Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

Αnd a happy new fear in Nafplio

Η πόλη του Ναυπλίου είχε στην ιστορία της πολλούς τρελούς. Δεκάδες ίσως εκατοντάδες. Μέχρι πρόσφατα. Αν ρωτήσεις οποιονδήποτε παλιοναυπλιώτη, παλιοπρονοιώτη και παλιοσυνοικισμιώτη θα έχει να σου καταμετρήσει δεκάδες τρελούς με χιλιάδες ιστορίες να του συνοδεύουν την μνήμη.

Τα αίτια αυτού του παράδοξου φαινομένου φαντάζομαι θα είναι πολλαπλά και σύνθετα. Ιστορικά, γεωγραφικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά αλλά κυρίως ψυχολογικά.

Τα ψυχολογικά πέρα από αυτά που στηρίζονται σε οικογενειακές ιστορίες επαρχιακής τρέλας, είμαι σίγουρος πως αφορούν την όλη πίεση που σου ασκεί η πόλη. Η μικρή κοινωνία, οι περιορισμένες δυνατότητες κι επιλογές, οι εξαναγκαστικές κοινωνικές συμβάσεις, οι συμβάσεις γενικώς, οι προκαταλήψεις, οι δεισιδαιμονίες, οι φήμες, οι ψίθυροι, οι μικροεγωισμοί, η συντηρητική γεωγραφία και αρχιτεκτονική και πολλά άλλα.

Σήμερα όμως γιατί δεν έχουμε τρελούς; Τουλάχιστον φανερούς;

Μήπως γιατί εξαλείψαμε ή μειώσαμε όλα τα αίτια που τους γεννούν; Μια ανάγνωση είναι και αυτή.

Μια άλλη λέει πως οι τρελοί δεν χάθηκαν αλλά αντιθέτως εξαπλώθηκαν. Τρελοί είμαστε πλέον όλοι μας. Έχουμε χάσει τα μυαλά μας, χάσαμε τα αυγά και τα πασχάλια, χάσαμε την πυξίδα μας και δεν ξέρουμε κυρίως και βασικώς να φτιάχνουμε άλλη.

Έτσι η τρέλα σταμάτησε να είναι προνόμιο λίγων και τυχερών και εξαπλώθηκε μέσα σε όλους τους αυτόχθονες ιθαγενείς.

Μόνο που η δική μας η τρέλα, σε αντίθεση με τους φιλτάτους και τρισχαριτωμένους τρελούς της σύγχρονης μας ιστορίας,  δεν εξωτερικεύεται. Δεν γίνεται φανερή. Δεν παρουσιάζεται στο πλατύ κοινό της πόλης. Δεν αποτελεί αντικείμενο λαογραφικής παράστασης και λαικού θεάματος παρά  κρύβεται ύπουλα μέσα σε δωμάτια και μυαλά. Θάβεται κάτω από το χαλάκι της εξώπορτας που κανένας δεν του δίνει πια σημασία γιατί είναι κοινό. Και ό,τι είναι κοινό, ό,τι δεν είναι αποκλειστικά δικό μας, δεν μας ενδιαφέρει.

Το αγνοούμε, το πουλάμε, το μουντζουρώνουμε, το φτύνουμε, το χέζουμε, το κατουράμε γιατί πολύ απλά δεν είναι δικό μας.

Έτσι λειτουργούμε μόνο με βάση την κούτρα μας. Ό,τι κατεβάσει η κεφάλα μας. Βλέπεις μόνο αυτή είναι αποκλειστικά δικιά μας.

Και επειδή μία κεφάλα μόνο έχουμε ας μην ξεχάσουμε και φέτος τα χριστούγεννα να κλείσουμε όλοι τα κουδούνια μας για να μην μας ξυπνήσουν τα πιτσιρίκια που λένε τα κάλαντα. Χρόνο με το χρόνο γίνονται, δόξα τω Θεώ, όλο και λιγότερα και επίσης γλιτώνουμε κι από τα ενοχλητικά γυφτάκια. Και το πιο σημαντικό πράγμα της ζωής μας. Τα λεφτά. Γλιτώνουμε μπόλικα λεφτά.

Έτσι η προόδος καλπάζει μαζί και η θεία παραφροσύνη μας.

Και του χρόνου!




Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Ναύπλιο, η πόλη του Έρωτα

Τελικά πηδιόμαστε ικανοποιητικώς οι αυτόχθονες ιθαγενείς; Ιδού η απορία.

Ας μου συγχωρήσετε το χοντροκομμένο της διατυπώσεως αλλά το κείμενο δεν αναφέρεται προφανώς στην ρομαντική πλευρά της πόλης, στα γραφικά σοκάκια της, στα χαριτωμένα χεράκια που πιάνονται και πάνε βόλτα  ούτε στις τρυφερές αγκαλίτσες των ερωτευμένων. Σε αυτά είμαστε αδιαμφισβήτητα πρωταθλητές. Έχουμε πάρει και βραβείο άλλωστε. Ναύπλιο, ο πιο ρομαντικός προορισμός της Ελλάδας, έτος 2000 και κάτι. Βραβείο «Φιλοξένια» για τους ανιστόρητους.

Το κείμενο όμως αυτό θα αγνοήσει παντελώς τον όποιο ρομαντισμό εκπέμπει η πόλη, θα παραβλέψει ολοκληρωτικά την ποιητική της διάσταση και θα επικεντρωθεί αποκλειστικά κι απόλυτα στην ικανοποίηση των αρχέγονων και ζωωδών αναγκών των αυτοχθόνων ιθαγενών που από όλες τις σύγχρονες έρευνες θεωρείται βασικός παράγοντας ψυχικής ισσοροπίας και φυσικά ευτυχίας.

Για να επανέλθουμε. Πηδιόμαστε ικανοποιητικώς οι αυτόχθονες ιθαγενείς; Ιδού η απορία. Για να απαντήσουμε σε αυτό το καίριο ερώτημα θα πρέπει να κάνουμε πολλές στάσεις, αν με εννοάτε. Χρειαζόμαστε μπόλικο στατιστικό δείγμα.

Στάση πρώτη λοιπόν. Έξω από τα πάσης φύσεως φροντιστήρια και σχολεία της πόλης. Σε ένα βασικό μέρος καθημερινής εμφάνισης της αυτόχθονης οικογένειας. Αυτόχθονη οικογένεια που παρεπιμπτόντως αναφέρω πως είναι η πλειοψηφούσα δύναμη της πόλης. Οπότε το δείγμα μας θα είναι δυνατό.

Είναι δε η πλειοψηφούσα δύναμη, καθώς το Ναύπλιο είναι μικρή πόλη, γραφική, πρακτική, με ποιότητα χρόνου, με άνετες αποστάσεις, κατάλληλη για μεγάλωμα παιδιών και άλλες τέτοιες μαλακίες-δικαιολογίες που μας κράτησαν τελικά όλους εδώ, με αποτέλεσμα η οικογένεια να είναι και το κυρίαρχο κοινωνικό συστατικό μας. Πέρα δε αυτού, τίποτα.

Αυτό που μας ενδιαφέρει βεβαίως σήμερα εδώ δεν είναι το ψυχογράφημα της αυτόχθονης οικογένειας αλλά μόνο η σεξουαλική της δράση. Η οποία σε πρώτη ματιά, φαντάζει ανύπαρκτη. Μπαμπάδες νευρικοί, να κοιτάνε με λοξές ματιές και με μια αγγαρεία ζωγραφισμένη στη φάτσα, μαμάδες γκρινιάρες, με το βλέμμα του ανελέητου κουτσομπολιού, να στήνουν πηγαδάκια και να περνάνε κόσκινο ό,τι κινείται ή τρώγεται και όλα αυτά βεβαίως μέχρι να τελειώσει το παιδί. Μετά ακούς νεύρα, φωνές, κορναρίσματα, τσακωμούς, στριγκλιές πάνω σε μικρά παιδάκια και πάσης φύσεως ψυχονευρωτικά μέχρι να γίνουν οι πάντες καπνός.

Κάποιος δεν εκτονώνεται ικανοποιητικά νομίζω. Αλλά δεν είμαι ακόμη σίγουρος.

Εκεί που σιγουρεύομαι και δένει το γλυκό είναι στη παραλία της πόλης. Εκεί, εκ της ασφαλούς και υπερπολύτιμης απόστασης του φάρου, μπορείς να αγναντέψεις την αυτόχθονη οικογένεια χωρίς να σε πάρει κανείς χαμπάρι. Και μάλιστα τη συναντάς συχνά χωρίς την συνοδεία του παιδιού. Χωρίς δηλαδή αυτόν τον αστάθμητο παράγοντα που σου προκαλεί αβεβαιότητα. Οι δυό τους. Μόνο το ζευγάρι. Τί βλέπεις όμως;

Απόσταση. Νούμερο ένα χαρακτηριστικό της αυτόχθονης μικροαστικής οικογένειας. Αυτό που λέμε τυπικής οικογένειας. Ο άνδρας διατηρεί πάντοτε μια απόσταση από την γυναίκα κατά την διάρκεια της βολταδούρας. Το ίδιο και η γυναίκα. Δεν αγγίζονται. Μόνο μιλάνε ή περπατάνε βουβοί και βαριεστημένοι. Αν μιλάνε, μιλάει μόνο ο άντρας συνήθως και η γυναίκα θα ακούει τον μαλάκα που της δικαιολογεί τα λάθη του. No sex, no party επομένως σύντροφοι. Τουλάχιστον αναμετάξυ τους.

Στάση Τρίτη. Τα καφέ και τα μπαρ της περιοχής. Εκεί που μαζεύεται ο νέος κόσμος, ο γεμάτος ζωντάνια, ο γεμάτος όνειρα, ενέργεια, αισθήματα και τα λοιπά και τα λοιπά και τα λοιπά. Παρέες ανδρών από τη μία, παρέες γυναικών από την άλλη. Μαγαζιά μόνο με άντρες εδώ, μαγαζιά μόνο με γυναίκες εκεί. Ακόμα και όταν αναμειχθούν αυτές οι παρέες επικρατεί πάντοτε και παντού και εκατέρωθεν ο παραδοσιακός ναυπλιώτικος χορός της Πόζας. Έτσι οι περισσότεροι δυστυχώς δεν θα καταφέρουν μέχρι το τέλος της νύχτας να βυθιστούν στον βούρκο της ακολασίας αν και το επιθυμούν διακαώς. Και για πολλές παρόμοιες νύχτες ακόμη δεν θα το καταφέρουν. 

Στάση τέταρτη. Τα θορυβώδη παπάκια και αυτοκίνητα των αντρών που κατακλύζουν τους δρόμους μας και ο σαββατιάτικος σημαιοστολισμός εθνικής επετείου των γυναικών που σκεπάζει τα σοκάκια μας είναι δείγματα μεγάλης αγαμίας. Επιικίνδυνης και κυρίως αντιαισθητικής. Ας το παραδεχτούμε επιτέλους.

Στάση πέμπτη και τελειωτική. Δεν έχουμε μπουρδέλο σύντροφοι. Το καταλαβαίνετε; Τουλάχιστον επίσημο. Για να ικανοποιήσει κάποιος χριστιανός τις ορμές του σε μέρες δύσκολες και ψιλογκαντέμικες πρέπει να εισχωρήσει στον κόσμο του περιθωρίου. Δεν μπορεί σαν άνθρωπος, απλά και ήσυχα,  να δώσει τα λεφτάκια του στην αρχαιότερη επαγγελματία του πλανήτη. Όχι. Είναι ντροπή. Είναι όνειδος. Εϊναι αίσχος. Ας κυλιστεί καλύτερα στο βούρκο της νύχτας και του υποκόσμου προκειμένου να γαμήσει παρά να έχουμε τέτοιο ψεγάδι στη κοινωνία μας.

Οπότε μάλλον σύντροφοι δεν φαίνεται να πηδιόμαστε ικανοποιητικώς. Και στην τελική καλά κάνουμε.  Συντηρητική κοινωνία είμαστε, με χρηστά ήθη και έθιμα, έτσι γουστάρουμε, έτσι κάνουμε.

Ας είναι καλά οι χειρωνακτικές εργασίες και τα παράνομα ζευγαράκια των Αθηνών που μας ταίζουνε. Μας δίνουν και τιμητικούς τίτλους ενίοτε.





Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Όνειρο ήτανε…

Ήταν Παρασκευή μετά το μεσάνυχτο. Ο αυτόχθων ιθαγενής Κ. αφού είχε περάσει άλλη μια μέρα μέσα στην αυτόχθονή του καθημερινότητα, έπεσε κατάκοπος για ύπνο. Το κρεβάτι του έβλεπε λιμάνι και το στρώμα του τον βύθιζε όλο και περισσότερο στον κόσμο του ονείρου. Είδε πως ξύπνησε και βγήκε στο μπαλκόνι του για πρωινό καφεδάκο και αγνάντεμα της θάλασσας. Δεν την είδε όμως. Μπροστά του απλώνονταν τείχη σιδερένια, ψηλά κάγκελα και το λιμάνι το σκέπαζαν τεράστια κρουαζιερόπλοια που άφηναν διαρκώς τουρίστες. Κόσμος πολύς. Πότε συνέβησαν όλα αυτά, σκέφτηκε μέσα στην ονειρική του δίνη.

