Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Η συντηρητική γεωγραφία της πόλης

Ο Ναυπλιώτης κουράζεται εύκολα. Βαριέται.

Δεν φταίει αυτός. Φταίει το μέρος που ζει. Αυτό το προκαλεί. Η γεωγραφία όλων των άψυχων πραγμάτων που τον περικυκλώνουν. Τα άψυχα πράγματα είναι γύρω του αντιφατικά. Διογκώνουν το χρόνο των γεγονότων. Ακόμα καλύτερα σχεδόν τον παγώνουν.



Μέσα σε αυτό το χρονικό σαλιγκάριασμα, μέσα σε αυτό το pause, τα πάντα μεγενθύνονται εντός του αναπλιώτικου εγκεφάλου. Οι βόλτες, οι καφέδες, τα καλοκαίρια, οι χειμώνες, τα στέκια, οι καυγάδες, τα γλέντια, οι ψίθυροι, οι συνήθειες, τα κουτσομπολιά, τα πάντα. Έτσι αυτά τα πάντα, όσα συμβαίνουν ή όσο μπορούν να συμβούν, έτσι μεγενθυμένα που μοιάζουν, χορταίνονται γρήγορα. 

Μπορεί αργότερα, κάποια από όλα αυτά, στο μυαλό του καθένα, να γίνονται θρύλοι, μύθοι, απίστευτες ιστορίες να ζηλεύεις που δεν έζησες ή δεν άκουσες. Δεν παύουν όμως να ανήκουν στο παρελθόν, πεταμένα σε μια άκρη της ιστορίας και δε γίνεται να επιστρέψουν. 

Όλα γίνονται μικρές ιστορίες για να μη βαριέσαι, όταν βαριέσαι. 

Ποιά είναι όμως αυτή η ύπουλη γεωγραφία που παγώνει το χρόνο και το χώρο; Ποιά είναι αυτή η αόρατη γυάλα γύρω μας; Τα δικά μας τείχη που μας κάνουν την κάθε τωρινή ζωή γρήγορα βαρετή;

Καταρχήν είναι το λιμάνι της πόλης. Ακούς λιμάνι και ανοίγει η καρδιά σου. Φαντάζεσαι πλοία, ναυτικούς, τουρίστες, κίνηση, θόρυβο, εμπόρους και φωνές. Αλλά το δικό μας λιμάνι είναι κυρίως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Αδρανοποιημένο. Ας πούμε άχρηστο. Και όποιον άνθρωπο και να ρωτήσεις στο πλανήτη γη για ένα λιμάνι αδρανοποιημένο, θα σου απαντήσει ποιητικά και εύστοχα πως αυτό το λιμάνι που λες, μάλλον έχει αφημένους πολλούς ξέμπαρκους και ξεχασμένους που θα περιμένουν μάταια και για χρόνο πολύ κάποιο επόμενο φανταστικό δρομολόγιο πλοίου. Πίσω από ένα άχρηστο λιμάνι, ζουν μόνο ναυαγοί.  

Επίσης είναι και η θάλασσα. Μεγάλη θάλασσα. Η μισή και βάλε περίμετρος της πόλης βρέχεται από θάλασσα. Αφού οι Ναυπλιώτες στις μεγάλες τους τοπικιστικές επάρσεις καυχιούνται πως ζούνε σε νησί. Σχεδόν σε νησί, το διορθώνουν αργότερα. Η θάλασσα προσφέρει όμορφους περιπάτους, βολταδούρες, αγνάντεμα και ταξίδεμα του νου. Ιδανική για φευγάτους τύπους όπως οι νησιώτες. Οι Ζακυνθινοί ή οι Κερκυραίοι καλύτερα, που μοιάζουν λίγο και οι πόλεις μας. Η δική μας θάλασσα όμως είναι κλειστή. Όλο βουνά που θα έλεγε κι ο ποιητής. Θέλεις να ξεφύγεις αλλά δεν μπορείς. Θάλασσα έχεις, ορίζοντα δεν έχεις. 

Ακολουθεί η πέτρα. Ο τόπος είναι γεμάτος πέτρα. Υλικό όμορφο πολύ αλλά σκληρό, παλιό και πρωτόγονο. Ενίοτε βρεγμένο ή χορταριασμένο. Υλικό δυσκολοταξίδευτο, ακούνητο και αναλλοίωτο. 

Και τέλος, το θηρίο. Το ένα και μοναδικό Παλαμήδι. Να έχεις απο τη μία τη κλειστή θάλασσα χωρίς λιμάνι, να έχεις πάνω σου και μέσα σου ριζωμένη τη χορταριασμένη πέτρα και πίσω ακριβώς από κάθε σου κίνηση, πίσω απο κάθε σημείο της πόλης, να στέκει και να σε πλακώνει και η βαριά σκιά του κάστρου . Του μεσαιωνικού σου επιτηρητή. 

Κι έτσι το τώρα ζητιανεύει λίγη πίκρα απ' το χτες.