Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Ναυπλιώτες είστε κομπάρσοι

Το σύνθημα δεν είναι δικό μου. Ούτε φυσικά με εκφράζει σε καμία περίπτωση. Εγώ είμαι ένας αυτόχθων ιθαγενής, περήφανος, ψηλομύτης  και αρκετά σοβαροφανής για να μπορεί ένα τέτοιο τιποτένιο σλόγκαν να με αγγίξει έστω και ελάχιστα.

Το συνάντησα σ’ έναν από τους περιπάτους μου στην ακροναυπλία και συγκεκριμένα στο σημείο που βρίσκεται το ρολόι της πόλης. Εκεί μπορείτε να το συναντήσετε και εσείς. Με μεγάλα μαύρα γράμματα κυριεύει την αριστερή πλευρά του ρολογιού. «Ναυπλιώτες είστε κομπάρσοι».


Ποιός να το έγραψε άραγε; Μην είναι Αργείτης, κανάς Πρασάς κομπλεξικός; Μην είναι Τσιμεντόβλακας Αρκουδιαρέος;  Μην είναι κατσίβλαχος από τα πέριξ που του φάγαμε τη γκόμενα; Ή μήπως είναι κανα δικό μας παιδί ντόπιο που πήρε το στραβό το δρόμο και δεν έχει καταλάβει ακόμη πόσο γαμάτη και γκλαμουράτη φυλή είμαστε εμείς οι Ναυπλιώτες;

Και τί θέλει να πεί ακριβώς δεν μπορώ να καταλάβω. Κομπάρσοι, γιατί κομπάρσοι;

Μήπως επειδή τα τελευταία χρόνια έχουμε γίνει αμιγώς τουριστική πόλη και οι επισκέπτες μας μας βλέπουν μόνο σαν ιθαγενείς φραγκοφονιάδες; Όπως ακριβώς τους κατοίκους της Μυκόνου, της Αράχωβας και άλλων τουριστικών τόπων που δεν παρατηρεί κανένας και ποτέ τον ντόπιο πληθυσμό;

Μήπως γιατί δεν υπάρχει καμία νεωτερική διάθεση στη πόλη; Καμία απολύτως πρόοδος και πνεύμα αλλαγής; Επειδή είμαστε πιθηκοειδή μιμητές ξενόφερτων συνηθειών και συμπεριφορών χωρίς καμία απολύτως τοπική ταυτότητα και σεβασμό στην ιστορία μας; Μήπως δεν γνωρίζουμε αυτή τη δόλια  ιστορία;

Μήπως γιατί οι πολιτικοί μας ταγοί, που εκλέγουμε εμείς,  δεν έχουν πιά καμία απολύτως πολιτική σκέψη και αναλώνονται σε εσωτερικές διαμάχες, κινήσεις εντυπωσιασμού, δημόσιες σχέσεις και επικοινωνιακές μαλακίες χωρίς πολιτική ουσία;

Μήπως γιατί δεν εκλέγουμε πλέον κανέναν βουλευτή Ναυπλιώτη και είμαστε οι μαλάκες της Αργολίδας;

Ή μήπως το σύνθημα εννοεί πως οι Ναυπλιώτες είμαστε πια μια ελάχιστη ρομαντική μειοψηφία μέσα στην όμορφη και γλυκειά μας πατρίδα που κυριεύθηκε από τσοπανόβλαχους των πέριξ χωριών και του μεγάλου χωριού των Αθηνών;

Πολλές οι ερωτήσεις και οι θεωρίες που θα μπορούσε να διατυπώσει κάποιος αλλά στο τέλος μου φαίνεται πως όπως σε κάθε έργο, θα παραμείνουν άγνωσται αι βουλαί του ανωνύμου καλλιτέχνη που τόλμησε θρασύτατα να μας προσβάλλει στη κορυφή της ένδοξης μας ιστορίας, μουτζουρώνοντας και αντιαισθητικώς το μνημείο του ιστορικού μας ρολογιού.

Ο άξεστος! 

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Η αίσθηση των χρωμάτων

Σύμφωνα λοιπόν με πρόσφατες ανακαλύψεις βιολόγων όλου του κόσμου,  ο ανθρώπινος χαρακτήρας, οι συμπεριφορές και οι δεξιότητες ενός ατόμου εξαρτώνται από δύο και μόνο βασικούς παράγοντες. 