 Κουτόφραγκοι με πορτοφόλια γεμάτα έτρεχαν δώθε κείθε και αγόραζαν ό,τι μπορούσαν. Παγωτά, καφέδες, τσιγάρα, τραπέζια, καρέκλες, κτίρια, σπίτια, αισθητικές, συνήθειες, τα πάντα. Επικρατούσε αναβρασμός. Τα μεγάφωνα του λιμανιού μιλούσαν όλες τις γλώσσες της οικουμένης ενώ μπατίρηδες ιθαγενείς με πρόσωπα βρώμικα ζητιάνευαν λίγο πιο έξω από τα κάγκελα, μόνο εκεί τους άφηνε η τοπική αστυνομία, και ζητούσαν γονυπετείς ένα κομμάτι ψωμί. Μερικοί φιλέλληνες κουτόφραγκοι τους έδιναν και τα πρόσωπά τους γέμιζαν χριστιανική αγαλλίαση.

Ο αυτόχθων Κ. δεν άντεξε. Άρχισε να βαριανασαίνει στενάχωρα. Φόρεσε ότι πιο πρόχειρο είχε και βγήκε έξω για να βρει διέξοδο ηρεμίας στην βολταδούρα του Φάρου. Δυστυχώς ούτε εκεί την βρήκε. Στον δρόμο τον κοιτούσαν όλοι υποτιμητικά για τα ευτελή του ρούχα. Κουτόφραγκοι, πλούσιοι Τσιμεντόβλαχοι και Νεοαστοί Βλάχοι τον έβλεπαν σαν τιποτένιο σκατό. Σαν καθυστερημένο πληβείο. Φτάνοντας στο Πί αντίκρυσε μια ουρά μεγαλοπρεπών σκαφών ενώ η δημοτική αστυνομία μπουζούριαζε στην σειρά μερικούς ψαράδες που ενοχλούσαν το προσάραγμα των πλοίων. Από το Μπούρτζι έβγαιναν βεγγαλικά. Μια πλούσια κυρία το είχε κλείσει για το διήμερο πάρτυ γενεθλίων της κόρης της που θα αραβωνιαζόταν κιόλας την άλλη εβδομάδα ένα πολύ καλό παιδί, γόνο γερμανών αριστοκρατών.

Πανικόβλητος και μέσα στο αγχώδες και αργό τρέξιμο του ονείρου ο αυτόχθων Κ. με όσες δυνάμεις του έδινε το ιθαγενές υποσυνείδητό του κατευθύνθηκε προς τον Φάρο για να βρεί αυτήν την έρμη πρωινή ησυχία της πόλης που θυμόταν. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Στο ύψος του Ακταίον είχε μαζευτεί κόσμος, άλλος και πολύς, και του έκλεινε τον δρόμο. Κάμερες, δημοσιογράφοι, οπερατέρ, γυναίκες που κρατούσαν λουλούδια ντυμένες την τελευταία λέξη της μόδας, άλλες που τσίριζαν από ενθουσιασμό, άντρες σοβαροί με επίσημο ύφος, δήμαρχοι, σύμβουλοι, παράγοντες και φυστικάδες για το μεροκάματο. Περίμεναν όλοι τον γιό του βασιλιά που θα έσκαγε από ώρα σε ώρα με το ιστιοπλοικό του και όλη του την κουστωδία.

Σκέφτηκε για καταφύγιο την Ακροναυπλία ή τον γύρο της Αρβανιτιάς αλλά αμέσως θυμήθηκε πως ήταν κλεισμένες από μια μεγάλη αμερικάνικη εταιρεία κινηματογραφικών παραγωγών. Γύριζαν εδώ και μέρες μια μαφιόζικη κωμωδία με πρωταγωνιστές τον Zach Galifianakis και την Nia Vardalos. Είχαν χτίσει και μια χολυγουντιανή βίλα κοντά στο σημείο του Φάσου (μπαλκόνι για τους αλλόθρησκους) ενώ ο δρόμος της Αρβανιτιάς λειτουργούσε σκηνογραφικά ως μονοπάτι για το σπίτι του μεγαλομαφιόζου.

Να πάει να πέσει από το Παλαμήδι; Σκέφτηκε. Δεν μπορούσε. Το είχαν κάνει φυλακή για μικροοφειλέτες του Δημοσίου και η φύλαξη ήταν ισχυρή.

Ο αυτόχθων Κ. τελικά απελπίστηκε. Με αργό βήμα πήρε τον δρόμο για το σπίτι. Στην Αμαλίας συνάντησε έναν περιφερόμενο θίασο διαδηλωτών που φώναζαν εναντίον της κυβέρνησης και των νέων μέτρων που πρόκειται να ψηφιστούν. Τους χαιρέτησε από απόσταση αλλά αυτοί δεν τον είδαν. Μόνο το δρόμο έβλεπαν.

Κουρασμένος και γεμάτος θλίψη επέστεψε σπίτι. Έκλεισε πόρτες, παράθυρα και μια μαύρη σιωπή απλώθηκε στον χρόνο του. Πήρε αγκαλιά την αγαπημένη του φωτογραφία κι αποκοιμήθηκε.  



Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Η Φάρσα των δημοτικών εκλογών

 Μια κλασική πρωτοχειμωνιάτικη εβδομάδα στον Δήμο Ναυπλιέων.

Στον Δήμο που σε λίγους μήνες, ακολουθώντας τους νόμους και τους κανόνες του κρατιδίου των Αθηνών, θα κληθεί να εκλέξει τους νέους του δημοτικούς άρχοντες. Τους εξ’ αναθέσεως αφέντες των δικαιωμάτων αλλά και των υποχρεώσεών του. Γιατί η δημοκρατία είναι περισσότερο υποχρέωση παρά δικαίωμα. Ας το θυμόμαστε καμιά φορά.

Η πόλη αλλά και η ευρύτερη περιοχή ενδέχεται να ζήσει μεγάλες στιγμές. Η μάχη θα είναι σκληρή. Οι τυπικές χαιρετούρες, οι γλοιώδεις συναντήσεις, τα ψεύτικα χαμόγελα, τα μεγάλα λόγια, τα πληρωμένα δημοσιεύματα, τα απόκρυφα κουτσομπολιά, τα δεκάδες ανώνυμα ιστολόγια, τα μακρόπνοα  οράματα, τα κομματόσκυλα, οι κολλημένες ιδεολογίες, η αγάπη για την πόλη και τους ανθρώπους της, οι χαρούμενες φωτογραφίες των οικογενειών των υποψηφίων, τα πάθη για ένα μέλλον διαφορετικό, σύγχρονο, πρωτοπόρο και χιλιάδες άλλες παρόμοιες μαλακίες και παπαριές θα κατακλύσουν την περιοχή της Ναυπλίας από το ένα άκρο ως το άλλο και θα στήσουν μεγαλοπρεπώς το παραδοσιακό τσίρκο των δημοτικών εκλογών. Την μεγάλη φάρσα της αυτόχθονης δημοκρατίας.

Σε αυτές τις δημοτικές εκλογές, το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων, για να μην πω όλο και παρεξηγηθώ, δεν γνωρίζει τα όρια του Δήμου του. Δεν γνωρίζει ποιες περιοχές, ποια χωριά, ποιες στάνες και ραχούλες είναι συμπολίτες του. Το φαινόμενο παρατηρείται κυρίως στους κατοίκους της πρωτεύουσας, ένας εκ των οποίων είναι και ο γράφων. Πραγματικά πιστεύω πως αν έκανα ένα γκάλοπ στο δρόμο μεταξύ των αυτοχθόνων ιθαγενών, ελάχιστοι θα γνώριζαν όλα τα χωριά και τις κοινότητες που αποτελούν το Δήμο τους.

Οι Ναυπλιώτες προφανώς αδιαφορούν, περί αλλού τυρβάζουν, γι αυτό δεν παίζουν πια και καθοριστικό παράγοντα στα τελικά αποτελέσματα. Γενικώς οι Ναυπλιώτες πλέον δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο πουθενά.  Οι δε χωριάται χαίρονται γιατί εκτός της αισθητικής, οικονομικής και πολιτικής πια  επιβολής τους στα κοινά της πόλης,  για πρώτη φορά στη ζωή τους μπορούν ελεύθερα και χωρίς ντροπή να πούν σε κάποιον κόσμο εκτός περιοχής πως κατάγονται από το Ναύπλιο. Ήρθε η ώρα τους λοιπόν και αυτοί να το παίξουν πρωτοπρωτευουσιάνοι και αστοί. Να συνεχίσουν την μακρά παράδοση της πόλης στην ψευτοαριστοκρατία και τον δηθενισμό για να συνεχιστεί ομαλώς ο κύκλος της ιστορίας που διαρκώς επαναλαμβάνεται.

Αλλά μη με πείτε κακό με τους έρμους τους χωριάτες. Κατά βάθος τους λυπάμαι και το ξέρετε. Εκμεταλλεύτηκαν την χαρά τους, την ανακούφιση από το κόμπλεξ που μόνοι τους τόσα χρόνια δημιουργούσαν, και με αυτό τον τρόπο, με αυτόν τον αποπροσανατολισμό, τους πήραν τις κοινότητες μέσα από τα χέρια τους. Οι χωριάτες δεν είναι πια κυρίαρχοι του τόπου τους και ας το παίζουν κουμανταδόροι σε ξένα χωράφια (βλέπε Ναύπλιο). Αυτό είναι το δόλωμα που τσίμπισαν απερίσκεπτα.  Γιατί η κεντρική διοίκηση που αποφασίζει γι’ αυτούς, χωρίς αυτούς, βρίσκεται πολλά λίτρα βενζίνης μακριά και δε συμφέρει. Η δε τοπική τους κοινότητα δεν υφίσταται πια ούτε νομικά αλλά ούτε και πραγματικά.

Επίσης, σε αυτές τις δημοτικές εκλογές, το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων, για να μην πω όλο και παρεξηγηθώ, δεν γνωρίζει για ποιους λόγους ψηφίζει. Δεν γνωρίζει δηλαδή τις αρμοδιότητες, τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες ενός Δήμου. Θα ρίξει δηλαδή την ψήφο του στον κουμπάρο, τον κολλητό, αυτόν που τον έφτιαξε με κάποιο τρόπο ή του υπόσχεται πως θα τον φτιάξει αλλά δεν ξέρει σε τι πράγματα θα είναι υπεύθυνος αυτός. Απλά θα τον ψηφίσει. Το μυαλό του θα φτάσει μέχρι την συγκομιδή των σκουπιδιών, καμιά λάμπα στο δρόμο και μια εκδήλωση πολιστικού ενδιαφέροντος με βιολοτσέλα και κλαπατσίμπανα. Και φυσικά στο βόλεμα. Ως εκεί. Παραπέρα δεν κόβει το ξερό του και ούτε πρόκειται να κόψει ποτέ.

Τέλος και πιο σημαντικώς, σε αυτές τις δημοτικές εκλογές, όπως προμηνύουν οι δυσάρεστοι οιωνοί, δεν θα κατέβουν καθόλου παρέες Δεν θα κατέβουν καθόλου νέοι άνθρωποι. Κάποια νεαρά ρομποτοειδή του κομματικού σωλήνα και της πολιτικής κενότητας φυσικά και δεν πιάνονται.  

Θα κατέβουν μόνο καριερίστες, στελέχη, παράγοντες, τσιφλικάδες, μπέηδες, μικροαστοί, ανθρωπόμορφα κομματόσκυλα και  ιδεοληπτικά ζόμπι.

Εν κατακλείδι…

Σε αυτές τις δημοτικές εκλογές, «η πόλις», με όλη την σημασία του όρου της λέξης, θα απουσιάζει ολοκληρωτικώς και επ’αόριστον.

Γιατί όχι φάρσα επομένως αγαπημένοι μου αυτόχθονες ιθαγενείς;





Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Τα πιτσιρίκια της πλατείας Φιλελλήνων

Την πλατεία Φιλελλήνων δεν την συμπάθησα ποτέ μου. Κυρίως την τελευταία της όψη, την Τσουρνική. Δεν ξέρω πόσοι θα το θυμούνται αλλά «η Φιλλελήνων» δεν ήταν πάντοτε μια τόσο μεγάλη και απλωτή πλατεία.

Όταν γεννήθηκα και δώθε, θυμάμαι το μεγαλύτερο μέρος της να είναι δρόμος και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων.

Ύστερα, ανέλαβε την διοίκηση του Δήμου ο κύριος Τσούρνος, ο εξ Αρκαδίας ορμώμενος δήμαρχος, και συνηθισμένος από τους κάμπους και τις ραχούλες που αγνάντευε στα πάτρια, είδε το Ναύπλιο σαν στολίδι νεοκλασικής ουτοπίας, αριστοκρατικής φινέτσας και δεξιάς νομεκλατούρας, αγνοώντας παντελώς την λαική του κληρονομιά και παράδοση. Επαρασύρθη ο δυστυχής από το φυσικό και αρχιτεκτονικό κάλλος της πόλεως, εθαμπώθη και δεν παρατήρησε αυτό που αποκαλούμε εμείς οι πληβείοι, νταλκά και καημό.

Έφτιαξε λοιπόν αυτήν την ψυχρή και φαρδιά μαλακία που σήμερα ονομάζουμε πλατεία Φιλελλήνων και πού στη μέση της ακριβώς, βρίσκεται αυτό το μακρουλό μνημείο που οι φίλοι μου αποκαλούν προς χάριν συντομίας, Δονητή.


