριτέο. Είναι μια λοξοδρόμηση του κανονικού. Από πού γεννήθηκε τώρα αυτό το κανονικό θα σας γελάσω. Ένεκα που η πόλη  βρίθει από δικηγόρους και δημοσίους υπαλλήλους που όσο να πείς μια άλφα εμφάνιση περιωπής πρέπει να την έχουν και αποτελούν και πρότυπο; Ένεκα που το μούσι έχει συνδεθεί ιστορικά με τον αναρχοκομμουνισμό, τον χιπισμό και άλλα συναφή πράγματα του διαβόλου; Ένεκα που θυμίζει ηλιθιωδώς ζητιάνους, ρακοσυλλέκτες, βρώμικους και ρακένδυτους; Όπερ σημαίνει ανθρώπους χαμηλής οικονομικής και κοινωνικής τάξης; Ένεκα που θυμίζει ακατανόητους θολοκουλτουριαραίους; Σας είπα δεν ξέρω. Θα σας γελάσω. Το σίγουρο είναι πως το μούσι, αυτές οι αγνές τριχούλες του Θεού που μας γεμίζουν το πρόσωπο από τα πρώτα  βήματα της ανθρωπότητας πάνω στο πλανήτη, στο Ναύπλιο χρήζει περαιτέρω εξέτασης. 

Ο νεαρός κοιτώντας βαριεστημένα τη κουτσομπόλα μας κυρία Λίτσα και με ύφος "τί θές τώρα κυρά μου, τράβα να ανακατέψεις το αυγολέμονό σου και παράτα μας ήσυχους", της απαντά:
-Ζεσταίνομαι.
-Και γιατί δεν το κόβεις ρε πουλάκι μου; Εγώ μόνο που σε βλέπω, σκάω!
-Μπορείτε και να μη με δείτε και έτσι να κρατηθείτε δροσερή, απαντά με απόλυτη σοβαρότητα ο πιτσιρικάς.

Η κυρά-Λίτσα καίει προς στιγμήν λάδια, τα ιόντα του εγκεφάλου της βαράνε για μερικά δευτερόλεπτα άτακτες σβούρες χωρίς να μπορούν να βγάλουν συμπέρασμα και ύστερα προσγειώνονται στην ευκολία των έτοιμων λύσεων και των άκριτων δεδομένων. Κοινώς, επιστρέφουν στην αρχική τους καταδίκη έναντι πάσης φύσεως τριχός.
- Ρε πουλάκι μου, γιατί δεν τα κόβεις για να δροσιστείς;
-Δεν θα δροσιστώ, συνεχίζει περιπαιχτικά ο νεαρός.
-Γιατί;
-Γιατί έξω έχει καύσωνα. Κανείς δεν μπορεί να δροσιστεί στο καύσωνα. Είναι μάταιο. Εξάλλου θα ζεσταθώ πρώτος το χειμώνα. Το σκεφτήκατε αυτό;

Η κυρά-Λίτσα έμεινε κάγκελο, τρολλιασμένη του ελέους και χαζεύοντας το κενό. Για πρώτη φορά δεν μπόρεσε να βγάλει κανένα συμπέρασμα. Δεν κατάφερνε με τίποτα να κατατάξει τον νεαρό στις γνωστές της κατηγορίες-ταμπέλες. Ήταν κουμμούνι, πρεζάκιας για ζήτουλας; Βρωμιάρης, κουλτούρας για τρελός; Δεν ήξερε. Ούτε μπορούσε να μάθει. Έσκυψε ηττημένα το κεφάλι της και περίμενε υπομονετικά τη σειρά της στο ταμείο μέχρι που πλήρωσε και χάθηκε από τον ορίζοντα. 

Όταν έφτασε το βράδυ, πάνω στο οικογενειακό τραπέζι ρώτησε δειλά τον άντρα της, αν έχει σκεφτεί ποτέ να αφήσει μούσι. Για λόγους οικονομίας του το πρότεινε. Στους κρύους μήνες του χειμώνα δεν θα χρειαστεί να πληρώνουν extra πετρέλαιο όταν κοιμάται μόνος του μπροστά στη τηλεόραση, του είπε.

Ο πιτσιρικάς το ίδιο βράδυ  συνάντησε  μια ωραιοτάτη νεαρά Ναυπλιώτισσα που τη γούσταρε από καιρό και αυτή  του έγνεψε γλυκά έξω από το Σίρκουλο στο Μεγάλο Δρόμο. Είναι καιρός να κόψω το υπερβολικό μου μούσι, συλλογίστηκε  μέσα του. Αρκετά κυκλοφόρησα σα ναυαγός. Κάνει και πολύ ζεστή και δεν την αντέχω τόση τρίχα, σκέφτηκε.

