Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Η πρέζα στο Ναύπλιο

Θέμα ταμπού. Λίγα λόγια γράφονται κατά καιρούς και όσα γράφονται είναι πάντοτε προσεχτικώς διατυπωμένα και σχεδόν φοβισμένα. Η κοινωνία μας είναι κλειστή, συντηρητική και έχει το ελάττωμα όπως κάθε κλειστή κοινωνία να μην κοιτάζει ποτέ ειλικρινά τον εαυτό της στον καθρέφτη.


Για να τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. 

Ανήκω στη γενιά του 1979. 

Η γενιά του 79 είναι ίσως μία από τις  πρώτες γενιές που δέχτηκε βαριά πλήγματα από την μόδα των Αθηνών, τη λεγόμενη μόδα των ναρκωτικών και κυρίως της πρέζας που εξαπλώθηκε στη πρωτεύουσα τη χρυσή δεκαετία του 80.

Αρχές 90 είχε φτάσει για τα καλά στην μικρή μας επαρχία.

Μια μεγάλη λίστα συμμαθητών, γνωστών και παλιών φίλων στις γειτονιές και τις εφηβικές βόλτες του τότε είναι ήδη στον άλλο κόσμο και μας χαιρετούν. Ο λόγος. Η ηρωίνη.

Από τα γυμνασιακά μας κιόλας χρόνια όλοι μας, μα όλοι μας, γνωρίζαμε παιδιά μικρότερα ή λίγο μεγαλύτερα που έκαναν χρήση ινδικής κάνναβης και κάποιους που έκαναν χρήση ακόμη και ηρωίνης από την τρυφερή ηλικία των 13 ή 14 χρονών.

Κάποιοι από αυτούς ήταν γνωστά ονόματα στη πιάτσα, ήταν πρώτοι στις καταλήψεις, τις διάφορες εφηβικές αλητείες, τα ξύλα που έπεφταν μεταξύ των σχολείων, τους σχολικούς χορούς και άλλα. Κανείς δεν έκανε απολύτως τίποτα για αυτά τα παιδιά. Μήτε σχολείο, μήτε γονείς, μήτε εμείς οι συμμαθητές τους, μήτε κράτος, μήτε κοινωνία ολόκληρη. Τα έβλεπες, τα ήξερες, τα κατέκρινες και τα άφησες στη μαύρη μοίρα τους. Κάποιοι ξέκοψαν από μόνοι τους ή προφανώς με τη βοήθεια των πολύ δικών τους ανθρώπων, κάποιοι ασχολήθηκαν μόνο με το λιγότερο βλαβερό άθλημα της κάνναβης και κάποιοι άλλοι μας άφησαν για το αιώνιο ταξίδι από νωρίς. Να θυμίσω πως κάποτε, τώρα δεν γνωρίζω τί συμβαίνει, υπήρχαν καταστήματα, καφετέριες και μερικά μπιλιαρδάδικα-ουφάδικα που φημίζονταν για τις ναρκωτικές δοσοληψίες τους ή και ακόμη για την χρήση ουσιών μέσα σε αυτά. Τα καταστήματα αυτά και τί συνέβαινε μέσα σε αυτά το γνώριζαν όλοι ανεξαιρέτως. Μαθητές, νέοι, γέροι, αστυνομικοί, οι πάντες.

Όταν ήμουνα φοιτητής και είχα χάσει την επαφή με την κοινωνία της πόλης είχα πληροφορηθεί από την όμορφη πόλη των Ιωαννίνων μια πανεπιστημιακή έρευνα που έλεγε πως το Ναύπλιο είναι η δεύτερη πόλη σε όλη την Ελλάδα σε χρήστες ηρωίνης αναλογικά με τον πληθυσμό της. Η πρώτη ήταν η Καβάλα.

Το Ναπλάκι μας λοιπόν, μία από τις ομορφότερες και γραφικότερες πόλης της χώρας ήταν επισήμως πρεζούπολη. Αυτή είναι η δυσάρεστη αλήθεια. Αυτό είναι ένα γεγονός που κρύβουμε καλά κάτω από το χαλάκι της τουριστικής μας ανάπτυξης εδώ και πολλά χρόνια.

Ερχόμενος μόνιμα εδώ το διαπίστωσα με τα ίδια μου τα μάτια. Αν κυκλοφορούσες βράδυ έβλεπες σε διάφορα σκοτεινά σημεία της πόλης, ανθρώπους σκιές, παλιούς γνωστούς που όλο ξεκόβουν και όλο σου ζητάνε κατοστάρικα για το λεωφορείο, νέους πιτσιρικάδες και μικρά παιδιά που κουτουλάνε μέσα στη θολούρα τους και την πρεζοντάγκλα τους. Το Ναύπλιο μέσα σε λίγα χρόνια είχε γίνει αγνώριστο. Φοβιστικό και απάνθρωπο. Είχε γεμίσει ζωντανούς νεκρούς και ήδη μετράει πολλά θύματα εξαιτίας της ναρκωτικής πανούκλας του.