Τα γονίδια του, που υποδεικνύουν όλες του τις προδιαθέσεις αλλά κυριώς και βασικώς το περιβάλλον που μεγαλώνει, ζει και συνηθίζει. Το περιβάλλον είναι ο καταλυτικός παράγοντας για την ανθρώπινη διαμόρφωση και αυτό συμβαίνει είτε συνειδητά  είτε ασυνείδητα. Το περιβάλλον και συμπερασματικώς ο τρόπος ζωής του ατόμου καθορίζει ποιά γονίδια μπορούν να αναπτύξουν τις προδιαθέσεις τους, ποιά να σιωπήσουν για πάντα και ποιά να μεταλλαχθούν σε κάτι τελείως διαφορετικό από το αρχικό τους πλάνο.

Και σκέφτομαι σύντροφοι ιθαγενείς. Πόσο ευτυχισμένοι πρέπει να νιώθουμε  εμείς οι Ναυπλιείς ζώντας και μεγαλώνοντας σε ένα τόσο όμορφο μέρος. Ξέρω. Ώρες ώρες, μοιάζει με μια μίζερη, χλιαρή σούπα που αναγκαστικά πρέπει να φάμε σαν να είμαστε άρρωστοι. Μυρίζει και λιγουλάκι μούχλα μερικές φορές αλλά  παρόλα αυτά δεν παύει να είναι ένας τόπος εξαιρετικής ομορφιάς, υψηλής αισθητικής κι αρχιτεκτονικής, πλούσιος σε φυσικά και τεχνητά χρώματα.

Καθείς από μας τους αυτόχθονες, έχει μεγαλώσει σε αυτό το περιβάλλον, σε αυτόν τον γλυκό παράδεισο χρωμάτων κι αναμνήσεων, μέσα σε σούρουπα και δειλινά, περπατήματα, ηλιόλουστα νερά και πέτρινα γρασίδια και είτε το ξέρει είτε όχι, έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερη ευφυία στην αναγνώριση και την αίσθηση όλων των χρωμάτων. Τα χρώματα, έχουν παίξει κυρίαρχο ρόλο στη  διαμόρφωση του.

Όπως το χρώμα της πέτρας. 

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Η τάξη είναι αρετή των μετριοτήτων

Σε ένα από τα γνωστά κείμενα του με τίτλο «Που με βιά μετράει τη γη», ο συγγραφέας και διαννοούμενος Νίκος Δήμου είχε πει πως πρέπει να προσέχουμε καλά τους αναρχικούς γιατί είναι το θερμόμετρο της κοινωνίας. Όταν αγανακτούν σημαίνει πως «η νόμιμη» βία έχει ξεπεράσει τα όρια επιφυλακής.



Τί να πεί όμως για θερμόμετρο, αγανάκτηση και όρια επιφυλακής  το δόλιο και δύστυχο Ναπλάκι μας που έχει την ατυχία να μη φιλοξενεί στους υπερπροοδευτικούς κύκλους του ούτε μισό αναρχικό. Φανερό τουλάχιστον ή κοινωνικά ενεργό. Τώρα αν θεωρούν κάποιοι ως αναρχικούς κάτι πιτσιρικάδες τρεντοπάνκηδες που το μόνο που κάνουν είναι να σπάνε καμιά λάμπα στο γύρο της Αρβανιτιάς, να τσαμπουκαλεύονται σε καταστήματα και να βάφουν ηλιθιωδώς την ακροναυπλία, το φάρο και διάφορα νεοκλασικά κτίρια με το χαρακτηριστικό αλφάδι τους και τα αντιγραμμένα συνθήματα των Αθηνών, ευτυχώς για μένα και τη  νοημοσύνη μου, δεν εννοώ αυτούς. Εννοώ όλους αυτούς που οργανώνονται σε συλλογικότητες, δημιουργούν ελεύθερους κοινωνικούς χώρους, καλλιτεχνικά δρώμενα και δίκτυα αλληλεγγύης  και αγωνίζονται για ένα κόσμο με περισσότερη παιδεία, ελευθερία και δημοκρατία.