Δεν την συμπάθησα επομένως ποτέ μου. Μπορεί βέβαια να μην φταίει ο πρώην Δήμαρχος και οι αισθητικές του αποφάσεις και μπορεί να φταίει μόνο το ναυπλιώτικο μου γονίδιο. Αυτό που με κάνει να γουστάρω μόνο το παρελθόν, να μην θέλω να αλλάξει τίποτα, όλα να μένουν ίδια και γραφικά και να αρνούμαι μανιωδώς καθετί καινούριο, σύγχρονο και νεωτερικό.

Ακόμη και αυτό να φταίει, η πλατεία Φιλελλήνων παρέμενε μέχρι πρόσφατα στο νου μου ως ένα ψυχρό κατασκεύασμα, μια πλατεία χωρίς καμία απολύτως δημόσια χρήση, δράση και λειτουργία, ένας πεθαμένος δημόσιος χώρος,  ένα απλό πέρασμα για κάποιο άλλο σημείο της πόλης, ένα κρύο και αδιάφορο ντεκόρ.

Όλα αυτά μέχρι πρόσφατα.

Το περασμένο Σάββατο, ένεκα πηγμένου εγκεφάλου και γενικής σπαρίλας, σε αντίθεση με τον ναυπλιώτικο όρκο που έχω πάρει ενώπιον Θεού και Ανθρώπων να μην ξαναβγώ Σαββάτο βράδυ στην πόλη, άρπαξα το υπερσύγχρονο δικυκλάκι μου και άρχισα να σουλατσάρω στους δρόμους και τα στενά.

Κάποια στιγμή ο δρόμος με έβγαλε στο Πί όπου γεμάτος έκπληξη αντίκρισα απέναντι, στη πλατεία Φιλελλήνων, πλήθος κόσμου να στέκεται, να γελά, να φωνάζει, να αράζει χάμου και γενικώς να καταλαμβάνει πλήρως τον χώρο. Δεν υπήρχε κάποια εκδήλωση. Ούτε κάποια έκθεση, ούτε παγοδρόμιο, ούτε τίποτα.

Πλησίασα πιο κοντά και παρατήρησα πως αυτός ο κόσμος ήταν η γνωστή μαρίδα της πόλης, οι μαθητές του Λυκείου, η λεγόμενη και πιτσιρικαρία που απλά άραζε εκεί.

Με το γνωστό θράσος που με διακρίνει ρώτησα μερικούς και συνέλεξα χρήσιμες πληροφορίες.

Έμαθα πως τα καλοκαίρια, εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια, η πλατεία είναι το στέκι τους. Το σημείο συνάντησης και μερικές φορές όλη τους η βόλτα. Ομολογώ πως δεν το γνώριζα. Άλλωστε το καλοκαίρι στο Ναύπλιο, ο βλάχος χάνει το παιδί και το παιδί τον βλάχο.

Το χειμώνα όμως, ειδικά φέτος, ένεκα ίσως έλλειψης χρημάτων ή από άποψη θέλω να ελπίζω, τα πιτσιρίκια συνεχίζουν να κρατάνε την πλατεία ζωντανή, να συναντιούνται εκεί, να αράζουν, να μιλάνε και να πλακώνονται, σίγουρα να φλερτάρουν αναμετάξυ τους, να πίνουν φθηνές μπύρες από το περίπτερο ή τα γύρω καταστήματα και γενικώς να είναι τα αφεντικά της γειτονιάς.

Τους εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου, φέτος το χειμώνα να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερες βροχές τις Παρασκευές και τα Σάββατα για να μπορούν να απολαμβάνουν ανέμελοι τη νέα τους ιδιοκτησία και τους συμβουλεύω αν τους ενοχλήσει το οτιδήποτε και θελήσει να τους διώξει (βλέπε παγοδρόμιο ας πούμε), να του βάλουν φωτιά και να το κάψουν*.

*μεταφορική φράση προς ενημέρωση όλων των ανωτέρων αρχών του τόπου και των απανταχού ελεγκτών του ορθού λόγου

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Ένα μπουρδέλο μας λείπει

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο σύντροφοι αυτόχθονες ιθαγενείς πως ζούμε σε μία από τις ομορφότερες πόλεις του κόσμου. Το γραφικό και ξακουστό Ναπλάκι μας. Όπως αρέσκονται να λένε αναμετάξυ τους και αυτάρεσκα οι Ναυπλιείς, η πόλη μας είναι ένα αληθινός παράδεισος. Και είναι βεβαίως βεβαίως. Κανείς δεν μπορεί να πεί το αντίθετο. Πρώτον γιατί θα ήταν παράλογος και δεύτερον γιατί θα τον εκτελούσαν όλοι οι ιθαγενείς με δημόσιο λιθοβολισμό πιθανότατα στη πλατεία του Συνοικισμού ή της Πρόνοιας και όχι φυσικά στη πλατεία Συντάγματος ή Δημαρχείου για να μην αμαυρώσουμε και την τουριστική εικόνα της πόλεως. Πάνω και πέρα απ'όλα η δημόσια εικόνα μας.

Αυτή η εικόνα είναι το άγιο μας Δισκοπότηρο και την φυλάμε ωσάν τις κόρες των ματιών μας. Αυτή μας βοηθά να επικαλύψουμε όλα μας τα προβλήματα, τα κόμπλεξ, τις μικροαστικές μας ανασφάλειες, τα μίση και τα πάθη, τις ενοχές, τις τύψεις και τις ντροπές μας. Μας βοηθά επίσης να γιομίζουμε τις τσέπες μας με ζεστό χρήμα Τσιμεντόβλαχων ή Κουτόφραγκων επισκεπτών. Μας κάνει επίσης να αισθανόμαστε για λίγο κοσμοπολίτες και πρωτευουσιάνοι. Και ύστερα επιστρέφουμε δειλά στις φωλιές μας για να κρυφτούμε και πάλι. Αλλά δε βαριέσαι. Η εικόνα είναι που μετράει. 

Ειδικά τα τελευταία χρόνια, η τουριστική μας εικόνα είναι ιδιαιτέρως αναβαθμισμένη. Όπως έδειξε και το τριήμερο της 28ης ο κόσμος συνεχώς και αυξάνεται είτε από αυτόχθονες Έλληνες είτε από ξένους. Λαοθάλασσα αυτοκινήτων, κρουαζέρες με χιλιάδες επισκέπτες, Ρώσοι, Κινέζοι, Βλάχοι κι Αθηναίοι επιλέγουν σταθερά την πόλη μας για διακοπές και χαλάρωση. Με το καινούριο λιμάνι ή τη μαρίνα ενδέχεται οι επισκέπτες να πολλαπλασιαστούν και το Ναύπλιο να είναι πια ένας top προορισμός σε όλη τη Μεσόγειο. Μαζί με διάφορες ιδέες που ακούγονται για υδατοδρόμια ή επανενεργοποίηση της γραμμής του τραίνου από Αθήνα, τότε σύντροφοι είναι πιθανόν να βρεθούμε στην ευχάριστη θέση μην χωράμε πια όλοι σε τούτη την πόλη. 

Ανεξαρτήτως ποιοί θα μείνουν ή για να το πω καλύτερα ποιοί θα αντέξουν και δεν θα φύγουν, είναι η κατάλληλη στιγμή να ξεκινήσουμε να οργανώνουμε σωστά και μεθοδικά τις τουριστικές δομές μας. Είναι ξεκάθαρο ακόμη και στο πιο καθυστερημένο αυτόχθονα πως η πόλη δεν έχει και τις καλύτερες υποδομές τουρισμού και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φροντίσει αξιοπρεπώς τα κοπάδια που κατακλύζουν ορμητικά όλα μας τα τριήμερα και τις αργίες. 

Οπότε ξεκινάμε με το βασικό. Το άλφα και το ωμέγα της τουριστικής ανάπτυξης. Το μπουρδέλο. Η πόλη δεν έχει μπουρδέλο σύντροφοι. Δεν υπάρχει μέρος να πάει να γαμήσει ο τουρίστας. Θα έρθει ο δόλιος να μας επισκεφτεί, θα φάει, θα πιεί, θα βολτάρει για να χωνέψει και μετά; Δεν πρέπει να του έχουμε του χριστιανού ένα πολυτελές οίκημα να πάει να ικανοποιήσει τις αρχέγονες ορμές του; Και λέω πολυτελές γιατί προφανώς σύντροφοι, όταν αναφέρω την λέξη μπουρδέλο, δεν εννοώ φυσικά ένα οίκημα της τρούμπας, της λάσπης, του περιθωρίου και του υποκόσμου αλλά ένα μπουρδέλο αντάξιο της ιστορίας, της δόξας και του πολιτισμικού βάθους της πόλης και τον συγχρόνων κατοίκων της.

Καταρχήν το μπουρδέλο θα στεγάζεται στη παλιά πόλη και θα είναι νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Οι πουτάνες του δεν θα είναι απλές και ταπεινές πουτανίτσες του εικοσάευρου αλλά πόρνες πολυτελείας και μάλιστα ντυμένες με τρόπο που συνάδει στην ιστορία της πόλης. Κάποιες θα φοράνε παραδοσιακές ελληνικές στολές. Το λαογραφικό θα μας βοηθούσε ίσως πολύ σε μια τέτοια προσπάθεια. Θα έχουμε λοιπόν παραδοσιακές Αμαλίες, Αμαλίες Λουξ, Αμαλίες Παρελάσεων, Μανιάτισες, Ηπειρώτισες, Βλάχες για όλα τα γούστα και σε ποικίλες στάσεις και γιατί όχι Τσολιάδες, Ευζώνους και φουστανέλες για τα άλλα κόλπα. 

Επίσης οφείλουμε να αξιοποιήσουμε και την ξενικιά μας παράδοση κυρίως την Βενετσιάνικη. Γιατί να έχουμε τις Βενετσιάνικες στολές του Καρναβαλιού να κάθονται όλο το χρόνο; Γιατί να μην έχουμε πουτανίτσες πολυτελείας ντυμένες Βενετσιάνες για να αναδείξουμε την ποικιλία των πολιτισμών που μας έχουν διαμορφώσει ως ανθρώπους αλλά και ως πόλη γενικότερα;

Αν βάλουμε και μια-δυο ιερόδουλες ντυμένες Τουρκάλες ελέω τζαμιού και οθωμανικής κατάκτησης τότε θα έχουμε συμπληρώσει το παζλ και το μπουρδέλο μας θα αντικατοπτρίζει πλήρως την ιστορία της πόλης μέσα στο χρόνο. 

Το πλεονέκτημα βέβαια μιας τέτοιας επιχείρησης δεν μένει μόνο στα τουριστικά της πλεονεκτήματα αλλά αποτελεί και ένα αποκούμπι των αυτοχθόνων στις δύσκολες μέρες της μοναξιάς και της χειμωνιάτικης σαπίλας. 

Κατά πρώτον, οι ντόπιοι δεν χρειάζεται πλέον να ξενιτεύονται στο μακρινό Άργος για να γαμήσουν καίγοντας και πολύτιμη βενζίνα και αφήνοντας τα ωραία τους λεφτά στους αιώνια εχθρούς Πρασάδες. Οι έφηβοι της πόλης που χυλοπιτιάζονται συνεχώς από τις πιο ώριμες συμμαθήτριες τους δεν θα χρειαστεί να φύγουν για την φοιτητική ή στρατιωτική ζωή γεμάτοι ψυχολογικά προβλήματα αγαμίας και υπερβολικής χειρωνακτικής εργασίας. Οι παντρεμένοι συμπολίτες μας δεν θα ακουμπάνε τα μαλλιά της κεφαλής τους στα στριπτιτζάδικα του νομού προκειμένου να τους κάτσει στο τέλος της βραδιάς όλο το ανατολικό μπλοκ. Το στρατόπεδό μας θα γίνει προορισμός όλων των βιζματιούχων και πλουσίων φαντάρων και το πανεπιστήμιο της πόλης θα μπορούσε πλέον ανετότατα να κλείσει χωρίς τραγικές σεξουαλικές συνέπειες για τους αυτόχθονες που είναι και ο μόνος λόγος που επιθυμούσαν την παραμονή του. 

Τέλος και βασικώς, θα μπορέσουμε επιτέλους  δυνατά, καθαρά και τελείως απενοχοποιημένα να φωνάξουμε με φωνή σθεντόρια πως ένα μπουρδέλο είμαστε.




Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

Ο πορνόγερος της παλιάς πόλης

Σύντομα θα ξημερώσει Κυριακή στο Ναύπλιο. Ο γέρος της παλιάς πόλης θα σηκωθεί από το άγριο χάραμα χωρίς ξυπνητήρι. Το βιολογικό του ρολόι έχει ρυθμιστεί απόλυτα και ειδικά τις Κυριακές ένεκα εκκλησίας.

Με αργά βήματα θα κατευθυνθεί στα ιδιαίτερα, θα κατεβάσει την ριγωτή πυτζαμούλα του και θα βγάλει έξω το μόνιμα πεσμένο θηρίο του με την κωδική ονομασία "Λαλάκης ο πρώην εξολοθρευτής". Θα σταθεί για μερικά λεπτά όρθιος μπροστά στη λεκάνη εξαιτίας της ουρητικής του χρονοκαθυστέρησης. Ο γέρος όμως δεν πτοείται. Αντίθετα δείχνει να το απολαμβάνει. Είναι η μόνη στιγμή που του θυμίζει την πάλαι ποτέ σεξουαλική του δραστηριότητα.

