Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Μέρα γιορτής

Μέρα γιορτής η σημερινή φίλοι μου αυτόχθονες ιθαγενείς και μέρα εθνικής μνήμης. Όχι απλά εθνικής. Εθνικότατης. Γιορτάζει ο λαός μας και η φύσις ούλη που σαν σήμερα πριν ακριβώς από 46 χρόνια, η πουλάδα της επανάστασης υψώθηκε αγέρωχη στον καταγάλανο ελληνικό μας ουρανό. Ο ασθενής, η χώρα μας, οδηγήθηκε στο γύψο και στη θεραπεία. Κοινώς στην γνώσιν και την  συμμόρφωσιν.



Χρόνια πολλά λοιπόν σε όλους τους εορτάζοντες που μέσα στο ξέφρενο χουντογλέντι τους και την ανείπωτη χαρά τους οφείλουν να θυμηθούν και να αναπολήσουν όλους αυτούς που σήμερα δεν βρίσκονται κοντά μας για να γιορτάσουν, ενώ τόσο πολύ θα το ήθελαν. Βασανιστές, ρουφιάνους, χαφιέδες, τραμπούκους, στρατόκαβλους, μισανθρώπους, μισαλλόδοξους και χιλιάδες άλλους που μας βλέπουν από τους ουρανούς και μας καμαρώνουν.

Χρόνια πολλά σε αυτούς που πατάνε πάνω στη σακατεμένη δημοκρατία μας για να μας υποδείξουν και να μας συμβουλεύσουν την οριστική της κατάργηση.

Χρόνια πολλά και στη πόλη μου, το όμορφο και γραφικό Ναπλάκι, που έζησε και αυτό όσο του αναλογούσε το μέγεθος και η τότε επιρροή του, τη δόξα της χρυσής μας επταετίας.

Χρόνια πολλά σε όλες τις μαθήτριες εκείνης της εποχής, που σαν σήμερα πριν ακριβώς από 46 χρόνια, πανηγύριζαν έξω από το προαύλιο του Λυκείου Θηλέων  για την αναβολή των μαθημάτων τους λόγω κατάληψης της κυβερνήσεως από δυνάμεις του στρατού όπως ανακοινώθηκε από τα χείλη του αριστερού και αμήχανου εκείνη τη στιγμή διευθυντή κυρίου Κωνσταντίνου Απαλοδήμα. Μια πράξη ναυπλιώτικης άγνοιας και κοριτσίστικης αφέλειας που προσέδιδε όμως έναν ξέχωρο τόνο γιορτής στην ήδη χαρμόσυνη μέρα.

Χρόνια πολλά και στους μαθητές και τις μαθήτριες που δεν πήγαν σχολείο εκείνη την ημέρα επειδή οι γονείς τους δεν ήταν και τόσο σίγουρο αν θα ήταν μέχρι το βράδυ μαζί τους. Ένα γεγονός φαινομενικά φοβιστικό αλλά κατάλληλο για σκληρή και εθνική διαπαιδαγώγηση και κυρίως άμεση ενηλικίωση.

Χρόνια πολλά στους συντρόφους αυτόχθονες που είχαν ήδη ετοιμάσει τα πράγματά τους από νωρίς, για να μην τους πάρουν ξεβράκωτους. Χρόνια πολλά στον αυτόχθονα που παραπονέθηκε στους δεσμοφυλάκους του πως αργήσαν να τον πάρουν με τον κίνδυνο να τον πουν οι υπόλοιποι συντρόφοι του, χαφιέ.

Χρόνια πολλά στο ιστορικό και ηρωικό μας ΚΕΜΧ που αποτέλεσε κείνες τις ένδοξες μέρες τον πρώτο χώρο σωφρονισμού των «ατακτούληδων» Αργολιδέων.

Χρόνια πολλά στο καράβι που λίγες μέρες αργότερα έπλευσε από το Πι για την Γυάρο, στα δακρυσμένα μαντίλια των γυναικών και στα παιδικά όνειρα, ολίγον εφιαλτικά όνειρα ομολογουμένως,  για το ταξίδι των πατεράδων τους.

Χρόνια πολλά στον τότε δικηγορικό σύλλογο της πόλεως που πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, έγραψε και απήγγειλε υμνητικούς διθυράμβους για το ωραίον και το χρήσιμον της επαναστάσεως.

Χρόνια πολλά στην συνηθισμένη πολιτική και αντιστασιακή ακινησία της πόλης, την τόσο δεκτική σε κάθε εθνική ευεργεσία.

Χρόνια πολλά στη Deutsche Welle  που ακουγόταν και εδώ.