Και η ζωή μας συνεχίστηκε απείραχτη.

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Η δικτατορία των σκατόγερων

Μετά από βόλτα βραδινή, αράζω με το αυτοκίνητο φίλου έξω ακριβώς από την είσοδο της πολυκατοικίας προκειμένου να απολαύσουμε ένα τσιγάρο με τη συνοδεία των τελευταίων κουτσομπολιών της νύχτας. Να θάψουμε κανά δυό φίλους που ξεχάσαμε, να πέσει καμιά σύντομη φιλοσοφική ανάλυση πάνω στο τεράστιο ζήτημα της γυναικείας χαζομάρας, να πούμε τα τελευταία εσώψυχα και να αποχωρήσουμε ησύχως για τα ιδιαίτερά μας. Απλά, καθημερινά και αντρικά πράγματα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα και με μηχανές σβηστές. 

Στη γειτονιά επικρατούσε ηρεμία, τάξις, ασφάλεια και ναυπλιώτικη ησυχία. Κάποιος σκύλος στο χιλιόμετρο να γαβγίζει, η παραλιακή να βαράει από μακριά τα εξαίρετα μπίτια της μπερδεμένα με παραδοσιακά σκυλοπόπια του δίπλα πολιτιστικού κέντρου και κανάς κάγκουρας βλαχούλης να περνάει την κοντινή Άργους με τέζα Παντελίδη στο γούφερ και με σηκωμένο το πουλάκι του ελέω πολύχρονης αγαμίας. 

Είχε δεν είχε περάσει ένα δίλεπτο όταν άκουσα σταγόνες νερού να χτυπάνε την οροφή του αυτοκινήτου. Ο μαλάκας ο γείτονας του δευτέρου είπα πως είναι και ποτίζει τις γλάστρες του. Ο τύπος είναι τόσο μαλάκας και εγωκεντρικός που αποκλείεται να κοίταξε κάτω για να δεί αν ενοχλεί. Κοιτάω προς τα πάνω, δεν βλέπω κανέναν. Πάω να συνεχίσω τη κουβέντα με το φίλο και νιώθω σταγόνες νερού να σκάνε πρώτα στο χέρι μου που εξείχε του παραθύρου και έπειτα στη μούρη μου.

Οι σταγόνες αυξήθηκαν σε σημείο κανονικού μπουγέλου μέχρι που κοίταξα έξω και είδα έκπληκτος μέσα στα σκοτάδια τον σκατόγερο του πρώτου ορόφου να έχει πάρει το λάστιχο και να μας καταβρέχει ψελλίζοντας γαμοσταυρίδια, διαόλους, τριβόλους και κατάρες με σκοπό να φύγουμε μπροστά από το μπαλκόνι του. Να τον ενοχλήσαμε τόσο πολύ μιλώντας ψιθυριστά και για τόσο μικρό χρονικό διάστημα; Δεν νομίζω.

Το μπαλκόνι του σκατόγερου είχε απόσταση από το σταθμευμένο μας αμάξι περίπου τρία μέτρα. Απόσταση ικανοποιητική για ανθρώπινη επικοινωνία και για να μπορέσεις να μιλήσεις απλά σε κάποιον και αυτός να σε ακούσει. Ο σκατόγερος όμως αντί να προτιμήσει την ανθρώπινη κουβέντα, διάλεξε σαν το σκύλο που κατουράει την περιοχή του νομίζοντας πως την ελέγχει, να μας καταβρέξει για να μας τρέψει σε φυγή.

Ένιωσα πως απέναντί μου δεν είχα να αντιμετωπίσω απλώς την παράνοια ενός γέρου ανθρώπου αλλά το πρωτόγονο ένστικτο ενός ζώου.

Η γενιά μου, όπως φαντάζομαι και άλλες γενιές, γαλουχήθηκαν από το σχολείο, τους γονείς και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο να σέβονται και να αγαπάνε τους γέρους ανθρώπους. Να τους κοιτάνε με θαυμασμό και σεβασμό για την σοφία και την εμπειρία ζωής που κουβαλάνε μέσα τους και να υποχωρούν μπροστά σε κάθε τους επιθυμία.