Το φαινόμενο αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο και τίποτα δεν δείχνει πως πρόκειται να ανακοπεί.

Η αστυνομία συλλαμβάνει διαρκώς άκακους μικροχρήστες κάνναβης, ακόμη και μεγάλης ηλικίας ενώ οι πάντες γνωρίζουν πως στην Αργολίδα υπάρχουν χωριά ολόκληρα φημισμένα για την ποιότητα του ψυχεδελικού χόρτου τους, συλλαμβάνει αλλοδαπούς και ημεδαπούς με ελάχιστες ποσότητες σκληρών ναρκωτικών πάνω τους, και τα μεγάλα καρτέλ, οι μεγάλοι μαφιόζοι και δολοφόνοι των παιδιών μας μένουν στο απυρόβλητο.

Η κοινωνία μένει απαθής, αδιάφορη και επικριτική συνάμα συνηθίζοντας να ζεί παρέα με σκιές. Το κράτος δεν μεριμνά καθόλου για " τα άρρωστα" παιδιά του, η πρόληψη και η ενημέρωση χωρίς προκαταλήψεις είναι όνειρο θερινής νυκτός στη μικρή μας πόλη και οι τοπικοί μας άρχοντες και βουλευτές περί αλλού τυρβάζουν.

Ίσως τελικά η πρέζα είναι καλή. Ίσως μας βολεύει λίγο πολύ όλους. Μια καλή ευκαιρία να καθαρίσει το τοπίο γιατί σάμπως πολλοί μαζευτήκαμε και δεν χωράμε.

Υ.Γ: Δεν γνωρίζω αν πριν την εποχή μου το πρόβλημα της τοξικομανίας ήταν μεγάλο στο Ναύπλιο. Όπως μου έχουν διηγηθεί παλιότεροι, το Ναύπλιο ήταν ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος. Προφανώς και δεν τους πιστεύω αλλά δεν δικαιούμαι δια να ομιλώ για πράγματα που δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως η συνοικία της Πρόνοιας αποτελούσε ένα κέντρο χασισοποσίας τα χρόνια του ρεμπέτικου και ένθεν. Δεν μπορεί όμως αυτό να θεωρηθεί περίοδος τοξικομανίας αλλά ένα ακόμη σημείο της λαικής και ρεμπέτικης κουλτούρας του νεοελληνικού πολιτισμού μας.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Γράμμα από την Αρβανιτιά

Αγαπημένοι μου αυτόχθονες ιθαγενείς,

γειά σας. Δεν ξέρω αν με θυμάστε. Προφανώς οι περισσότεροι που με διαβάζετε αυτή τη στιγμή θα με έχετε ξεχάσει. Είμαι η Αρβανιτιά. Η κεντρικότερη πλαζ της πόλης σας.


Διάβασα τις προάλλες πως κάποιες συντρόφισσες παραλίες της περιοχής μας πήραν την λεγόμενη γαλάζια σημαία και πολύ ζήλεψα. Θέλησα λοιπόν να σας γράψω τον πόνο και τον καημό μου.

Για άλλη μια χρονιά θα μείνω απομονωμένη από το πολύ κόσμο, χωρίς κάποια τουριστική ή ευρωπαική ένδειξη της αξίας μου και ενώ τα νερά μου παραμένουν ακόμη γάργαρα και καθαρά.

Με έχετε παρατήσει σύντροφοι. Δεν μου δίνεται καμία σημασία πια. Εγώ που ανέθρεψα γενιές και γενιές αυτοχθόνων ιθαγενών, που έμαθα σε πιτσιρικάδες κολύμπι, σπάκα και κεφάλι, εγώ που ξενύχτησα κόσμο και κοσμάκη στο πέτρινο κόλπο μου, που γέμιζα από φωνές, γλέντια, μεθύσια, νέους και γέρους, εγώ που βρίσκομαι δυό βήματα από τα σπίτια σας και τη νεότερη ιστορία σας,  απέμεινα μόνη, έρμη κι εγκαταλελειμένη.

Και καλά από τον Δήμο της πόλης και το Ελληνικό Κράτος δεν περίμενα ποτέ κάτι καλό. Το είχα καταλάβει χρόνια τώρα το συμφεροντολογικό και γραφειοκρατικό μυαλό τους. Την έλλειψη φαντασίας τους και την ανυπαρξία πολιτικής τους πρωτοβουλίας. Ούτε φυσικά από τους ιδιώτες που με αγόρασαν για ένα κομμάτι ψωμί περίμενα κάτι. Αυτοί δεν με αγάπησαν ποτέ. Με παράτησαν αβοήθητη παρέα με τα αραχνιασμένα και βρώμικα πια κτίριά μου αφού δεν μπορούσα να αποδώσω τα κατάλληλα γι' αυτούς οικονομικά νούμερα.