Έπειτα θα πάει στη κουζίνα για να ετοιμάσει το καφεδάκι του. Η γυναίκα του ακόμη κοιμάται. Το βιολογικό της ρολόι έχει ρυθμιστεί περίπου μία ώρα μετά. Χρόνος αρκετός για την απαραίτητη πρωινή ηρεμία του γέρου και την εσωτερική του γαλήνη χωρίς γκρίνιες και περιττές σκοτούρες.

Ταυτόχρονα με τον τούρκικο καφέ, ζεσταίνει ένα ακόμη δηλητηριασμένο κεφτεδάκι για τον σκύλο του γείτονα που δεν τον αφήνει τα βράδια να κοιμηθεί και κατουράει συνεχώς το σκαλοπάτι της εξώπορτας. Του έχει πετάξει καμιά δεκαριά μέχρι τώρα αλλά το μαλακισμένο έχει εκπαιδευτεί και δεν ζυγώνει ποτέ μεζέ που δεν προέρχεται από το αφεντικό του. Αυτή τη φορά όμως θα ρίξει στον κεφτέ extra σάλτσα από το ψητό της Παρασκευής και ελπίζει να τα καταφέρει.

Η επόμενη ώρα τον βρίσκει στο μισοσκόταδο σαλόνι να ρουφάει αργά δόσεις τούρκικης καφείνης. Στα κρυφά θα βγεί στο μικρό του μπαλκονάκι να τραβήξει και μερικές τζούρες καρέλι κασετίνα που κρύβει σε διάφορα άκυρα σημεία του σπιτιού. Μια τσίχλα με γεύση μέντας με την δικαιολογία της βρώμικης αναπνοής λίγο πριν ξυπνήσει ο έλεγχος και όλα είναι έτοιμα.

Η γυναίκα ξυπνάει. Μετά την δική της επίσκεψη στα ιδιαίτερα, γκρινιάζει πως το σπίτι βρωμάει τσιγαρίλα και επιπλήττει νυσταγμένα τον ένοχο. Η παρατήρηση είναι ψαρωτική. Το έμπειρο θηλυκό ρίχνει άδεια για να πιάσει γεμάτα. Ο γέρος δε τσιμπάει. Έχει εκπαιδευτεί. Χωρίς την παραμικρή ένδειξη ενοχής ξεπερνάει τον ύπουλο σκόπελο και της προτείνει να ετοιμαστεί γρήγορα για την εκκλησία. Το ίδιο κάνει και αυτός.

Φορώντας το καρό του σακάκι, τα καλά του παπούτσια και το σινιέ παντελονάκι που του είχε κάνει δώρο φίλος του αξιωματικός επί χούντας βγαίνει στη κοινωνία παρέα με την γυναίκα του και ένα δηλητηριασμένο κιοφτέ στη τσέπη. Τον ρίχνει σε μια γωνία του δρόμου γεμάτο θαρραλέα χορταράκια. Καλή κρυψώνα ομολογουμένως.

Κινούνται προς την εκκλησία με γοργά βήματα. Τώρα το γοργά όπως φαντάζεσθε είναι τρόπος του λέγειν. Σχετικά γρήγορα για την ηλικία τους σκεφτείτε. Θα κάνουν και μια στάση στο δρόμο να γκρινιάξουν για τις μουντζούρες των τοίχων, τα σκουπίδια στα πεζοδρόμια και τα σκαλιά, θα κουτσομπολέψουν την μισή γειτονιά, θα τσακωθούν και λίγο μεταξύ τους, θα θυμηθούν τα όμορφα χρόνια της τάξης και της πειθαρχίας, θα σιχτιρίσουν πάνω στον εμετό ενός ξενύχτη τεντυμπόι και θα μπούν στην εκκλησία με κατάνυξη και σκυμμένο κεφάλι.

Με το πέρας της λειτουργίας ο γέρος αφήνει την γυναίκα με τις φιλενάδες της να πάνε να απολαύσουν κάπου τον καφέ τους και ο ίδιος θα περπατήσει παρέα με δυό φίλους μέχρι τον Φάρο.

Έπειτα θα επιστρέψει βιαστικά στο σπίτι μόνος του, ώρα 12 περίπου μεσημβρινή. Είναι η ώρα που ξυπνούν οι φοιτήτριες στο απέναντι σπίτι και ο γέρος γουστάρει να τις κάνει χάζι.

Εκείνες είναι πρωτοετείς, αθώες και πρωτευουσιάνες και τα Σάββατα συνηθίζουν να το ρίχνουν έξω. Ειδικά το φθινόπωρο που ο καιρός είναι ακόμη γλυκός, κοιμούνται με ανοιχτά τα παράθυρα και το πρωινό τους ξύπνημα είναι γεμάτο εκπλήξεις.

Ο γέρος κρύβεται πίσω από την κουρτίνα και παρακολουθεί. Τα γυμνά τους βυζάκια του προκαλούν μελαγχολία αλλά το μάτι του δεν λέει να φύγει. Ενώ τραβάει ηδονικά τζούρες από καρέλι άφιλτρο, φαντάζεται το εφηβικό τους αιδοίο σερβιρισμένο σαν γλυκό του κουταλιού να το τρώει λαίμαργα σε μια μπουκιά. Τι άλλο θα μπορούσε να φανταστεί. Οι φοιτήτριες εντέλει ντύνονται και φεύγουν για μεσημεριανό καφέ στη πόλη και η παράσταση κάπου εδώ τελειώνει. 

Στη γωνία του δρόμου ο σκύλος του γείτονα ξεκίνησε τους σπασμούς και στη πόρτα  ακούγονται κλειδιά.  

Θα ακούσει γκρίνια και πάλι για την τσιγαρίλα και αυτή τη φορά δεν θα μπορέσει να πει ψέμματα αλλά σκέφτεται πως άξιζε τον κόπο. Τουλάχιστον θα της πει πως κατάφερε να σκοτώσει το σκυλί.

Αυτό το τελευταίο θα την κάνει σίγουρα χαρούμενη και πολύ λιγότερο νευρική.

Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Οι δυο παλιοί συμμαθητές

Δύο αυτόχθονες Ναυπλιώτες, συμμαθητές παλιοί, περπατώντας στο εμπορικό πεζοδρόμιο της Άργους, πλησιάζουν ο ένας τον άλλον σε απόσταση τυπικής χαιρετούρας.


Και οι δύο έχουν αντιληφθεί την παρουσία του άλλου και το ενδεχόμενο συνάντησης αλλά και οι δύο επιθυμούν να την αποφύγουν. Είναι από τη μία που έχουν να τα πουν από καιρό,  μάλλον από την περίοδο του σχολείου, οπότε βαρεμάρα να προσπαθήσεις να εξηγήσεις την ζωή σου μέσα σε λίγα λεπτά και σε ένα άτομο που δεν σε ενδιαφέρει πια και τόσο, και από την άλλη δεν μπορούμε να πούμε πως είχαν από τότε και τις καλύτερες σχέσεις. Όχι πως είχαν τσακωθεί, αντιθέτως. Είχαν βρεθεί κάποτε με κοινές παρέες  αλλά μέχρι εκεί.  Ο καθείς την δουλίτσα του, την ζωή και φυσικά τον δικό του κοινωνικό κύκλο. Η κλασική σχέση μεταξύ των γνωστών μιας επαρχιακής πόλης.

Προσπάθησαν ματαίως να αποφύγουν το αντάμωμα  με τις κλασικές ναυπλιώτικες κινήσεις του στυλ "κοιτάω δήθεν μια βιτρίνα που με ενδιαφέρει πολύ" ή "προσποιούμαι πως με παίρνουν τηλέφωνο", αλλά δυστυχώς και για τους δύο δεν τα κατάφεραν. 

Ύστερα από χρόνια πολλά λοιπόν, οι δύο παλιοί συμμαθητές συναντιούνται πρόσωπο με πρόσωπο καταμεσής της εμπορικής κίνησης της πόλης. Είναι και οι δύο άνεργοι. Παλιότερα είχαν μια δουλίτσα, βγάζαν ένα αξιοπρεπές μεροκαματάκι αλλά η κρίση τους έχει οδηγήσει στο εργασιακό ράφι εδώ και χρόνια. Την βγάζουν με ανασφάλιστα μικρομεροκάματα, χαρτζιλίκια και δανεικά. Τα ρούχα τους σινιέ αλλά αγορασμένα την περίοδο των καλών και παχιών αγελάδων και η διάθεσή τους αγγίζει πλέον τα όρια της ντροπής και της παντελούς έλλειψης αυτοεκτίμησης. 

Ζωγραφίζοντας στο πρόσωπό τους το δήθεν χαμόγελο της  ευτυχίας και του "όλα καλά" επιτέλους χαιρετιούνται. 

Έλα τί κάνεις; Καλά; Εσύ τί κάνεις; Χαθήκαμε. Περάσανε τα χρόνια. Φυσικά και πέρασαν. Εδώ; Ναύπλιο; Δεν σε έχω δεί. Δεν κυκλοφορώ και πολύ. Ξέρεις ήσυχα. Σπίτι. Και εγώ σπίτι. Το βαρέθηκα το έξω. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Από δουλειά; Όλο και κάτι γίνεται. Δεν λες που είμαστε στην επαρχία και δεν πεινάμε; Στην Αθήνα τρώγονται μεταξύ τους. Πού να βρούν φαγητό; Εδώ και να πεινάσεις, μαζεύεις που λέει ο λόγος χόρτα από το Παλαμήδι. Ναι, σίγουρα. Παντρεύτηκες; Μπά. Ούτε εγώ. Δύσκολες εποχές. Με τους γονείς μένεις; Με τους γονείς. Αλλά έχω αυτονομηθεί. Το έχω φτιάξει ωραίο. Να έχω την ησυχία μου. Και εγώ, πολύ γκρίνια. Όταν γερνάνε, είναι δύσκολο. Εμένα θα μου πείς; Λέω να φύγω. Να νοικιάσεις; Όχι έξω. Α! Και εγώ το σκέφτομαι. Το ψάχνω. Λέω για Καναδά. Καναδάς έχει κλείσει μάλλον. Δύσκολα. Έχω συγγενείς. Κανέναν άλλο βλέπεις; Βλέπω αλλά ξέρεις τώρα. Μπλέξαμε όλοι και χαθήκαμε. Σπούδασες; Στην Αθήνα. Εγώ Πάτρα. Και; Στρατός και εδώ. Τα γνωστά. Δεν βαριέσαι. Αν βγαίνει... Και εγώ αυτό λέω. Πού να πάς.  Όλο και κάτι θα γίνει. Χάρηκα που τα είπαμε. 

Με το βλέμμα μιας κάποιας ανακούφισης και της  απαλλαγής από βάρη τυπικά, όπως όταν φεύγεις από ένα βαρετό πάρτυ μεταξύ αγνώστων και ελάχιστων γνωστών, οι δυο παλιοί συμμαθητές έδιωξαν το στημένο χαμόγελο της επιτυχίας από το πρόσωπο, ξαναφόρεσαν τις συνηθισμένες τους ναυπλιώτικες φάτσες και ακολούθησαν αντίθετες πορείες. 

Ο ένας κατευθύνθηκε στη στάση του λεωφορείου με προορισμό τον ΟΑΕΔ για μια ακόμη άσκοπη ανανέωση της κάρτας ανεργίας του. Την δωδέκατη κατά σειρά.

Ο άλλος θα άφηνε το βιογραφικό του σε ένα κατάστημα στην Ενδεκάτη που ζητούσε κάποιον εργάτη αποθήκης για ημιαπασχόληση. 280 ευρώ και μισό ένσημο την ημέρα. 

Μέχρι το βράδυ θα σχολίαζε ο ένας τον άλλον αρνητικά σε κάποιον φίλο ή συγγενή, θα ανέλυε λεπτομερώς την κατάντια του για να νιώσει κάπως καλύτερα με τον εαυτό του και να καταφέρει να κοιμηθεί ένα βράδυ πιο ήσυχος.

Και η επόμενη μέρα θα ξημέρωνε για άλλη μια φορά απείραχτη.


Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Μια ιστορία πορνό του 1960

Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές είναι ξημερώματα Σαββάτου, 28 Σεπτεμβρίου του 2013, ώρα τρεις και κάτι μεταμεσονύχτια.

Σκεφτόμουν να γράψω μια ιστορία, ένεκα έλλειψης τοπικής επικαιρότητας, που μου διηγιόταν ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου και αφορούσε κάποιες λεσβιάζουσες καλόγριες της περιοχής την δεκαετία του 60. Είχα όμως δίλημμα. Μήπως προκαλέσω υπερβολικά το θρησκευτικό αίσθημα των συμπολιτών μου, σκεφτόμουν. Μήπως θίξω τα θρησκευτικά πιστεύω των συντηρητικών αυτοχθόνων. Δεν είχα τέτοια πρόθεση βεβαίως. Και η ιστορία με τις λεσβιάζουσες καλόγριες είναι πέρα για πέρα αληθινή. Ούτε θεωρώ πως κάποιες αμαρτωλές και λεσβιάζουσες μοναχές ακυρώνουν μια ολόκληρη θρησκεία. Αλλά στο Ναύπλιο είμαστε, τα μυαλά των ανθρώπων ως γνωστόν δεν είναι και ιδιαιτέρως ανοιχτά οπότε αμφιταλαντευόμουν. 

Και εκεί που ήμουν έτοιμος να αυτολογοκριθώ, εκεί που πατούσα το backspace για να σβήσω τις πονηρές γραμμές, κόπηκε το ρεύμα. Όχι μόνο σε εμένα, αλλά στο μεγαλύτερο τμήμα της πόλης.