Θύμα και εγώ αυτής της ανατροφής, όπως και ο φίλος, διαλέξαμε να μην διαπληκτιστούμε με το άξεστο ζώο που είχαμε μπροστά μας, αυτό το εγωκεντρικό γουρούνι που θεωρούσε πως ο δημόσιος δρόμος είναι δικός του μόνο και μόνο επειδή το σπίτι του βρισκόταν μπροστά του, και προχωρήσαμε το αυτοκίνητο λίγα μέτρα παρέκει ώστε να μην ενοχλούμε και κυρίως να μην βρεχόμαστε. 

Αν και το επεισόδιο έληξε αναίμακτα εξωτερικώς, εσωτερικώς το αίμα έτρεχε ποτάμι, κατά το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο του παλιού ελληνικού. 

Εξαιτίας αυτού του σκατόγερου θυμήθηκα όλους τους σκατόγερους και τις σκατόγριες που συνάντησα στη ναυπλιώτικη και όχι μόνο ζωή μου και συφιλιαζόμουνα.

"oι εξαιρέσεις"
Θυμήθηκα αυτούς που μας πετάγαν νερά, είχα και πρόσφατη εμπειρία άλλωστε, όταν ήμασταν πιτσιρίκια στους γειτονικούς δρόμους της πόλης. Νερά από κουβάδες, λάστιχα, ποτήρια και γλάστρες. Άλλοι για να το παίξουν δήθεν μου καλοί και να μην φανούν καριόληδες στη γειτονιά, κατέβρεχαν το σύμπαν κάτω από το μπαλκόνι τους λίγο πριν εμφανιστούμε, για να μην πλησιάσουμε καν. Αλλά αυτοί κύριοι. Απλά δρόσιζαν τον δρόμο. 

Άλλοι μας πέταγαν με χριστοπαναγίες και καντήλια έξω από τις αυλές τους όταν παίζαμε κρυφτό και ψάχναμε ένα γαμάτο μέρος για να μην μας βρούνε. Και μας χαλούσαν την χαρά οι σκατόγεροι.
Το ίδιο έκαναν και στην Εκκλησία. Μην έβλεπαν παιδί να κουνιέται, να ξύνεται ή να μιλάει. Ή του κάναν παρατήρηση ή το κοίταγαν με βλέμμα άγριο και τιμωρητικό. Το τραγικό της υπόθεσης είναι πως ο γέρος ή γριά που σου έκανε παρατήρηση μέσα στην Εκκλησία, δεν ήταν ποτέ ούτε η γιαγιά σου ούτε ο παππούς σου. Ήταν ένας ξένος σκατόγερος. Ένας γαμιόλης κομπλεξικός ξένος σκατόγερος που σου έμαθε την Εκκλησία σαν καταναγκαστικό μαρτύριο ορθοστασίας και σοβαροφάνειας.  

Και μετά η εφηβεία. Ατσουμπαλιά, στραβή φωνή κι αντάρα. Και είχες τον κάθε μαλάκα γέρο που σε συναντούσε, που του χαλούσες την ηρεμία, το τσί, την πίεση και τη χοληστερίνη με τους χίλιους τρόπους που σαν έφηβος μπορούσες να χαλάσεις, να σου λέει πόσο χαλασμένη γενιά είσαι, πόσο κακή ανατροφή έχεις πάρει από τους δικούς σου, πόσο καθόλου σεβασμό δεν νιώθει η γενιά σου, πόσο ανάγωγοι είστε, πόσο τέλειοι ήμασταν εμείς, πόσο έχει χαλάσει η κοινωνία, πού βρισκόμαστε, πού πάμε και άρες μάρες κουκουνάρες. Η γενιά του εμφυλίου, που οι μεγάλες δυνάμεις από κάθε πλευρά την έπαιζαν για πλάκα και θα την οδηγούσαν αν γούσταραν και επιθυμούσαν σε ολοκληρωτική εξαφάνιση, μιλούσε για την εποχή της λες και τα σκατά που έβγαζαν τότε, μύριζαν μέλι. Αυτοί που φάγανε αμασητί τη χούντα, βυθίστηκαν στο πρώτο καταναλωτικό κύμα και κάποιοι πρόλαβαν και το δεύτερο, αυτοί που κοπανιούνται μέχρι σήμερα στις ουρές και τα σπρωξίματα, μιλούσαν απαξιωτικά σε εφήβους, επιπλήττοντάς τους για τις αδυναμίες της ηλικίας τους.