Αλλά από τους συμπολίτες μου δεν περίμενα ποτέ τόση αδιαφορία και εγκατάλειψη. Δεν περίμενα ποτέ πως μόλις μάθαιναν πως δεν τους ανήκω, πως δεν είμαι πια κτήμα τους θα με άφηναν στην μαύρη μοίρα μου. Καμία απολύτως αυτοοργάνωση, καμία αγάπη και δράση από μέρους τους.

Και να έχει γίνει μια φορά εθελοντική πρωτοβουλία καθαρισμού μου ή καλλωπισμού μου ούτε που το θυμάμαι κι αυτό. Θα έχει χαθεί μέσα στο χρόνο, τα σκουπίδια και τα μουχλιασμένα μου τσιμέντα.

Οι περισσότεροι από τους συμπολίτες μου βολτάρουν στον ξακουστό γύρο μου, μου ρίχνουν μια κλεφτή ματιά από μακριά θαυμάζοντας την ομορφιά του κόλπου μου και συνεχίζουν αδιάφορα τον δρόμο τους στο γύρο της Καραθώνας. Ελάχιστοι με πλησιάζουν από κοντά και ακόμη λιγότεροι απολαμβάνουν τα  νερά μου.

Από λίγους πιστούς μου ακόμη θαμώνες πληροφορήθηκα πως βγήκα πρόσφατα ξανά στο σφυρί μαζί με το Μπούρτζι, το Τελωνείο και την Καραθώνα και πώς πρόκειται για άλλη μια φορά να πουληθώ για ένα κομμάτι ψωμί.

Στέλνω λοιπόν αυτό το γράμμα στο φίλο Παλαμπούρτζι για να σας πώ να μην μπείτε στο κόπο να αγωνιστείτε για την ελευθερία μου. Δεν θέλω. Είναι αργά πια για δάκρυα.

Όπως φαίνεται, εσείς ορίζεται την αγάπη σας μόνο ιδιοκτησιακά. Χρειάζεστε συμβόλαια.

Με τιμή,
Αρβανιτιά.




Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Κώνωψ ο Ναυπλιεύς

Δεν ξέρω τί γίνεται στην υπόλοιπη χώρα. Δεν μένω εκεί, δεν ταξιδεύω και δεν με ενδιαφέρει. Εγώ μένω, κινούμαι, αναπνέω και βολτάρω στο Ναύπλιο.


Και στο Ναύπλιο όπως γνωρίζετε καλά σύντροφοι ιθαγενείς μας έχουν γαμήσει τα κουνούπια.

Δεν υπάρχει πλέον σημείο για να κάτσεις, παγκάκι να σταθείς, δρομάκι να περάσεις και σπίτι ν' απλωθείς που να μην δεχτείς επίθεση από την άγρια και άπειρη φυλή των θηλυκών κουνουπιών της πόλης.

Γιατί δεν ξέρω αν το ξέρατε αλλά τα κουνούπια που μας πίνουν το αίμα είναι μόνο τα θηλυκά.

Μάλιστα, τα θηλυκά. Τα αρσενικά, καλόβολα και συμπαθή, βολεύονται με λίγο γύρη, με μια τζούρα νέκταρ αλλά τα μοχθηρά θηλυκά, τηρώντας τα ήθη και τα έθιμα της μαμάς φύσης, μας καταβροχθίζουν το αίμα και μας στραγγίζουν κυριολεκτικά.

Ξέρετε γιατί; Γιατί το αίμα τους βοηθάει να κάνουν αυγά. Αυγά!

Οπότε σύντροφοι ιθαγενείς, όπως αντιλαμβάνεστε περιμένουμε και γεννητούρια.

Να μας ζήσουν, η ώρα η καλή, γερά νά 'ναι κι ό,τι νά 'ναι,  πολύχρονα κι ευτυχισμένα, να βγούν με μια ανάσα και άλλα παρόμοια. Κοινώς, τη γαμήσαμε.

Εν τω μεταξύ τα μαλακισμένα, δεν τα πιάνει ούτε φιδάκι, ούτε ταμπλέτα, ούτε ψεκασμός, ούτε ελληνικός καφές που καίγεται και βρωμάει απαίσια (καινούριο κόλπο), δεν τα πιάνει τίποτα. Αυτά δεν είναι κουνούπια. Είναι βαμπίρια. Είναι βρυκόλακες. Έχω αρχίσει και τα πολεμάω με σκόρδα και ανάποδους σταυρούς. Κάτι κατάφερα παρεμπιπτόντως.