 Ώρα 2 και κάτι μεταμεσονύχτια.  

Και έτσι ξαφνικά, μέσα στην φθινοπωρινή δροσιά της ναυπλιώτικης νύχτας, μέσα στο ρομαντικό και φοβιστικό σκότος τ' Αναπλιού, απλώθηκε ολούθε του Αργολικού κάμπου μια γλυκιά χορωδία δεκάδων, εκατοντάδων και ίσως χιλιάδων οικιακών συναγερμών.

Αυτά τα τεχνολογικά αηδόνια της ιδιοκτησιακής προστασίας έμειναν να τραγουδούν το τσιριχτό ατονάλ κομμάτι τους για μία ώρα περίπου όπου το φως το αληθινό επανήλθε στις ψυχές και τα αυτιά όλων των αυτοχθόνων ξενύχτηδων.

Μιλάμε για πολλούς, πάρα πολλούς συναγερμούς σύντροφοι. Βγήκα ο έρμος στο μπαλκόνι μου να απολαύσω τα ελάχιστα λεπτά απόλυτου σκοταδιού, να κάνω τις παραδοσιακές σκέψεις πως θα ήταν ο κόσμος χωρίς ρεύμα και τεχνολογία, πώς ζούσανε παλιά και πως έβγαιναν οι ιστορίες με τα φαντάσματα και χρειαζόμουν ωτοασπίδες για να την παλέψω.

Και αφού τις φόρεσα τις ωτοασπίδες, γιατί είμαι ψυχάκιας, και ο ήχος έγινε σχετικά αχνός μέσα στον εγκέφαλό μου, φανταζόμουν ανθρωπάκια που τόσα χρόνια παρακαλούσαν και έγλειφαν βουλευτικά γραφεία, που ξεσκόνιζαν παππούτσια δημάρχων και άλλων επιφανών για μια δουλίτσα και ένα κομμάτι ψωμί, να κρύβονται τρεμάμενοι πίσω από πόρτες αγκαλιάζοντας τα προικιά και τα λούσα τους μπας και τους τα πάρουν.

Σιγά την περιουσία σύντροφοι! Σιγά την πολύτιμη κληρονομιά! Με μιά αλλαξιά βρακί έχουμε μείνει όλοι και δεν θέλουμε από ντροπή να το παραδεχτούμε. Δίνουμε κάθε μήνα σε φόρους, λογαριασμούς και δάνεια ατελείωτα ποσά, οι πάντες χρωστάνε στους πάντες, η πόλη σαπίζει εμπορικά και μεις φοβόμαστε μη μας κλέψουν το σπίτι και χάσουμε το τελευταίο περσικό χαλί που μας άφησε κληρονομιά η γιαγιά μας. Και τα χρυσαφικά μας τα έχουμε δώσει προ πολλού στα αρίθμητα ενεχυροδανειστήρια της πόλης για μια χούφτα ευρώ. Ή δεν τα έχουμε δώσει; Και τα ενεχυροδανειστήρια γιατί είναι τόσα πολλά και δεν κλείνουν τότε;

Αλλά ο κλασικός ο μαλάκας ο Ναυπλιώτης δεν βάζει μυαλό με τίποτα. Θα πληρώσει την εταιρεία συναγερμών για να νιώθει ήρεμος και να το παίζει και μούρη. Μπορεί να του κόβουν το ρεύμα, το νερό, να του παίρνει η τράπεζα το σπίτι αλλά ο συναγερμός συναγερμός.  Λες και οι διαρρήκτες δεν γνωρίζουν απέξω κι ανακατωτά την τεχνολογία συναγερμών και θα κωλώσουν σε κουμπάκια και ψηφιακά νούμερα. Έτσι για να μας χαλάσει με την βαβούρα του και τον μικροαστικό του φόβο την ειδυλλιακή διακοπή ρεύματος που πλέον σπάνια ζούμε.

Γι αυτό λοιπόν και γώ αποφάσισα να μην αλλάξω καθόλου την ιστορία μου και να την διηγηθώ όπως ακριβώς την ξέρω, αγνοώντας κάθε συντηρητικό αυτόχθονα κακομοίρη. Αγνοώντας και αυτόν και τις πανηλίθιες φοβίες του.

Όταν ήμουν μικρός λοιπόν και έκανα κοπάνες από το σχολείο, ο διευθυντής επειδή μου είχε μια ιδιαίτερη αδυναμία ειδοποιούσε πάντοτε τους γονείς μου. Η μάνα μου, κλασική ελληνίδα μάνα, με έψελνε χωρίς να ρωτήσει ποτέ ούτε το γιατί ούτε το πως. Ο πατέρας μου όμως με έβαζε σε μία γωνία και με ρώταγε ήρεμα. Γιατί έκανες κοπάνα; Για να γλιτώσεις μάθημα; Είχες κάτι σημαντικό να κάνεις; Εγώ παιγμένο εφηβόπουλο που ήμουν, δεν του απάνταγα τίποτα. Και τότε αυτός, μου έλεγε κάθε φορά, μα κάθε φορά, την ίδια ναυπλιώτικη ιστορία.

Όταν ήταν στην ηλικία μου, δεκαετία του 60, αυτός και η παρέα του αλλά και όλα τα αγόρια του γυμνασίου αρρένων της εποχής,  έκαναν συχνά κοπάνες (σκασιαρχείο το λέγαν τότε) από τα μαθήματα του σχολείου. Ειδικά τις πρώτες ώρες. Οι κοπάνες όμως είχαν πάντοτε έναν σκοπό, δεν ήταν δηλαδή απλά για να χάσουνε μάθημα (εδώ κολλάει το δίδαγμα), και ένα συγκεκριμένο μέρος. Την σπηλιά του δρόμου  Αρβανιτιάς-Καραθώνας. Η τοποθεσία δεν ήταν καθόλου τυχαία. Σε εκείνο το μέρος συνήθιζαν να αράζουν τα πρωινά κάποιες καλόγριες που μαζεύαν χόρτα, σαλιγκάρια και άλλα καλούδια από την γύρω περιοχή. Και αφού άραζαν στη σπηλιά για να ξαποστάσουν από την επίπονη εργασία, επιδίδονταν σε αχαλίνωτες ερωτικές περιπτύξεις αναμετάξυ των. Οι ξαναμμένες καλόγριες όμως δεν ήταν καθόλου μόνες τους. Παρέα τους, χωρίς βεβαίως να το γνωρίζουν, ήταν τα αυτόχθονα εφηβόπουλα της εποχής που τους έπαιρναν μάτι σε απόσταση ασφαλείας. Το μέρος είχε γίνει must και τα αγόρια μοίραζαν τις κοπάνες σε βάρδιες για να μπορούν να απολαύσουν όλοι το πικάντικο θέαμα.


Ω, ποία ντροπή  για την φιλήσυχη πόλη μας! Στο μπανιστήρι αναφέρομαι βεβαίως.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Αυτόχθων φασισμός

Φασισμός. Λέξη με πολλές ερμηνείες, οπτικές, γωνίες και αποχρώσεις. Άλλοι την χρησιμοποιούν κομματικά, άλλοι πολιτικά ή ιδεολογικά ενώ δεν λείπουν και αυτοί που της δίνουν καθαρά ιστορική προσέγγιση μέσα στους αέναους κύκλους της ανθρώπινης κοινωνίας. 

Ο γράφων, ως γραφικός αυτόχθων ιθαγενής, έχοντας την τύχη, όπως και πολλοί συνιθαγενείς του, να μεγαλώσει μέσα σε δρόμους, σοκάκια και στενά  που διαρκώς γεννούσαν καινούρια μονοπάτια, λημέρια και κρησφύγετα προς χάριν της παιδικής φαντασίας και της νεανικής εξερεύνησης, δεν πάσχει από μονόδρομες οπτικές. Γι' αυτόν φασισμός σημαίνει απλά και μόνο αδιέξοδο. Το τέρμα της σκέψης και της μνήμης.  Το μαύρο πέπλο της αισθητικής και το τέλος του πολιτισμού. Και πιστεύει πως αυτή η κακιασμένη οχιά έχει αρχίσει να εμφανίζεται εδώ και πολύ καιρό στη πόλη.

Το τέλος της ναυπλιώτικης γειτονιάς ήταν η αρχή. Μεγαλώσαμε σε γειτονικούς δρόμους και πλατείες που έσφυζαν από ζωή, παιδικές φωνές, παιχνίδια, γονείς και παππούδες σε παγκάκια και σκαλιά, φασαρία και ενέργεια. Ο δημόσιος χώρος ως δώρο, δικαίωμα, υποχρέωση και σκαλοπάτι για αυτοδίδακτη κοινωνικοποίηση και εμπειρία του κόσμου. Όλα αυτά πλέον είναι παρελθόν. Τα παιδιά τρέχουν σε φροντιστήρια, πιάνα, μπαλέτα, κολυμβητήρια, ξένες γλώσσες και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί ο νούς του ανθρώπου για να κλείσει τα παιδιά μέσα στην ασφάλεια των τοίχων, έχουν ελάχιστο ελεύθερο χρόνο μέσα σε μια πόλη παραδοσιακά αργών ρυθμών, οι γειτονιές είναι άδειες και έρημες και ελάχιστες πλατείες παραμένουν ζωντανές μόνο και μόνο γιατί συνδυάζουν το παιδικό παιχνίδι και τον ενήλικο καφέ. Ακόμη και μέσα στις πολυκατοικίες οι σχέσεις έχουν σχετικώς αποξενωθεί, για να μην πούμε αθηναιοποιηθεί.

Ακολούθησε η παρακμή και η μείωση του αριθμού των παραδοσιακών καφενείων και η αντικατάστασή τους από τα μοντέρνα καφέ. Η διαφορά είναι τεράστια. Το παραδοσιακό καφενείο λειτουργούσε ως χώρος πολιτικής συνέλευσης. Ατελείωτες κουβέντες, συζητήσεις, τσακωμοί, διαχωρισμοί, ομαδικά καλαμπούρια, ζήλιες και γλέντια. Το παραδοσιακό καφενείο ήταν μια ζωντανή πολιτική κοινότητα, άμεσος αντίκτυπος όλων των πολιτικών εξελίξεων, σημαντικών κι ασήμαντων. Αντίθετα το καφέ είναι γνήσιο παιδί της τουριστικής ανάπτυξης, της άκριτης μοντερνοποίησης της ζωής και του ατομισμού. Κλειστές παρέες, μοναχικές ψυχές, δυνατές μουσικές που καλύπτουν τις συζητήσεις, κουτσομπολιά, πασαρέλες και εγωπάθειες,  και όλα τα προβλήματα να θάβονται κάτω από το χαλί μέχρι να φουσκώσουν.

Ακολουθεί ο μονόδρομος της τουριστικής ανάπτυξης. Η πόλη αργά και σταθερά μεταμορφωνόταν σε μια γραφική καρτ ποστάλ του σαββατοκύριακου, των διακοπών και πάσης φύσεως αργιών. Με μόνη κληρονομιά την νεοκλασική ομορφιά της, την θαυμάσια θέα της και τα αρχαιολογικά της τοπία αποκτά όλο και περισσότερα πανομοιότυπα καταστήματα που παίζουν τις ίδιες και τις ίδιες μοδάτες μουσικές, σερβίρουν τα ίδια φαγητά και πουλάνε παρόμοια σκατολοίδια. Η ποικιλία και το διαφορετικό γίνεται είδος προς εξαφάνιση.  Μόνος στόχος είναι το πορτοφόλι όλο και περισσότερων βαρβάρων. Τα στέκια μειώνονται δραματικά. Ο αυτόχθων πολιτισμός περνάει στο περιθώριο. Η ιστορία της πόλης και οι σημαντικοί της άνθρωποι, επώνυμοι κι ανώνυμοι, αγνοούνται μέχρι και από τους ίδιους τους αυτόχθονες. Η παλιά πόλη αδειάζει από κόσμο για χάρη των ενοικιαζόμενων δωματίων και άλλων τουριστικών ειδών και μετατρέπεται ακόμη και για τους ίδιους τους κατοίκους του Ναυπλίου σε μια όμορφη φωτογραφία περιπάτου χωρίς καμία απολύτως πολιτική ζωή και ιστορική μνήμη.

Κεφάλαιο πολιτισμός. Λίγα πράγματα. Ένας κινηματογράφος, μόνο χειμερινός, με ταινίες μόνο πρώτης προβολής. Κοινώς αμερικανιές. Ένα τοπικό θέατρο ερασιτεχνών και μερακλήδων, μια δανειστική βιβλιοθήκη μαθητών και ελαχίστων άλλων, το λαογραφικό μουσείο και το Πανεπιστήμιο της πόλης με φοιτητές χαμένους ή και ακόμη υποτιμημένους από την τοπική κοινωνία. Ένα παράρτημα του Χάρβαντ σηκώνει κάποιες εκδηλώσεις αλλά κανείς δεν πρέπει να ακούει κι ακολουθούν μεμονωμένες περιπτώσεις κι εξαιρέσεις. Καμία χειμωνιάτικη συναυλία, καμιά πρωτοπορία, κανένα κίνητρο και ουδεμία όρεξη. Κυριαρχεί ο πολιτισμός του καφέ, της μπύρας, του champions league και της κρεατοφαγίας. Ας είναι καλά τα βλαχοπανηγύρια του καλοκαιριού που μας θυμίζουν τις ζουλού ρίζες μας.