Μετά θυμήθηκα τις γεροντογειτονιές. Σε κάθε γειτονιά της πόλης που μαζεύτηκαν δύο ή περισσότεροι σκατόγεροι μαζί (μερικές φορές και ο ένας ήταν αρκετός), δεν στέριωσε ποτέ κατάστημα. Μήτε μπαράκι, μήτε καφέ, μήτε ουζερί, μήτε τυροπιτάδικο μή σου πω. Γενικώς, κατάστημα υγειονομικού ελέγχου που λένε. Δυστυχώς δεν στέριωσε. Οι λόγοι; Μήπως η επί 24ωρου βάσεως γκρίνια των σκατόγερων για τη φασαρία; Τη μυρωδιά; Το πολύ κόσμο; Τη κάπνα; Τη μουσική; Το τραγούδι; Το χορό; Τη χαρά; Το κέφι; Την παρέα που γελάει; Για ό,τι μας κάνει όμορφη τη ζωή σε αυτή τη γαμόπολη;

Θυμήθηκα εκείνη τη σκατόγρια σε ένα φοιτητικό πάρτι που από τις 9 το βράδυ μας φώναζε αλήτες και κοπρίτες μέχρι που έκανε ντου στο σπίτι και μεθυσμένοι όλοι όπως ήμασταν την ακούγαμε κάνα δύωρο να μας νουθετεί στο δρόμο της αρετής και του ύπνου από νωρίς. Αφού οι νουθεσίες της έπεσαν στο κενό μας έφερε την αστυνομία. Ώρα 11. Αφού δεν ζήτησε να μας κουρέψουν γουλί και να μας σύρουν σαν τεντυμπόηδες στους δρόμους των Ιωαννίνων, φτηνά την γλιτώσαμε τότε.
Και ύστερα γυρίσαμε πάλι πίσω, νοικιάσαμε σπίτια και προσπαθήσαμε να συμβιώσουμε ειρηνικά μαζί τους. Να μην κάνουμε πολύ φασαρία, να μην τραβάμε τα καζανάκια νυχτιάτικα, να μην φωνάζουμε στο σεξ και σκανδαλίσουμε, να μην ακούμε δυνατά μουσική, να μην φέρνουμε παρέες στο σπίτι και τις κρατάμε αργά, να μην κάνουμε συχνά γιορτές και πάρτι, να κλειδώνουμε την εξώπορτα από τις 10 το βράδυ για να μην έρθουν αυτοί οι παλιοαλβανοί, πακιστανοί και γύφτοι και μας κλέψουν και τόσα κι άλλα τόσα. 

Και αυτοί, να μας φολιάζουν τα σκυλιά, συνεχώς να γκρινιάζουν, να προκαλούν επεισόδια και φασαρίες και να μας κατουράνε  μές στα μούτρα χωρίς αιδώ και χωρίς περίσκεψη καμία. 

Δεν θα κάνουμε κάποτε παιδιά; Θα τους γαμήσουμε τους σκατόγερους. 

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Μερικά ρομαντικά καρέ του καλοκαιριού

Τοποθεσία Μπανιέρες, μέσα Ιουλίου. Οι Μπανιέρες, από τότε που έπαψαν να λειτουργούν τα πέριξ φαγάδικα, ταβερνεία και κλαμπάκια και σταμάτησαν να πλέουν σουτζουκάκια, μπουκαλάκια και αστακομακαρονάδες εις τον αφρό της στενής τους θάλασσας, έχουν γίνει και πάλι χώρος δροσίσματος των αυτοχθόνων ιθαγενών ξανακερδίζοντας επάξια την ονομασία τους. 

Μαζί με τους ηλικιωμένους Ναυπλιώτες που γνώριζαν την πραγματική σκοπιμότητα του μέρους και την έχουν συνδέσει με τις πιο δροσερές παιδικές τους μνήμες, μπανιαρίζονται και κάποιοι σκόρπιοι τουρίστες, από αυτούς που όπου δούν Έλληνα να στήνει πετσέτα, ξαπλώστρα ή ομπρέλα, τον ακολουθούν τυφλά, μη μπορώντας οι φτωχοί (τω πνεύματι και τη φύσει) να ξεχωρίσουν τα καθαρά και γάργαρα νερά. 


Τοποθεσία Μπανιέρες λοιπόν. Ώρα, απογευματινή. Σχεδόν δείλι. Κόσμος αρκετός και μπροστά στα σκαλάκια της πέτρινης στοάς που οδηγεί στα 5 αδέλφια ποζάρει νιόπαντρο ζευγάρι Αθηναίων στο φακό επαγγελματία φωτογράφου. Μια ρομαντική σκηνή που μόνο η γραφική μας πόλη μπορεί να προσφέρει. 