Από την άλλη βέβαια, βλέποντας πάντα την θετική πλευρά των πραγμάτων, σκέφτομαι πως από το πολύ ναυπλιώτικο dna που χωνεύουν, θα πάθουν καμιά μετάλλαξη και θα δημιουργήσουν κανά καινούριο είδος κώνωπα.

Ο κώνωψ ο Ναυπλιεύς!

Ο κώνωψ ο Ναυπλιεύς ρουφάει μόνο Αργείτες, Τσιμεντόβλαχους και βλάχους των γύρω περιοχών, συχνάζει σε μόνιμα στέκια της πόλης, κουτσομπολεύει τα άλλα κουνούπια ασύστολα, κυκλοφορεί παντού πως κάνει αχαλίνωτο σεξ ενώ μένει πάντα με την προβοσκίδα στο χέρι, θέλει διαρκώς να φύγει, να πάει αλλού να μείνει αλλά για έναν περίεργο πάντα λόγο δεν το κάνει ποτέ και ψηφίζει για δήμαρχο Τάκη Αναγνωσταρά.

Υπομονή λοιπόν σύντροφοι. Σε καμιά χιλιάρα χρόνια τα κουνούπια θα γίνουν σαν τα μούτρα μας και δεν θα μας ακουμπάν καθόλου. Λιγάκι υπομονή μονάχα. Οι μεταλλάξεις στη φύση βλέπετε αργούν να γίνουν.

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Η Καραθώνα ανήκει στα ψάρια της

Η Καραθώνα ανήκει στις γόπες της. Τις γόπες που δεκάδες χιλιάδες αυτόχθονες ιθαγενείς στο βάθος των δεκαετιών έχουν ρίξει με περίσσια άνεση στην όμορφη αμμουδιά της.


Ειδικά τη δεκαετία του 80 που ήμουν παιδάκι, μια δεκαετία που η οικολογική συνείδηση στη πόλη ήταν συνδυασμένη με την ομοφυλοφιλία, την θολοκουλτούρα και την εν γένει φλωριά, η πλαζ ήταν γεμάτη από γόπες, πλαστικά μπουκαλάκια, σακούλες, πεταμένες τροφές, τσίγκινα κουτάκια και ό,τι άλλο σκατολοίδι μπορεί να φανταστεί ο νούς του ανθρώπου.

Η Καραθώνα επομένως ανήκει και στα σκουπίδια της.

Σκουπίδια που μετέπειτα, ελέω ευρωπαικής προσαρμογής της πόλης, μετακόμισαν σε μια όμορφη πλαγιά ακριβώς από πίσω της και μετέφεραν το άρωμά της ιστορίας τους σε όλη την ακτή. Ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες του χρόνου.

Η Καραθώνα ανήκει στις πάλαι ποτέ ένδοξες σκηνές της. Τις όμορφες εποχές του ελεύθερου κάμπινγκ γέμιζε από τη μία άκρη μέχρι την άλλη από σκηνές, τροχόσπιτα, φωνές, τραπεζάκια, ομπρέλες και όλα τα υπόλοιπα συμπράγκαλα μιας υπαίθριας διανυκτέρευσης.

Η Καραθώνα ανήκει στους παλιούς γλεντζέδες της. Φήμες λένε πως κάποτε, μια παρέα παλιών και γνωστών γλεντζέδων της πόλης έφερε μέσα στο φέρετρο τον πεθαμένο φίλο τους για να περάσουν εκεί, στο μέρος που αγαπούσαν περισσότερο, την τελευταία νύχτα μαζί του.

Η Καραθώνα ανήκει και στις νεότερες παρέες της που τα τελευταία χρόνια ένεκα κρίσης, ζέστης και γενικής παρακμής της υπόλοιπης πόλης γεμίζουν τα καλοκαιρινά βράδυα την ακτογραμμή της με μουσικές, ψησίματα και γλέντια.

Η Καραθώνα ανήκει στα χιλιάδες ζευγαράκια που γνωρίστηκαν, χαμουρεύτηκαν, τσακώθηκαν, ερωτεύτηκαν και χώρισαν στην περιοχή της. 

Η Καραθώνα ανήκει σε όλα τα μωρά που νανουρίστηκαν στο δροσερό αεράκι της.

Η Καραθώνα ανήκει στους χειμερινούς κολυμβητές της. Στους ρομαντικούς περιπατητές της. Στα πρεζάκια, τους χασικλήδες και τους ονειροπόλους μεθυσμένους της.

Η Καραθώνα ανήκει στους χαρταετούς της και τα σαρακοστιανά τσιμπούσια της. Στις βαρκούλες, τους ψαράδες και τους βουτηχτάδες της.