Χρόνια πολλά στην έρημη και άδεια μας πόλη μετά την εβδόμην απογευματινήν.

Χρόνια πολλά στους συμπολίτες μας που συνεργάστηκαν με τη χούντα, αναπαρήγαγαν τις αισχρές της τακτικές και μετά τη πτώση της παρουσιάστηκαν στην ναυπλιακή κοινωνία ως δήθεν αντιστασιακοί και επαναστάτες κερδίζοντας πόστα και θέσεις.

Χρόνια πολλά στη μπουάτ του Νότη του Χασάπη στο Ψαρομαχαλά και στο θράσος της να αναπαράγει μουσικές εξορίστων συνθετών. 

Χρόνια πολλά και στους ασφαλίτες και χαφιέδες που την παρακολουθούσαν εξ αποστάσεως μπας και κανάς αυτόχθονας πάρει τον κακό τον δρόμο και την επισκεφτεί.

Χρόνια πολλά στις δεκάδες "αξιοκρατικές" άδειες ταξί και λοιπές "εξυπηρετήσεις" που διαμοιράστηκαν σωρρηδόν σε όλους τους μη ψυχικά ασθενείς και μη εθνικώς παρεκλίνοντες συμπολίτες μας.

Χρόνια πολλά στη πάταξη της ανεργίας που ύστερα από πολλαπλές  προσπάθειες με τη γνωστή τεχνοκρατική μέθοδο της εξορίας, επιτεύχθηκε και στ’ Ανάπλι.

Χρόνια πολλά στα ελληνικά τσιμέντα, τους δεκάδες καινούριους δρόμους, τις αντιαισθητικές πολυκατοικίες και τις αντιαισθητικές ζωές. Δυστυχώς το έργο της επαναστάσεως διακόπηκε βιαίως και δημοκρατικώς με αποτέλεσμα να μην πραγματοποιηθεί ποτέ και το τεράστιο έργο της τσιμεντώσεως των υδάτων.

Χρόνια πολλά και στα αργολιδιώτικα αγροτικά χρέη που σβήστηκαν, αποδεικνύοντας άλλη μια φορά πως η δωροδοκία αποτελεί το αιώνιο εθνικό μας άθλημα και πως η σιωπή μας, περήφανη και ένδοξη, πληρώνεται πάντοτε ακριβά. Δεν είμαστε τυχαίοι λοιπόν.

Χρόνια πολλά στη παρανοική στρατιωτική διοίκηση και γραφειοκρατία που μέχρι και σήμερα, 46 χρόνια μετά την επανάσταση, μεγαλουργεί και λάμπει μέσα στο δημόσιο βίο ως η μοναδική μέθοδος απόδοσης ευθυνών με θεαματικά αποτελέσματα.

Τέλος, να στείλω και τις προσωπικές μου ευχές, τα ιδιαίτερα μου χρόνια πολλά στον χουντικό υπολοχαγό εκπαιδευτή μου μέσα στο στρατό. Να είναι καλά όπου και να βρίσκεται ο άνθρωπος, προφανώς κάπου θα γλεντάει και αυτός τώρα και  θα είναι πια τουλάχιστον λοχαγός, και θέλω να του πω πως δεν θα ξεχάσω ποτέ όλα τα χρήσιμα διδάγματά του για τη πατρίδα, το έθνος, το αίμα , την ανωτερότητα της στρατιωτικής διοίκησης και του πολέμου, την κατωτερότητα της δημοκρατίας και της ειρήνης, τον αφανισμό των εχθρών, τα αιματοκυλισμένα τους χωριά που ήταν, είναι και θα είναι δικά μας και τα τόσα άλλα ψαγμένα και πνευματώδη πράγματα που μου έμαθε, τα τόσο ελληνικά.

Νά ‘σαι καλά χουντικέ εκπαιδευτή. Η μεταδοτικότητά σου έπιασε τόπο. Το βαθύ πνεύμα σου μπόλιασε όπως φαίνεται για τα καλά τη σκέψη μου.

Να μη ξεχάσεις να πιεις σήμερα κι ένα ποτηράκι στην υγειά μου.

Χρόνια πολλά λοιπόν σ' εσένα και σε όλους τους γαμημένους ομοίους σου.



Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

Η συντηρητική γεωγραφία της πόλης

Ο Ναυπλιώτης κουράζεται εύκολα. Βαριέται.

Δεν φταίει αυτός. Φταίει το μέρος που ζει. Αυτό το προκαλεί. Η γεωγραφία όλων των άψυχων πραγμάτων που τον περικυκλώνουν. Τα άψυχα πράγματα είναι γύρω του αντιφατικά. Διογκώνουν το χρόνο των γεγονότων. Ακόμα καλύτερα σχεδόν τον παγώνουν.