Πάμε στη πολιτική. Ποιά πολιτική όμως; Μιλάμε πάντα για τοπικό επίπεδο. Για την τοπική αυτοδιοίκηση. Για τα δημοτικά πράγματα συγκεκριμένα. O πολιτικός διάλογος και ο προγραμματικός λόγος εδώ και πάρα πολύ καιρό έχει πάει περίπατο στη πόλη. Οράματα, ιδέες, σχεδιασμοί και τα τοιαύτα έχουν πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων και το μόνο που παρακολουθούμε είναι προσωπικές κόντρες, ξεκατινιάσματα, χυδαιότητες και ύβρεις μεταξύ των υποψηφίων. Μέσα στο παιχνίδι έχουν προστεθεί και ντόπιοι δημοσιογράφοι που έχουν πετάξει τον μανδύα της αντικειμενικότητας υποστηρίζοντας παθιασμένα τη μία ή την άλλη πλευρά και συνεχίζουν το έργο των ύβρεων των πολιτικών προισταμένων τους. Βάλε και λίγο χρίσματα, κόμματα, παράγοντες, ρουσφέτια και αλισβερίσια και το μυαλό των αυτοχθόνων έχει γίνει μια υπέροχη παχύρευστη σούπα. Η δε πολιτική τους σκέψη, το ενδιαφέρον τους για το ντόπιο γίγνεσθαι αναζητείται στην προιστορία. Με λίγα λόγια, οι εκπομπές και οι στήλες των κουτσομπολιών και του lifestyle ενδέχεται να κρύβουν περισσότερη πολιτική σκέψη από την τοπική πολιτική πραγματικότητα.

Kαι μέσα σε αυτό το κλίμα, και για χίλιους άλλους λόγους, ο νέος λείπει. Σπουδάζει, είναι στρατό, μεταναστεύει στην όμορφη πρωτεύουσα ή στα εξωτερικά και αφήνει πίσω του μια πόλη γερόντων. Αν όχι γερόντων, από τη μέση κι απάνου. Οι σπουδαγμένοι αριβάρουν κατά κύματα, το ίδιο και οι ταξιδιάρικες ψυχές, οι φευγάτες, και μένουν εδώ οι αιώνια εδώ και οι μεγάλοι. Πόσο μπροστά να πάει μια τέτοια πόλη; Τί θα μπορούσε να αλλάξει; Σε κάθε νέα γνώμη ακούς να διαχέεται στην ατμόσφαιρα ένα "δεν ξέρεις εσύ", "είσαι μικρός", "τί να μας πείς εσύ τώρα" και πολλά τέτοια. Όπου και να κοιτάξεις, σε όποιο μέρος της διοίκησης και να δεις, σε κάθε πόστο καθοριστικό, έναν σκατόγερο ή μια σκατόγρια θα δεις να σου κουνάει το δάχτυλο. Έτσι ενώ οι γέροι είναι γέροι, γίνονται γέροι και οι νέοι για να επιβιώσουν. Τυποποιούνται σε χρόνο ρεκόρ κι ενσωματώνονται.

Όπως ο γράφων. Που κάθεται σε τόσες γραμμές και γκρινιάζει και μιρμιλίζει σαν τον σκατόγερο ενώ εσύ πίστευες από τον τίτλο πως θα μιλήσει για ντόπιους φασίστες.

Σκατοκουτσομπόληδες.



Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Μια φοιτήτρια γράφει

Κοντεύει 9 το βράδυ μετά από μια σύντομη βόλτα στα στενά της πόλης τούτης και είναι από εκείνες τις μέρες που συνειδητοποιείς ότι το όμορφο και γραφικό Ανάπλι είναι απλά το όμορφο και γραφικό Ανάπλι. Τίποτα παραπάνω τίποτα λιγότερο. Όχι. Δεν έχει φοιτητική ζωή, όσο καλά και αν περνάμε με τα παρεάκια μας. Ξέρω ακούγεται κακό για τα ελάχιστα μαγαζιά που είναι «φίλοι» των φοιτητών αλλά είναι η αλήθεια. Έχω μπουχτήσει να βλέπω πασαρέλα με άτομα της σχολής να παρτάρουν μετά από βαθυστόχαστες πρόβες που τους ρίχνουν περισσότερο στη δηθενιά τους πασπαλισμένη με μπλε χρυσόσκονη. Έχω βαρεθεί να χτυπάμε κάρτα σε μαγαζιά και μετά από λογαριασμό των 15 ευρώ το άτομο να μην κερνάνε τίποτα οι καλοί και ευγενικοί πλην γύφτοι κωλοπλένηδες. Φίλε μαγαζάτορα ιθαγενή ξέρεις ΠΟΣΟ είναι 15 ευρώ για ένα φοιτητή μέσης οικογένειας; Αν το δεις επιφανειακά, 3-4 μακαρονάδες ή 3 πακέτα καπνού. Αν, όμως, το σκεφτείς καλύτερα είναι τα 15 ευρώ που επέλεξε να τα ακουμπήσει στο ΔΙΚΟ ΣΟΥ μαγαζί για λόγους μουσικής/ κεφιού/ ατμόσφαιρας/ ατόμων κτλ. και όχι στο φωτοτυπάδικο για να πάρει σημειώσεις –ναι, πληρώνουμε χρυσές τις σημειώσεις. Οπότε, ρε ΓΥΦΤΟ, κέρνα ένα ποτό! Δεν είναι όλοι πότες να σου σκάσουν πρώτα το 50ευρω, να πιουν 15 ποτά και μετά να τους κεράσεις ένα σφηνάκι. Αν είναι έτσι πιες το εσύ! Άσε που μετά από 15 ποτά κάποιοι δεν θυμούνται ούτε το όνομά τους. 


Μην το σκέφτεσαι πολύ, το χειμώνα, όσο λίγοι και αν είναι, οι φοιτητές εδώ είναι ένα σημαντικό νούμερο στα έσοδά σου και οφείλεις να το παραδεχτείς. Μην τους κλάνεις, λοιπόν, το καλοκαίρι, γιατί θα το κάνουν και αυτοί! 

Άλλη κορυφαία καραμέλα των ντόπιων δήθεν φίλων της τέχνης και της βαθειάς κουλτούρας είναι ότι οι φοιτητές δεν φαίνονται πουθενά και δεν οργανώνουν δράσεις ή παραστάσεις. Η αλήθεια είναι ότι γίνονται κάποια πράγματα αλλά η εντύπωση του «παιδάκια είναι μωρέεε, νταξ, που να πάμε» μάλλον υπερισχύει στους κύκλους σου, βλάχο –και για να σε προλάβω, εσύ που σκέφτηκες ότι είμαι πρωτευουσιανάκι σου απαντάω εδώ, δεν είμαι. Όσα γίνονται, βέβαια, δεν έχουν πολιτική υπόσταση ή τουλάχιστον έτσι δείχνουν τα περισσότερα, αλλά ρε τραχανά, τι σε νοιάζει; Εδώ στο αντιρατσιστικό περνάς και στραβοκοιτάς άτομα που τα ξέρεις από μικρά λες και η δράση γίνεται στο τσιφλίκι σου. Μην νομίζεις ότι οι φοιτητές δεν ξέρουν πως αυτή η μπλε πανδαισία έξω από τη γραμματεία, που κάποιους μας κάνει να γελάμε κάθε Σεπτέμβρη, εσένα σε κάνει να χαίρεσαι. 

Εντάξει, κανείς δεν είναι τέλειος! Άλλοι είναι χοντροί, αδύνατοι, κουτσοί, στραβοί, εσύ είσαι ΝΔ. Δέχομαι το δικαίωμά σου στη βλακεία. 

Ας είναι καλά το θεατράκι του ΟΣΕ και κάποιες πλατείες που φιλοξενούν τις άφραγκες και μοναχικές νύχτες των φοιτητώνε, λοιπόν!

Μια φοιτήτρια

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Αναρχικός αυτόχθων

Ξυπνάς μια ωραία πρωία στ' Ανάπλι έφηβος και έχεις πήξει από τη βαρεμάρα. Δεν έχεις απολύτως τίποτα να κάνεις (λογικό) μέχρι που σου περνάει από το μυαλό μια καταπληκτική ιδέα. Να γίνεις αναρχικός. Εξαιρετική επιλογή θα έλεγα. Ζεις μέσα σε ένα υπερσυντηρητικό κλουβί με γύρω γύρω θάλασσα, το αίμα σου βράζει για πρωτοπορία και δράση και ο τόπος σου ζητάει μια ελάχιστη ανανέωση μπας και γλιτώσει το τελειωτικό σάπισμα. 

Και τί καλύτερο από τον ιστορικό, φιλοσοφικό και πνευματικό κόσμο της άναρχης κοινωνίας. Της αυτοοργάνωσης, της εργατικής αυτοδιεύθυνσης, της κολεκτιβοποίησης, της αυτονομίας, της αντιεξουσίας, της αέναης αμφισβήτησης, της αλληλεγγύης, της ισότητας και τόσο άλλων υπέροχων ιδεών και εννοιών. 

Ξεκινάς λοιπόν από τα βασικά. Γκόντγουιν, Προυντόν, Μπακούνιν, Κροπότκιν και στο τσακίρ κέφι χτυπάς και έναν Κορνήλιο Καστοριάδη. Υπέροχοι άνθρωποι, μεγάλα μυαλά. Ανακατεύεις και λίγο Μαρξ, Γκράμσι και άλλους θεωρητικούς του σοσιαλισμού και το γλυκό δένει για τα καλά μέσα στο αναρχικό νεανικό κεφάλι σου. Και μετά;

Μετά φοιτητής. Καταλήψεις, πορείες, αγώνες, ιστορικά βιβλία, διαλέξεις, εκδηλώσεις, αυτοδιαχειριζόμενα στέκια, αυτοδιαχειριζόμενα κυλικεία, ιατρεία, φαρμακεία, καφενεία και δεν συμμαζεύεται. Και μετά; 

Μετά φαντάρος εκτός αν καταφέρεις να μην υπηρετήσεις. Και μετά; 

Μετά πίσω στ' Ανάπλι. Στη μητέρα γη. Στο τόπο που σε ανέθρεψε, σε μεγάλωσε, σου πρόσφερε παιδικές μνήμες και αισθήματα και που τώρα πια σε χρειάζεται όσο τίποτα άλλο. Πίσω λοιπόν στην αγαπημένη σου κοινότητα για να της μεταγγίσεις το φρέσκο και ζωντανό ελευθεριακό σου αίμα. Και τί κάνεις;

Μήπως στήνεις μαζί με τα φιλαράκια σου κάποιο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι που τόσο λείπει από τη φτωχή πολιτιστικά κοινότητά σου; Δεν το είδα πουθενά. Ούτε προβολές ταινιών είδα, ούτε παζάρια αλληλεγγύης, ούτε συνελεύσεις άστεγων συλλόγων και φορέων, ούτε συλλογικές κουζίνες, ούτε εκθέσεις έργων τέχνης, ούτε υπαίθριους καφενέδες, ούτε τίποτα. 

Μήπως αντιμετωπίζεις με θάρρος και ηρωισμό τη φασιστική απειλή που επισκέφτηκε και τη πόλη σου; Δεν είδα κάποιο δίκτυο αλληλεγγύης πολιτών ανεξαρτήτως αίματος τώρα τελευταία. Ούτε αυτοοργανωμένους συλλόγους μεταναστών και μειονοτήτων παρατήρησα. 

Μήπως εντάσσεσαι σιωπηρά και εργατικά στις ήδη διαμορφωμένες δομές αλληλεγγύης της μικρής σου κοινότητας; Στη Πύλη Πολιτισμού για παράδειγμα; Στο κοινωνικό φροντιστήριο του Δήμου; Στο κοινωνικό φαρμακείο ίσως; Δεν σε είδα ούτε εκεί.

Μήπως οργανώνεις λαικές συνελεύσεις  για να γίνουμε όλοι οι αυτόχθονες υπεύθυνοι της ζωής μας και των αποφάσεών μας; Μήπως παρεμβαίνεις ενεργά στα δημοτικά συμβούλια; 

Μήπως έχεις αράξει σπιτάκι σου και στήνεις ένα ωραίο, ελεύθερο και γαμάτο δίκτυο αντιπληροφόρησης  για την περιοχή σου; Ένα μπλοκ ανεξάρτητης και τοπικής ενημέρωσης με ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε πολίτη να παρεμβαίνει και να συνδιαμορφώνει τις ειδήσεις; Ομολογώ πως χαζεύω για ώρες στο δίκτυο αλλά τίποτα τέτοιο δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου. 

Μήπως μικρέ αυτόχθονα αναρχικέ  τελικά δεν είσαι πουθενά; Μήπως δεν κατοικείς καν εδώ και εγώ ψάχνω μέσα σε ψευδαισθήσεις να σε βρώ; Αποκλείεται.

Και λέω αποκλείεται γιατί σε είδανε. Και όχι μια φορά αλλά συνέχεια. 

Κάποιοι εναπομείναντες παλιοναυπλιώτες σε φωτογράφισαν κιόλας και μου έστειλαν τις φωτογραφίες να τις παρουσιάσω αποκλειστικά στο μπλοκ μου. Και θα το κάνω. Σήμερα θα μάθουν όλοι οι αυτόχθονες  πόσο μεγάλος μαλάκας είσαι. Πόσο αναρχικός του κώλου και του καναπέ. 