Η Καραθώνα ανήκει στον έναστρο βραδυνό ουρανό της, στην ηλιόλουστη άπλα της και την συννεφιασμένη μελαγχολία της.

Η Καραθώνα ανήκει στο κύμα της και το νησί της. Στους ευκαλύπτους και τους θάμνους της. Στους αγίους των μικρών εκκλησιών της.

Η Καραθώνα ανήκει στα πρόβατα και τα γίδια της. Ανήκει στους σκύλους και τις γάτες της.

Μα κυρίως και πρωταρχικώς, η Καραθώνα ανήκει στα ψάρια της.

Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Χαίρε Ανάπλι, πατρίδα γλυκειά

Ακολουθεί  εμβατήριον 

Με το κάστρο σου στεφανωμένο
στο λιμάνι σου το γαλανό 
πάντα αγέραστο και τιμημένο
χαίρε Ανάπλι καμάρι τρανό

Στον Άι-Γιώργη έχω τάξει κεράκι
στις βρυσούλες σου να δροσιστώ
να δακρύσω σε κάποιο δρομάκι
τα σκαλάκια σου να τ' ανεβώ

Και ν' ακούσω ξανά το κανόνι
να βροντά σαν το πρώτο καιρό

Χαίρε Ανάπλι, πατρίδα γλυκειά
τ' άγιο χώμα σου σαν το πατούμε
λές κι οι πέτρες σου παίρνουν λαλιά
και τον θρύλο σου τον ξαναζούμε

Κάθε κάστρο τιμή κι αρχοντιά
λευτεριάς ιστορία μεγάλη 
κάθε  ντάπια  και μια λεβεντιά
και τραγούδι το κάθε Ακρογιάλι

Των ηρώων ο κόσμος αρχίζει
με το Ναύπλιο αστέρι λαμπρό
που περήφανα σ' όλους θυμίζει
πως μια Ελλάδα ζωντάνεψε εδώ

Να το Μπούρτζι και το Παλαμήδι
να κι ο γέρος εκεί του Μοριά
έχουν όλα μιας δάφνης στολίδι
έχουν όλα μια δόξας φωλιά

Και θαρρείς πως ακούς το κανόνι
να βροντά σαν τα χρόνια τα παλιά
Χαίρε Ανάπλι, πατρίδα γλυκειά
τ' άγιο χώμα σου σαν το πατούμε
λές κι οι πέτρες σου παίρνουν λαλιά
και τον θρύλο σου τον ξαναζούμε

(ο ύμνος του Ναυπλίου, "Χαίρε Ανάπλι")




συνθέτης-στιχουργός : Ρηγίδης Λέων
πρώτος χοράρχης : Βασίλειος Χαραμής
έτος 1955


Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Kαταρρέουμε σύντροφοι

Μετά και την κατάρρευση του διατηρητέου κτιρίου στη πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο ένα είναι το συμπέρασμα που με μαθηματική ακρίβεια οδηγείται ένας κοινός νους: Kαταρρέουμε σύντροφοι.

Η κατάρρευσις έχει ξεκινήσει εδώ και πολύ καιρό. Η σαπίλα, η μούχλα κι η σκουριά έχουνε δουλέψει μυστικά κι υπόγεια όλα τα προηγούμενα χρόνια και αργά και βασανιστικά  εμφανίζουν μπροστά στα δήθεν έκπληκτα μάτια μας τα αποτελέσματα της πανούργας τους συνωμοσίας.

Γιατί η κατάρρευση απ΄την οποία κινδυνεύουμε περισσότερο είναι η εσωτερική μας κατάρρευση.

Όχι η εξωτερική. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη βιτρίνα αλλά στα υπόγεια του καταστήματος.

Γιατί είμαστε απροσάρμοστοι σύντροφοι. Απροσάρμοστοι, ακοινώνητοι και πνευματικά ασθενείς.

Έχουμε χάσει τη γη κάτω από τα πόδια μας επειδή μας πήραν τα λεφτά μέσα από τα χέρια και μέσα στη βαθιά μας θλίψη που πιαστήκαμε άλλη μια φορά οι μαλάκες της ιστορίας αφήνουμε τα πάντα γύρω μας να καταρρεύσουν μαζί με  εμάς.

Έχουμε χάσει το βασικό ένστικτο επιβίωσης που είναι οι κοινωνικοί μας δεσμοί, οι δεσμοί της κοινότητας, της αλληλεγγύης, της πολιτισμικής μας ύπαρξης και της δημοκρατικής πολιτικής μας σκέψης, έχουμε μείνει άδειοι ψυχικά, καταντήσαμε καταθλιπτικοί, ημίτρελοι, απαίδευτοι κι ημιμαθείς και δεν έχουμε ούτε τη τόλμη να κοιτάξουμε στον καθρέφτη τον πραγματικό ένοχο της παρακμής μας.