Μέσα σε αυτό το χρονικό σαλιγκάριασμα, μέσα σε αυτό το pause, τα πάντα μεγενθύνονται εντός του αναπλιώτικου εγκεφάλου. Οι βόλτες, οι καφέδες, τα καλοκαίρια, οι χειμώνες, τα στέκια, οι καυγάδες, τα γλέντια, οι ψίθυροι, οι συνήθειες, τα κουτσομπολιά, τα πάντα. Έτσι αυτά τα πάντα, όσα συμβαίνουν ή όσο μπορούν να συμβούν, έτσι μεγενθυμένα που μοιάζουν, χορταίνονται γρήγορα. 

Μπορεί αργότερα, κάποια από όλα αυτά, στο μυαλό του καθένα, να γίνονται θρύλοι, μύθοι, απίστευτες ιστορίες να ζηλεύεις που δεν έζησες ή δεν άκουσες. Δεν παύουν όμως να ανήκουν στο παρελθόν, πεταμένα σε μια άκρη της ιστορίας και δε γίνεται να επιστρέψουν. 

Όλα γίνονται μικρές ιστορίες για να μη βαριέσαι, όταν βαριέσαι. 

Ποιά είναι όμως αυτή η ύπουλη γεωγραφία που παγώνει το χρόνο και το χώρο; Ποιά είναι αυτή η αόρατη γυάλα γύρω μας; Τα δικά μας τείχη που μας κάνουν την κάθε τωρινή ζωή γρήγορα βαρετή;

Καταρχήν είναι το λιμάνι της πόλης. Ακούς λιμάνι και ανοίγει η καρδιά σου. Φαντάζεσαι πλοία, ναυτικούς, τουρίστες, κίνηση, θόρυβο, εμπόρους και φωνές. Αλλά το δικό μας λιμάνι είναι κυρίως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων. Αδρανοποιημένο. Ας πούμε άχρηστο. Και όποιον άνθρωπο και να ρωτήσεις στο πλανήτη γη για ένα λιμάνι αδρανοποιημένο, θα σου απαντήσει ποιητικά και εύστοχα πως αυτό το λιμάνι που λες, μάλλον έχει αφημένους πολλούς ξέμπαρκους και ξεχασμένους που θα περιμένουν μάταια και για χρόνο πολύ κάποιο επόμενο φανταστικό δρομολόγιο πλοίου. Πίσω από ένα άχρηστο λιμάνι, ζουν μόνο ναυαγοί.  

Επίσης είναι και η θάλασσα. Μεγάλη θάλασσα. Η μισή και βάλε περίμετρος της πόλης βρέχεται από θάλασσα. Αφού οι Ναυπλιώτες στις μεγάλες τους τοπικιστικές επάρσεις καυχιούνται πως ζούνε σε νησί. Σχεδόν σε νησί, το διορθώνουν αργότερα. Η θάλασσα προσφέρει όμορφους περιπάτους, βολταδούρες, αγνάντεμα και ταξίδεμα του νου. Ιδανική για φευγάτους τύπους όπως οι νησιώτες. Οι Ζακυνθινοί ή οι Κερκυραίοι καλύτερα, που μοιάζουν λίγο και οι πόλεις μας. Η δική μας θάλασσα όμως είναι κλειστή. Όλο βουνά που θα έλεγε κι ο ποιητής. Θέλεις να ξεφύγεις αλλά δεν μπορείς. Θάλασσα έχεις, ορίζοντα δεν έχεις. 

Ακολουθεί η πέτρα. Ο τόπος είναι γεμάτος πέτρα. Υλικό όμορφο πολύ αλλά σκληρό, παλιό και πρωτόγονο. Ενίοτε βρεγμένο ή χορταριασμένο. Υλικό δυσκολοταξίδευτο, ακούνητο και αναλλοίωτο. 

Και τέλος, το θηρίο. Το ένα και μοναδικό Παλαμήδι. Να έχεις απο τη μία τη κλειστή θάλασσα χωρίς λιμάνι, να έχεις πάνω σου και μέσα σου ριζωμένη τη χορταριασμένη πέτρα και πίσω ακριβώς από κάθε σου κίνηση, πίσω απο κάθε σημείο της πόλης, να στέκει και να σε πλακώνει και η βαριά σκιά του κάστρου . Του μεσαιωνικού σου επιτηρητή. 

Κι έτσι το τώρα ζητιανεύει λίγη πίκρα απ' το χτες.