Γιατί μικρέ αυτόχθονα αναρχικέ, ενώ δεν είσαι πουθενά, έχεις πάει και έχεις μπαστακωθεί μόνιμα απέναντι ακριβώς από παλιοναυπλιώτικες πόρτες και παράθυρα, μουτζουρώνοντας απλά και μόνο την ηχηρή απουσία σου. Βρωμίζοντας και μαυρίζοντας την ίδια σου τη κοινότητα. Και μάλιστα το πιο ιστορικό και όμορφο μέρος της. 

Γι αυτό ίσως δεν πολεμάς ουσιαστικά τους ντόπιους φασίστες παρά μόνο με μουτζούρες. Τους χρειάζεσαι μάλλον για να υπάρχεις μικρέ αυτόχθονα φασιστάκο. Κρίμα. Τελικά και εσύ τα ίδια μαύρα σκατά είσαι. Να ξέρεις πως στην ιδεατή κοινωνία σου, θα κατουράω κάθε πρωί την αυλή του σπιτιού σου. 












Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Η κυρία Αθηνά της οδού Μπουμπουλίνας

Καλοκαίρι. Μέσα της δεκαετίας του 2000. Η Ελλάδα και το Ναύπλιο βράζουν στο ζεστό ζουμί της εθνικοοικονομικής ευδαιμονίας. Μαγαζιά γεμάτα. Καφές, ποτό, φαγητό, όχι διαζευκτικά όπως σήμερα, όλα στο ίδιο βράδυ. Επίκεντρο της κλαρινογαμπρικής Ναυπλιώτικης νύχτας, η ημιαπαστράπτουσα πασαρέλα της εποχής.

Οδός Μπουμπουλίνας ή 'Αργείτικα' ή 'Βλάχικα'. Αβάκα, έκπλους, εν ζω, σείριος, πόρτο. Ειδικά το Αβάκα σε μεγάλες δόξες. Τραπέζια ρεζερβέ, κόσμος όρθιος στο περίμενε, τοπικές ντίβες ενδεδυμένες με χαρτοπετσέτα κοντοστέκονται. Ανδρικές παρέες χωρίς πολλές ελπίδες να γίνουν μικτές, με γυρισμένες τις καρέκλες προς το πέρασμα. Σα θέατρο.

Κι εκεί που νομίζεις ότι η παράσταση είναι ημίγυμνη επιθεώρηση που περιοδεύει στην επαρχία, το σκηνικό αλλάζει. Γίνεται αρχαίο δράμα. Με ήρωες, κορύφωση και - βέβαια - από μηχανής θεό. Ένας ψίθυρος απλώνεται και γίνεται βουή: βγαίνει ... βγαίνει ...

Βγήκε!

Από το μπαλκόνι πάνω από το Σείριος, εμφανίζεται γιαγιά με νυχτικό και κουβά. Τα φλας των VGA καμερών του τότε ανάβουν σα δαιμονισμένα. Το νερό της αγανακτισμένης γιαγιάς περιλούζει τους περαστικούς, παίρνοντας στιγμιαία εκδίκηση για τα ήσυχα Ναυπλιώτικα βράδια που ήταν πια παρελθόν...

Το πλήθος αλλαλάζει και παροτρύνει για ένα ακόμη κατάβρεγμα. 'Τι ήταν αυτό;' τολμώ να ψελλίσω.

'Μα καλά δεν το ξέρεις;' με επαναφέρουν στην τάξη. 'Κάθε βράδυ γίνεται'. Λίγα λεπτά μετά, ο ευχάριστος θόρυβος καταλαγιάζει.


Τιμή και δόξα στη γιαγιά που έριχνε νερά στη Πασαρέλα. Στη γριά προφήτισσα. Αυτή που ένεκα της συνήθειας είχε μάθει από μικρή να καταβρέχει τις λυσσασμένες γάτες για να ξεκουμπίζονται από τη γειτονιά. Τιμή και δόξα  στη γεροναυπλιώτισσα. Που έκανε μούσκεμα τις ορδές των βαρβάρων και ας της έδιναν λεφτά. Πολλά λεφτά. Ήταν βλέπεις η ιδιοκτήτρια όλου του κτιρίου. Και του καταστήματος φυσικά. Ε, και; Ας έφευγαν.

Οι ορδές όμως αλάλαζαν στην εμφάνισή της και αυτή, από τον ψηλό θρόνο της μεγάλης σταρ, ίσως της μεγαλύτερης που πέρασε ποτέ από τα μέρη μας, με την υπεροπτική αύρα της πρωταγωνίστριας, ηρεμούσε τους δαίμονες της πόλης με λίγο αγιασμό.

Τώρα θα μας βλέπει από τα μπαλκόνια τ’ουρανού και θα γελάει. Θα πίνει καφεδάκο παρέα με τους παλιούς θαμώνες του Γιοτ Κλάμπ, του Σαν Ρόκκο, του πρώτου Σαβούρα, του Κάτσεχάμου, του Χουντάλα, του Έλατου, των καμπαρέ της δεκαετίας του 30 και των παλιών καφενέδων του δρόμου και θα καλαμπουρίζει  αυτή τώρα, την αυτόχθονή μας άγνοια.

Κάθαρση.  

Μια συμπαραγωγή του palamidi.gr (Panos ΤheGrecian) και του palabourtzi.gr (Mario Vagman)

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

O κύκλος

Το θέμα μας σήμερα είναι μια γειτονιά. Μια γειτονιά στο Μεγάλο Δρόμο - βασιλέως Κων/νου για τους αλλόθρησκους - και συγκεκριμένα το κατάστημα Circulo. Ναι, καλά καταλάβατε. Το θέμα μας σήμερα είναι το κατάστημα Circulo. Εξού και ο παραπλανητικός κύκλος στον τίτλο. Όπερ σημαίνει σήμερον λόγος περί κυκλικότητας.

Ο δικός μου κύκλος ξεκινάει την περίοδο του ελεύθερου ελληνικού κρατιδίου. Στις 18 Ιανουαρίου του 1828 το κατάστημα ήταν τότε οικία του Εμμανουήλ Ξένου και έγινε η πρώτη κατοικία του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας, του γνωστού σε όλους μας, Γιαννάκη Καποδίστρια.

Επόμενο σημείο του κύκλου συναντούμε στις αρχές του εικοστού αιώνα όπου το κατάστημα ήταν το ιστορικό βιβλιοπωλείο-ζαχαροπλαστείο του Λάμπρου, του Μιχαήλ Λάμπρου. Το παράδοξο αυτό εμπορικό ταίριασμα βιβλίου και γλυκού μας αποκαλύπτει μια διαφορετική παλιά πόλη. Πιο καθημερινή, πιο λαική και πιο ζωντανή. Καμία σχέση με τη σημερινή τουριστική μαλακία που έχει καταντήσει.

Ο γιός του Μιχαήλ Λάμπρου, Νίκος, ήταν επονίτης και εκτελέστηκε από τους Γερμανούς. Για χάρη του Νίκου, ο πατέρας Μιχάλης, γνωστός έμπορος, μόλις ο ΕΛΑΣ μπήκε στη πόλη, ορίστηκε δήμαρχος του ΕΑΜ. Είναι ο μοναδικός δήμαρχος στην ιστορία της πόλης που την φωτογραφία του δεν θα την δείτε να κορνιζάρει στο πάνω όροφο του Δημαρχείου. Αντιθέτως μπορείτε να δείτε με δόξες και τιμές τον κατοχικό δήμαρχο της εποχής. Κάποια πράγματα μάλλον δεν πρόκειται να αλλάξουν ποτέ. Και ενώ ο πατέρας έγινε δήμαρχος, ο εκτελεσθείς γιός έγινε δρόμος. Οδός Νικολάου Λάμπρου κάπου στον Συνοικισμό. Ο πρώτος αριστερός δρόμος της πόλης. Ο δεύτερος ήταν του Φαράκου και πολύ μεταγενέστερος.

Εν συνεχεία το εμπορικόν Λάμπρου ήρθε στη κατοχή του έτερου γιού Λεωνίδα ο οποίος βρίσκεται ακόμη εν ζωή και αγναντεύει την ιστορία από τις κορυφές των 84 χρόνων του. Θα τον συναντήσετε στη παλιά πόλη να βολτάρει και να περιπατεί σαν γνήσιος αυτόχθων ιθαγενής.

Φωτογραφία Κώστα Καράπαυλου. Μεγάλος Δρόμος. Διακρίνεται Σφαιριστήριο-Σκοπευτήριο. Αργότερα Φυστικάδικο Γαλάνη. Και στο βάθος ο κύκλος.

Έπειτα το βιβλιοπωλείο έφυγε, ελέω εξειδίκευσης της εποχής φαντάζομαι, και απέμεινε μόνο το ζαχαροπλαστείο. Το ξακουστό και φημισμένο Ζαχαροπλαστείο του Πουλή που γλύκαινε περαστικούς μεγαλοδρομείς σχεδόν μέχρι τις μέρες μας. Ιδιοκτήτης Αθανάσιος Πουλής. Ο καλύτερος δημιουργός σοκολάτας σεράνο σε όλη την περιοχή. Τη δεκαετία του 70, το ζαχαροπλαστείο  φιλοξενούσε κάθε κυριακή βράδυ πλήθος αυτοχθόνων ιθαγενών με σκοπό να παρακολουθήσουν την αθλητική κυριακή του Γιάννη Διακογιάννη. Άλλες εποχές και λίγες τηλεοράσεις.

Και ερχόμαστε στα μισά της δεκαετίας του 90. Στο τέλος του αιώνα μας. Το κατάστημα αλλάζει χέρια, γίνεται καφενείο και ονομάζεται Λυρικόν. Ιδιοκτήτης Χρήστος Καράγιωργας. Εδώ θα κάνουμε μεγάλη στάση.

Το Λυρικόν έγινε αμέσως ένα από τα μεγαλύτερα στέκια της πόλης. Όταν λέμε μεγαλύτερα δεν εννοούμε σε μέγεθος αλλά σε πάθος. Γιατί στα ναπολιτάνικα, στέκι δεν σημαίνει απλά το μέρος που συνηθίζεις να πίνεις καφέ. Τότε όλα τα καταστήματα θα ήταν λίγο-πολύ στέκια. Στέκι σημαίνει το μέρος που το 90% και βάλε του κόσμου, που έχει κάθε ώρα και στιγμή, είναι πορωμένοι οπαδοί του. 

Επίσης στέκι σημαίνει το μέρος που κάθε παρέα του το θεωρεί δικό της. Έχει που λένε μια ιδιοκτησιακή σχέση με το χώρο. Νιώθει σαν να το έχει χτίσει και μερικές φορές να το έχει γκρεμίσει κιόλας. Μεταφορικά μιλώντας πάντα.

η ταμπέλα βρίσκεται υπό την ιδιοκτησία της παρέας του γράφοντος
Το Λυρικόν από όλες τις απόψεις ήταν ένα τέτοιο μέρος. Πορωμένοι οπαδοί που ακολουθούσαν τυφλά το μονοπάτι του για να πιούνε το καφέ τους ή να απολαύσουν τη μπύρα τους και μεγάλες παρέες με ιδιοκτησιακό προφίλ. Το καλό ήταν πως η καθεμία είχε το δικό της ιδιαίτερο ωράριο, τις δικές της ιδιαίτερες κινήσεις και θέσεις μέσα στο χώρο ώστε ποτέ να μην δημιουργούνται προστριβές μεταξύ "των ιδιοκτητών". Ο καθείς είχε βρεί το δικό του ιδιαίτερο βόλεμα για να μην ενοχλεί και να μην ενοχλείται. Σαν το σπίτι του. Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας λοιπόν που καθιστά ένα κατάστημα στέκι.

έργο του Θανάση Βασιλείου(μικρός κακόμοιρος) φιλοτεχνημένο πάνω στη ταμπέλα του ιστορικού καφενείου Λυρικόν

Όπως όμως όλα τα όμορφα πράγματα σε αυτή τη ζωή, έτσι και το στέκι αυτό ολοκλήρωσε κάποια στιγμή τον κύκλο του μέσα στην ιστορία της πόλης και του Μεγάλου Δρόμου. Έκλεισε λοιπόν στις αρχές του καινούριου αιώνα. Στη θέση του εμφανίστηκαν πρόσκαιρα κάποια ανιστόρητα και αγεωγράφητα τρεντοπολύχρωμα καφετίποτα. Μέχρι να εμφανιστούν αυτά τα τουριστικά πυροτεχνήματα, το κατάστημα σε όλες τις μορφές που είχε πάρει μέσα στο προηγούμενο αιώνα τηρούσε πιστά αυτό που ονόμαζε ο Τερζάκης ως δραματική διάσταση της πόλης. Με απλά λόγια ο αυτόχθων λογοτέχνης με τον όρο δραματική διάσταση εννοούσε την κάθε πράξη με αναφορά πρωτίστως στις ανάγκες και τις συνήθειες των αυτοχθόνων  ιθαγενών. Με την δημιουργία επομένως αυτών των τουριστικών καφετίποτα, η κυκλική πορεία της ιστορίας προς στιγμήν διαταράσσεται.

                                                           από 8:14 μέχρι 11:06

Λίγα χρόνια όμως αργότερα, μια  παρέα πορωμένων οπαδών του προηγούμενου ιστορικού καφενείου, μία από αυτές που προφανώς "φιλονικούσαν" τότε για την ιδιοκτησία του μέρους, γίνεται κανονική ιδιοκτήτρια του καταστήματος και η ιστορία ξαναμπαίνει σε κυκλική τροχιά.