Κοινώς, δεν είμαστε  Έλληνες πια σύντροφοι.


Γι' αυτό επιτρέπουμε να κυκλοφορούν ανάμεσά μας αυτές οι άθλιες και φωνακλάδικες καρικατούρες Ελλήνων υπερπατριωτών. Υποκαθιστούν την χαμένη μας ελληνική ψυχή. Όπως ακριβώς υποκαθιστά την πάλαι ποτέ πολιτιστική μας χαρμολύπη, το λεξοτανίλ.

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

Στην Αργολίδα υπάρχουν ακόμη δημοσιογράφοι;


παπαγαλάκι του συστήματος

Έχοντας το μεγάλο προνόμιο να μην θεωρώ τον εαυτό μου δημοσιογράφο αλλά ερασιτέχνη γραφιά και πιστεύοντας πως το δημοσιογραφικό έργο είναι ένα από τα πιο σοβαρά και ιερά λειτουργήματα μέσα στη κοινωνία  διερωτώμαι αν σε αυτό το μικρό κομμάτι της Βαλκανικής γhς, την ένδοξη και ηρωική Αργολίδα, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που εξασκούν αυτό το επάγγελμα.

Υπάρχουν δεκάδες εφημερίδες, ραδιόφωνα, κανάλια και ενημερωτικές ιστοσελίδες αποκλειστικά τοπικές αλλά το επίπεδο της ενημέρωσης και της κριτικής αγγίζει τα όρια του γελοίου.

Θα περίμενε κανείς πως η έκρηξη της διαδικτυακής ενημέρωσης θα βελτίωνε την διεφθαρμένη κατάσταση των τοπικών μέσων και θα έδινε την ευκαιρία σε νέο κόσμο να αυτοοργανωθεί και να δημιουργήσει πηγές πληροφόρησης ανεξάρτητες και αμερόληπτες, με όρεξη για κριτική και για βελτίωση των τοπικών συνθηκών.

Αντ' αυτού, αυτό που παρατηρείται κατά κόρον είναι η απλή μεταφορά όλων των στρεβλώσεων που υπήρχαν την εποχή πριν το διαδίκτυο μέσα στον τοπικό κυβερνοχώρο.

Παρατηρούμαι ιστοσελίδες δήθεν ενημερωτικές που αποτελούν απλά τον αποθηκευτικό χώρο δελτίων τύπου διαφόρων πολιτικών προσώπων, επιστολών πολιτών ή πληρωμένων δημοσιευμάτων που αποκαλύπτουν ξεκάθαρα πως εξυπηρετούν την δημόσια προβολή διαφόρων ατόμων έναντι των αντιπάλων τους.

Ακόμη και ο πιο ηλίθιος συμπολίτης μας έχει κατατάξει διάφορες ιστοσελίδες ανάλογα με τα συμφέροντα που εξυπηρετούν ή με βάση τις πηγές χρηματοδότησής τους.

Έτσι έχουμε ιστοσελίδες δεξιές ή αριστερές, γραμματικοπουλικές ή κωστουρικές, καμποσικές ή αντικαμποσικές και πάει λέγοντας για κάθε θέσμο ή δημόσια θέση της περιοχής.

Εκτός διαδικτύου παρατηρείται η ίδια στρεβλή πραγματικότητα του παρελθόντος. 

Πληρωμένες και στημένες συνεντεύξεις δημοσίων προσώπων με έτοιμες ερωτήσεις και απαντήσεις, χαιδέματα αυτιών στον εκάστοτε καλεσμένο ώστε να μας ξανάρθει και να πουλήσουμε λίγο ακόμη και ρεπορτάζ ανούσια, πρόχειρα και προπαγανδιστικά προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Στις εφημερίδες υποψιάζομαι πως η κατάσταση είναι τραγικότερη καθώς τα κέρδη της διαφήμισης έχουν πέσει κατά πολύ ελέω κρίσης αλλά και το περιεχόμενο πλέον είναι εξαιρετικά φτωχό.

Οι τοπικές εφημερίδες μάταια προσπαθούν να ανταγωνιστούν την ταχύτητα πληροφόρησης του διαδικτύου αντί να στρέψουν την προσοχή τους στην επεξεργασία και την κριτική της κάθε είδησης ή πληροφορίας ώστε να αποκτήσουν περισσότερο αναγνωστικό ενδιαφέρον και να φανούν χρήσιμες στο κοινωνικό σύνολο.