Ε λοιπόν τέτοιους δυστυχώς δεν έχουμε. Και επειδή δεν έχουμε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κυρίου Δήμου, δεν έχουμε ένα θερμόμετρο, ένα κοντέρ που να μας δείχνει τα όρια της δικής μας ναυπλιώτικης καταπίεσης και βίας, πολιτικής, κοινωνικής και ψυχολογικής. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που νιώθουμε που και που, ζώντας και βολτάροντας σε αυτήν την κατά τα άλλα πανέμορφη πόλη, το κεφάλι μας να γεμίζει βρύα και λειχήνες και στα πόδια μας να φυτρώνουν μούχλες και αυτοφυή μανιτάρια. Ενίοτε και φύκια. Αυτός είναι ο λόγος που ουσιαστικά στη πόλη δεν συμβαίνει ποτέ τίποτα το ξεχωριστό και το ιδιαίτερο. Που είμαστε όλοι ντυμένοι με την ίδια αστική βαρεμάρα, που συνηθίζουμε τις ίδιες και τις ίδιες τυπικές χαιρετούρες αναμετάξυ μας, που είμαστε πάντοτε καλά όταν μιλάμε με γνωστούς ή τουλάχιστον το παλεύουμε και έχει ο Θεός. Που χαιρετάμε με το μισό χαμόγελο της αμηχανίας και του αναγκασμού και που μας ενδιαφέρει περισσότερο τι κάνει ο γείτονας παρά τα χάλια μας.

Γιατί όλα αυτά όμως;

Γιατί το χάος γεννάει την τάξη. Η τάξη είναι αρετή των μετριοτήτων.

Φρειδερίκος Νίτσε.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Το γαμημένα όμορφο Ναπλάκι μας

Έφτασε επιτέλους η ώρα σύντροφοι ιθαγενείς, που απομείναμε μονάχοι μας σε αυτή τη ζωή. Εμείς οι μονάχοι, οι ατούριστοι κι ανεπίσκεπτοι,  και μπροστά μας το πρώτο του χρόνου ολόδικό μας σαββατοκύριακο.



Με λιγοστά λεφτά στη τσέπη, κυρίως κέρματα, ένεκα εορτών, δώρων, μειωμένων μισθών, απλήρωτων εργασιών, απολύσεων, ακάλυπτων επιταγών, χρεών και  λιγοστών μπουρμπουάρ των φετινών μας Χριστουγεννιάτικων Αθηνανθρώπων, με σφιγμένα συναισθήματα, άγχη, τρεχάματα, λογαριασμούς, υποχρεώσεις, θλίψεις και καταθλίψεις  αλλά τουλάχιστον με περιουσία ολότελα δική μας, τη πόλης μας. Το γαμημένα όμορφο Ναπλάκι μας.

Ευκαιρία λοιπόν, από τις λίγες του χρόνου, να ξανακατακτήσουμε τη πόλη μας. Να τη βολτάρουμε, να την ποδηλατίσουμε, να τη περπατήσουμε και να τη γουστάρουμε όσο προλαβαίνουμε. Πριν να έρθει ξανά η κακούργα Δευτέρα και μας χώσει ξανά στο τρυπάκι του υγιούς ανταγωνισμού και της αειφόρου ανάπτυξης του κεφαλαίου. Στο κυνήγι του χρήματος και της αθηναιομιμητικής μας αποξένωσης.

Ας προσποιηθούμε λοιπόν πως δεν κάνει κρύο και τα χρήματά φτάνουν και περισσεύουν για έναν πολύωρο καφέ με τους φίλους στα ζεστά στέκια μας. Ας προσποιηθούμε πως έχουμε ακόμη στέκια. Ας χαιρετήσουμε γνωστούς κι αγνώστους στο δρόμο,  χωρίς τα πατροπαράδοτα κόμπλεξ ανωτερότητας και κατωτερότητας που μας κατατρέχουν και ας νιώσουμε επιτέλους κοινότητα αγαπημένη, ζωντανή κι αλληλέγγυα.

Και επιτέλους, επιτέλους ας εξομολογηθούμε όλα μας τα προβλήματα σε αυτούς που αγαπάμε γιατί αν δεν το κάνουμε τώρα σύντροφοι, τώρα που θα μείνουμε για λίγο  διάστημα μόνοι, έρμοι και παγωμένοι, τα προβλήματα θα μεταμορφωθούν ξανά σε  χιόνι και πάγο. Και μετά, η μόνη μας ελπίδα θα είναι και πάλι η μακρινή άνοιξη.

Γαμώ τη πουτάνα μου γαμώ, στο Ναύπλιο ζούμε! Πόσο καλύτερα να μας συμπεριφερόταν η ζωή;