Ο γάμος θα συνέβη λογικά στο μικρό εκκλησάκι της Ακροναυπλίας, τους Αγίους Αποστόλους, το μέρος που προτιμά η μεγαλύτερη πλειοψηφία των πρωτευουσιάνων για να τελέσει το μέγα μυστήριο της ζωής. Όσοι σκοπεύετε να παντρευτείτε εκεί, πρέπει να το κλείσετε κανά χρόνο πρίν. Σας μιλάω εκ πείρας. Επιστροφή στις Μπανιέρες τώρα.

Όλος ο κόσμος, ντόπιοι και ξένοι, σταματά κάθε του δραστηριότητα και στρέφει το βλέμμα στις αγαπησιάρικες πόζες του καλοντυμένου ζευγαριού της πρωτεύουσας. Είναι οι πρωταγωνιστές μας. Με τις οδηγίες του επαγγελματία μας, οι νέοι πότε ατενίζουν το κενό, πότε κοιτάζονται τρυφερά, πότε χαίδευονται γλυκά και στο μεσοδιάστημα συνεχώς σουλουπώνονται και σκουπίζουν τον ιδρώτα τους ελέω ζέστης και αφθόνου μέικ-απ.. Κυρίως η νεαρά Αθηναία με την νυφιάτικη ουρά.

Ύστερα από κανά δεκάλεπτο και ενώ ο φωτογράφος έχει τραβήξει ένα φιλμ από καρέ, η παράσταση οδεύει στο μεγαλοπρεπές φινάλε της. Οι παρευρισκόμενοι λουόμενοι χειροκροτούν το ζεύγος, του εύχονται τα καλύτερα και αυτό χαμογελαστό και περήφανο ευχαριστεί το κοινό και πιασμένο χεράκι-χεράκι γυρίζει πλάτη και ανεβαίνει αργά και ρομαντικά τα σκαλοπάτια της πέτρινης στοάς. Από πίσω ο φωτογράφος αποθανατίζει τη μεγάλη έξοδο.

Ξάφνου, η νεαρά απαστράπτουσα νύφη, καθώς απομακρύνεται από το πλάνο, σκοντάφτει και παραπατά πάνω στα πέτρινα σκαλοπάτια και καρφώνει  με το στιλέτο της ολόασπρης νυφιάτικης γοβίτσας της μια γραφική κουραδίτσα που στεκόταν στην άκρη του σκαλοπατιού. Χωρίς να αντιληφθεί το παραμικρό, συνεχίζει την άνοδο μετά του συζύγου.

Οι λουόμενοι που χάζευαν τη τελευταία πράξη του δράματος από ευγένεια (χαρακτηριστικό γνώρισμα των αυτοχθόνων) δεν μίλησαν αλλά παρατήρησαν πως όλες σχεδόν οι σειρές των πέτρινων σκαλοπατιών ήταν διανθισμένες από καλοσχηματισμένες, ζουμερές και ξεραμένες, κουράδες. Το ίδιο και το τελευταίο σκαλοπάτι όπου οι νιόπαντροι είχαν βγάλει προ ολίγου τις ρομαντικές τους φωτογραφίες. Στα δύο άκρα του σκαλοπατιού υπήρχαν διάφορες κουράδες σε ποικίλα σχήματα και μεγέθη που η λάμψη των πρωταγωνιστών τις είχαν κάνει προς στιγμήν αόρατες. Ο φωτογραφικός φακός όμως σίγουρα θα τις έχει αποθανατίσει να στέκονται δίπλα από τα πανάκριβα παπούτσια τους, να στολίζουν το φόντο κάθε πόζας τους και να στήνουν ένα μυρωδάτο διάδρομο στη πορεία τους προς την έξοδο.

Aν ο φωτογράφος τους δεν κατέχει από photoshop, πολύ φοβάμαι πως τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, κάπου στην Αθήνα, μέσα στο σαλόνι κάποιου νιόπαντρου σπιτικού, ποζάρουν περήφανες και ύπουλα κρυπτόμενες, οι καλοσχηματισμένες μας αυτόχθονες κουράδες.

Με αγάπη πάντοτε από το όμορφο και γραφικό Ναπλάκι μας.

Το νούμερο ένα ρομαντικό προορισμό της χώρας και αυτό το καλοκαίρι.