Διαμορφώνεται επομένως μια γενική κατάσταση απαξίωσης των τοπικών μέσων, διαδικτυακών και μη,  μια γενική εικόνα απόλυτης σύνδεσης τους με πολιτικά ή επιχειρηματικά συμφέροντα που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην κατάρρευσή τους. Ηθική και οικονομική. Ακόμη και όταν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, η αυτολογοκρισία, η χειρότερη μορφή λογοκρισίας που περνάει μέσα από το ίδιο το μυαλό και τη θέληση του γράφοντα και που αυξάνει στις μικρές κοινωνίες, αρκεί για να ζούμε όλοι μας σε έναν κόσμο εικονικό, ψεύτικο και παραπληροφορημένο.

Όταν ήμουν πιτσιρικάς και είχα αρχίσει να αναπτύσσω το ψώνιο του γραψίματος, είχα ζητήσει αφελώς από τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου που είχε διάφορα τοπικά κονέ, να μου βρει μια εφημερίδα ή ένα μέσο να γράφω τα δικά μου και να βγάζω και κανα χαρτζιλίκι.

Η απάντηση του γέρου μου ήταν αποστομωτική.

Έχεις όρεξη να δίνουμε γαμησιάτικα λεφτά για να σου δημοσιεύουν κείμενα;

Η ερώτηση επομένως παραμένει με πόνο ψυχής. 

Στην Αργολίδα, υπάρχουν ακόμη δημοσιογράφοι;

Βέβαια, για να κάνω και τον δικηγόρο του διαβόλου στον εαυτό μου ή αλλιώς να αυτολογοκριθώ μή τυχόν και μου την πέσουν όλοι οι βιοπορίζοντες εκ του δημοσιογραφείν, και επειδή είμαστε και μικρή κοινωνία και χρειάζεται να τα έχεις με όλους καλά γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να χρειαστείς και ποιός μπορεί να στο προσφέρει, όπως ακριβώς μου έμαθε η σοφή κι ανιδιοτελής κοινωνία που ζω, θα κοιτάξω και την απέναντι πλευρά και θα ρωτήσω.

Αναγνωστικό κοινό της προκοπής υπάρχει;

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Σώστε τη χελώνα Καρέτα-Καρέτα

Το γνωστό τραγουδάκι του Γιάννη Ζουγανέλη "Σώστε τη Χελώνα Καρέτα-Καρέτα" που έκανε θραύση τα σχολικά μου χρόνια βρίσκει την επίκαιρη θέση του στις μέρες μας και στις παραλίες του Ναυπλίου.


Τα περιστατικά του ξεβράσματος νεκρών χελωνών κάθε εβδομάδα έχουν γίνει περιέργως πολλά και όπως ήταν φυσικό κανείς μέχρι τώρα υπεύθυνος ή ανεύθυνος δεν έχει ασχοληθεί με την αιτία του προβλήματος.

Και λέω όπως ήταν φυσικό καθώς η πόλη και η περιοχή που ζούμε και απολαμβάνουμε τις χαρές της ζωής δεν διακρίνεται και τόσο για τα φιλοζωικά της αισθήματα. 

Αξίζει μόνο να σας αναφέρω πως τα παλιά τα χρόνια οι αυτόχθονες κάτοικοι έστηναν παγίδες-θηλιές στα αδέσποτα σκυλιά και γατιά με αποτέλεσμα αυτά να απαγχονίζονται στα δέντρα  και ύστερα πέρναγαν οι υπεύθυνοι της καθαριότητας και μάζευαν τα κρεμασμένα τους πτώματα που τα πέταγαν στα σκουπίδια. Με ένα τέτοιο βεβαρημένο dna βαρβαρότητας και αν συνυπολογίσει κανείς και την συνήθεια πολλών κατοίκων από τότε μέχρι σήμερα να δηλητηριάζουν με φόλες τα ζωντανά, τότε δεν θα μπορούσε κανείς να περιμένει μια άμεση έρευνα ή κάποιο στοιχειώδες ενδιαφέρον για τον περίεργο θάνατο όλων αυτών των θαλασσίων χελωνών. 

Το κακό όμως έχει παραγίνει και μου φαίνεται πως αν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα ο λόγος που προκαλεί τους θανάτους σε λίγο καιρό κάθε Ναυπλιώτης θα έχει κρεμασμένο στο σαλόνι του σαν σουβενίρ το κουφάρι μιας Καρέτα-Καρέτα ή θα αρχίσουν τα greek-art της πόλης να πουλάνε μαζικά μαζί με τα σουβενίρ και όλα τα σκατολοίδια της λαικής μας κουλτούρας και βαλσαμωμένα κουφάρια του έρμου του πρώην ζωντανού σαν δείγμα της πλούσιας ποικιλίας των θαλασσών μας.

Τα παραλέω, θα μου πείτε. 

Έχετε δίκιο θα σας απαντήσω. Δεν είναι δα και τόσες πολλές οι Καρέτες- Καρέτες για να αρχίσουμε μαζικό εμπόριο. Δεν μας συμφέρει.

Σάββατο, 11 Μαΐου 2013

To παράδειγμα του Albert Camus

Τη Δευτέρα έχουμε και μια φανταστική εκδήλωση.

Το μεσημεράκι στις 12, στην αίθουσα του Πανεπιστήμιου της Πόλης έχουμε διάλεξη του πολυμήχανου και πολυνενεργού κυρίου Νίκου Λυγερού με θέμα: "Aπό το θεατρικό έργο στη σκηνοθεσία: To παράδειγμα του Albert Camus".


Όπως γίνεται αντιληπτό θα μαζευτούμε οι δεκάδες χιλιάδες κουλτουριαραίοι της πόλης. Είναι γνωστό άλλωστε σε όλη την επικράτεια πως οι Ναυπλιώτες, μόλις και ακούσουν εκδήλωση του Πανεπιστημίου ή του Χάρβαντ τρέχουν κοπαδικώς και υστεριάζοντας για να προλάβουν την γνώση που ξεχειλίζει από τον υπερδραστήριο και ανοιχτό εγκέφαλό τους.

Ο Albert Camus επίσης είναι ένα άτομο που απασχολεί χρόνια της Ναυπλιώτικη συνείδηση καθώς πέρα από εξαιρετικός θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης υπήρξε και ο φιλόσοφος και θεμελιωτής της θεωρίας "του παράλογου" χρησιμοποιώντας το μύθο του Σίσυφου που τιμωρήθηκε από τους θεούς να ανεβοκατεβάζει στους αιώνες των αιώνων έναν βράχο στη πλαγιά ενός βουνού.

Η άσκοπη τιμωρία του ήρωα που θεμελιώνει το παράλογο της ζωής, την έλλειψη νοήματος και ουσίας σε κάθε κίνηση και πράξη αφού δεν επιτυγχάνεται και δεν ορίζεται ποτέ κάποιος μακροχρόνιος στόχος και η κίνηση συμβαίνει αιωνίως, αποτελεί θεμέλιο λίθο στη ζωή κάθε Ναυπλιώτη που για να ξεπεράσει τα ηθικά και πρακτικά διλήμματα του μύθου και της παράλογης ζωής αποφάσισε εδώ και πάρα πολύ καιρό να αφήσει τον βράχο ακούνητο, νωπό και χορταριασμένο στους αιώνες των αιώνων, αμήν.

Ο Ναυπλιώτης απαντά στον "παράλογο" προβληματισμό του Καμύ με μια επίσης παράλογη, ασάλευτη και συντηρητική λογική. Κοινός παρανομαστής και στις δύο σκέψεις είναι η έλλειψη νοήματος  αλλά ενώ ο αριθμητής του Καμύ είναι η διαρκής κίνηση, το άσκοπο ανεβοκατέβασμα του βράχου, ο αριθμητής του Ναυπλιώτη είναι η διαρκής ακινησία.

Πέτρα που δεν κυλάει, δεν αγχώνεσαι αν πέσει, λέει ο Ναυπλιώτης σε κάθε του κίνηση και σκέψη.

Με άλλα λόγια κάτσε στα αυγάκια σου που μας λέγαν παλιά κι οι μανάδες μας και μη μου τους κύκλους τάραττε.

Και ο φιλοσοφικός μας στοχασμός κάπου εδώ τελειώνει, μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι. 

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Καλή καθημερινότητα

Αποκλείεται να σας δώσω ευχές, χρόνια πολλά, χριστός ανέστη και άλλα παρόμοια, όμορφα και γραφικά, για τον απλούστατο λόγο πως σκυλοβαρέθηκα να τα λέω.



Τα είπα σε συγγενείς, τα είπα σε φίλους, τα είπα σε γνωστούς και όπως όλοι μας, τα επανέλαβα χιλιάδες ουσιαστικές αλλά και  τυπολατρικές φορές με αποτέλεσμα να μεταμορφωθώ άλλη μια χρονιά σε  μηχανή παραγωγής ευχών. 

Απέδειξα άλλη μια φορά πως είμαι σοβαρό μέλος της τοπικής κοινωνίας, με συναίσθηση της κοινωνικής συνείδησης, των παραδόσεων και των εθίμων, υπήρξα αρκετά κανονικός για κάμποσες μέρες οπότε τέλος.΄

Ο αυτόχθων ευχούλης  κάνει επιτέλους φινάλε και  σας εύχεται να έχετε μια πανέμορφη καθημερινότητα. Είναι πιο σημαντική από οτιδήποτε.

Οπότε πολύ καλημέρα σας.