Γεννηθήτω Circulo λοιπόν. Eλληνιστί κύκλος. Δεν ξέρω κατά πόσο οι νέοι ιδιοκτήτες είχαν με το νού τους τον κύκλο της ιστορίας που εγώ περιγράφω αλλά αναθρεμμένοι όλοι μας στο ίδιο μαγαζί φαντάζομαι πως δεν θα απέχουν και πάρα πολύ οι προσεγγίσεις μας.  Θυμάμαι κιόλας πως τότε που πρωτοάνοιξαν, βάζοντας την μπάρα του μαγαζιού στο παλιό της σημείο ένιωσα σαν να έσβησαν αυτόματα όλες τις κακοσχεδιασμένες, αρπαχτικές και αντιναυπλιώτικες απόπειρες που είχαν γίνει στον χώρο.

"η μπάρα"

Τώρα βέβαια δεν είμαι θαμώνας του μέρους. Να λέμε την αλήθεια. Όπως και αρκετοί από τους τότε. Πηγαίνω καμιά φορά, πίνω ένα καφεδάκι έξω, θυμάμαι, και φεύγω. Αυτό αρκεί.

Σημασία έχει τώρα πια να ανατραφούν, όπως ήδη συμβαίνει, καινούριες γενιές αυτοχθόνων ιθαγενών από την ιστορική γεωγραφία του. Σημασία έχει ο κύκλος να χαραχτεί υποσυνείδητα και συνειδητά μέσα στο μυαλό των νέων ανθρώπων της πόλης. Και αν κάποιος νεαρός δυσκολεύεται λόγω εποχής να το κατανοήσει, η παλιά ταμπέλα του Καραχάλιου ακριβώς απέναντι μπορεί να τον βοηθήσει. Φωτογραφείο Καραχάλιος. Από το 1935.

Σημασία έχει επίσης η διάσωση της δραματικής διάστασής του. Η ένταξη του με άλλα λόγια μέσα στις καθημερινές ανάγκες της πόλης. Και μια δωρεάν συναυλία στη λαική και προς πώληση παραλία της Καραθώνας, μια εβδομάδα ακριβώς μετά το απόλυτο τουριστοσαββατοκύριακο του έτους είναι ότι καλύτερο για να το πετύχει. Αποτελεί πια ένα θεσμοθετημένο πανηγύρι της πόλης . Μια μουσική λαική συνέλευση. Το τελευταίο καλοκαιρινό ραντεβού των ντόπιων φοιτητών λίγο πριν μας χαιρετήσουν για τα ξέγνοιαστα τους ξένα και το πρώτο δικό μας αντάμωμα για τον δύσκολο χειμώνα.

Φέτος κιόλας η λαική μουσική συνέλευση θα συνδυαστεί και με συλλογή τροφίμων για τις άπορες οικογένειες της περιοχής μας από τα κοινωνικά παντοπωλεία του Άργους και του Ναυπλίου. Νομίζω πως ο συγχωρεμένος ο Τερζάκης θα έτριβε τα χέρια του.

Ηθικό δίδαγμα. Ο κύκλος δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Μόνο τους ανά εποχή περιπατητές της περιφέρειας του.



Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

The roof is on fire!

Φωτιά, φωτιά σύντροφοι!
Παντού φωτιές, πυρκαγιές και στάχτες!


Όλα τα προηγούμενα χρόνια ο φτωχικός μας τόπος αλλά τόσο πλούσιος σε φυσικά κάλλη δεν είχε γίνει βασικός στόχος των καλοκαιρινών εμπρηστών και των οικοπεδοφάγων. Τόσα χρόνια την είχαμε βγάλει καθαρή με ελάχιστες φυσικές απώλειες. Οι καιροί όμως άλλαξαν. Τα φιλέτα-δάση περιορίστηκαν σε όλη την ελληνική και μεσογειακή επικράτεια και είναι πλέον ηλίου φαεινότερο πως τα επόμενα χρόνια, ξεκινώντας από το φετινό, είμαστε η επόμενη στόχευση της εμπρηστικής μαφίας.

Σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού ακούγαμε και μυρίζαμε φωτιές σε κάθε σημείο της Αργολίδας ή της γειτονικής Κορινθίας. Κάθε μέρα ή μέρα παρά μέρα τα τοπικά νέα γέμιζαν τις στήλες τους με πυρκαγιές, με φιλότιμες προσπάθειες πυροσβεστών και κατοίκων και σχεδόν κάθε εβδομάδα έβγαιναν δελτία τύπου που εμφάνιζαν την Αργολίδα υποψήφια για νέα πυρκαγιά.

Οι φωτιές όμως δεν περιορίστηκαν στα δάση και τα φυσικά μας πλούτη. Απλώθηκαν περιέργως και στις χωματερές του νομού μας. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτές οι πυρκαγιές συνοδεύτηκαν και με καταγγελίες αλλά μέχρι και σήμερα ένα σκοτεινό πέπλο μυστηρίου σκεπάζει τις προθέσεις των εμπρηστών. Κάποιοι μιλάνε για συνδέσεις με ιδιωτικά συμφέροντα εκμετάλλευσης των σκουπιδιών ενώ κάποιοι άλλοι για αδιαφορία και ανικανότητα των διοικούντων. Το σίγουρο σε κάθε περίπτωση είναι πως από τον πύρινο εφιάλτη δεν γλιτώνουν πια ούτε τα σκουπίδια μας. 

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε να προστεθεί στη κατάρα της φωτιάς και η παλιά πόλη του Ναυπλίου. Ένα ατύχημα, το σκάσιμο μιας φιάλης υγραερίου, φούντωσε την οδό Σταικοπούλου στη παλιά πόλη, έκαψε ένα ολόκληρο μαγαζί, κατεδάφισε μια παλιά οικοδομή και κινδύνεψε να κάψει και τα διπλανά κτίρια. 

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Πιστεύω είς έναν Τσιμεντόβλαχο

"Πιστεύω είς έναν Τσιμεντόβλαχο, τουρίστα, αθηνάνθρωπα, οδηγόν ουρανού και γής, ορατών τε πάντων αοράτων.

Και είς έναν Βλάχο, Τσοπάνη Τσέλιγκα, τον Υιό του Αργολιδέα τον Μονογενή, τον εκ του Τσιμεντόβλαχου μιμηθέντα προ πάντων των αιώνων. 

Και είς το Πνεύμα το σύγχρονον , το τρέντικον, το οχλικόν, το εκ του Τσιμεντόβλαχου εκπορευόμενον, το συν Τσιμεντόβλαχου και Βλάχου συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον, το λαλήσαν δια των Ιθαγενών."

(Ναυπλιώτικη Αυγουστιάτικη Προσευχή της Αρπαχτής της Τσιμεντοβλαχούσας στις αρχές του 21ου αιώνα μ.Χ.)


Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Για τα πανηγύρια

Διάβασα το πρόγραμμα των πολιτιστικών εκδηλώσεων του Δήμου Ναυπλιέων με τίτλο "Πολιτιστικός Αύγουστος 2013" και μου γεννήθηκε έτσι άξαφνα μια απορία.


Για ποιό λόγο θεωρούνται πολιτιστικές εκδηλώσεις τα διάφορα Πανηγύρια που συμβαίνουν στις πέριξ κοινότητες της πόλης; Τί σχέση έχει πραγματικά το Αργολιδιώτικο Πανηγύρι με τον Πολιτισμό; Είμαι περίεργος, δεν λέω. Σαν κλασικός αυτόχθων ιθαγενής, σαν πρωτοπρωτευουσιάνος που συνηθίζει να διατηρεί πεντακάθαρα οπίσθια με επιμελή και καθημερινό καθαρισμό, όπως ακριβώς επιτάσσουν οι παραδόσεις των προγόνων μας, δεν βρίσκω κανέναν συσχετισμό που να συνδέει τα πανηγύρια της περιοχής μου με τη λέξη πολιτισμός και όλα της τα παράγωγα.

Πού ακριβώς κρύβεται άραγε αυτός ο πολιτισμός; Στην ατελείωτη κρεατοφαγία; Στην άφθονη και μέχρι ξεράσματος μερικές φορές οινοποσία; Στο shopping therapy προς τιμήν του εκάστοτε Αγίου που προφανώς έζησε τη ζωή του λιτά, σεμνά και μέσα στη νηστεία; Στην βλαχοπασαρέλα της κάθε κουτσής Μαρίας που για να κυκλοφορήσει δημοσίως ντύνεται άλλοτε πολύχρωμο λαμπατέρ και άλλοτε κοσμηματοπωλείο ολόκληρο; Και μερικές φορές και τα δυο μαζί; Ή μήπως θεωρείται πολιτισμός αυτό το θορυβώδες κλαπατσίμπανο που περνιέται για παραδοσιακό; Ποιανού παράδοση είναι τέτοιου είδους μουσική; Των ουρακοτάγκων ή των ρινόκερων; Δηλαδή ακούγοντας αυτήν την "παραδοσιακή" ελληνική μουσική του συνθεσάιζερ και της έκο...έκο...έκο...έκο...έκο...σκέφτεσαι δημοτική ποίηση; Ονειρεύεσαι κάμπους, ραχούλες, λιβάδια, βουνά και νησιώτικα σοκάκια; Ελληνικούς καημούς κι αισθήματα; Ή ντιρλιασμένος και χορτασμένος σαν το βόιδι χοροπηδάς σαν το κατσίκι  και τη μαιμού για να εκτονωθείς; Από πότε ακριβώς ο χαβαλές, η χολιστερινούχα μασαμπούκα, το  ασταμάτητο πιοτί και το τζέρτζελο θεωρούνται στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού;
Σαν Δημότης λοιπόν του Δήμου των Ναυπλιέων και σαν παραδοσιακός αυτόχθων ιθαγενής δεν έχω παρά να διαμαρτυρηθώ που ο πλούσιος πολιτισμός του τόπου μου κινδυνεύει να γίνει για τέτοιου είδους πανηγύρια.

Σαν πας πουλί μου στο Μωριά
 θ' ακούσεις τα Καγκέλια
κι αν σου κάνουν τον Άγιο
φύγε με την ουρά στα σκέλια


Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Στην ουρά του Σούπερ Μάρκετ

Το περιστατικό συνέβη στο Ναύπλιο και οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι συμπτωματική.

Κυρία μέσης ηλικίας, κλασικός τύπος Ναυπλιώτισσας νοικοκυράς, περιμένει στην μακρουλή ουρά γνωστού σούπερ μάρκετ της περιοχής. Φορώντας τα κατασκοπευτικά γυαλάκια πρεσβυωπίας που της μικραίνουν νυφιτσοειδώς τα μέγεθος των ματιών, στέκεται σιωπηλή και σκανάρει ωσάν ραντάρ της τελευταίας γιαπωνέζικης τεχνολογίας τους πάντες και τα πάντα. Με το βλέμμα της παραδοσιακής κουτσομπόλας που νομίζει πως δεν καταλαβαίνει κανείς τί κάνει αλλά οι πάντες την κόβουνε από χιλιόμετρα μακριά και φυλάνε τα ρούχα τους να μην τους πιάσει το μάτι της, κυριαρχεί στο χώρο.


Είναι το επίκεντρο της δράσης. Αν την είχατε γειτόνισσα και έμενε  από πάνω σας, θα αδιαφορούσε πάντοτε για την λασπουριά που φέρνει στο μπαλκόνι σας ποτίζοντας τα υπερπολύτιμα φυτά της. Αν την είχατε από κάτω σας όμως, δεν θα μπορούσατε ούτε να φταρνιστείτε χωρίς να ακούσετε την τσιριχτή και γκρινιάρικη φωνή της. Αν σας πετύχαινε στο δρόμο και ήταν οικογενειακή σας φίλη ή γνωστή θα σας τρέλαινε στις ερωτήσεις "ενδιαφέροντος". Τί κάνεις, πού είσαι, παντρεύτηκες, βρήκες δουλειά, έχεις λεφτά, αγόρασες τίποτα, οι δικοί σου τί κάνουν, βγήκαν στη σύνταξη, πόσα παίρνουν και άλλα παρόμοια. Θα προσπαθούσατε ματαίως να πείτε όσο το δυνατόν λιγότερα και να αποκρύψετε άλλα τόσα αλλά το έμπειρο μάτι της γριάς-Κατίνας έχει πάρει μάστερ στην ψυχολογία και έχει κάνει μεταπτυχιακό στις πολεμικές τακτικές του αιφνιδιασμού.  Οπότε όσο και να προσπαθήσετε, είστε τελείως έκθετοι. Η Ναυπλιώτισσα νοικοκυρά αυτό που θέλει θα το μάθει, θέλετε δεν θέλετε. Έπειτα θα σας κατεβάσει μια έκθεση ιδεών για τα δικά της παιδιά που πάντοτε τα καταφέρνουν τέλεια, θα σας γκρινιάξει για κάποια δήθεν ψιλοπροβλήματα που εσάς θα σας απασχολούσαν το πολύ 30 δεύτερα και θα φύγει ανέμελη και κεφάτη γεμάτη  χρήσιμες πληροφορίες κοινωνικού σχολιασμού που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τη πάρτη σας. 

Από πίσω της στέκεται σε απόσταση βολής νεαρός αυτόχθων ιθαγενής κρατώντας μόνο ένα μιλκομπούκαλο και ξενερωμένος που κανείς από τους μεσήλικες με τα γεμάτα καρότσια που στέκονται μπροστά, δεν κάνει στην άκρη για να εξυπηρετηθεί.

Ο νεαρός είναι προφανώς φοιτητής και μάλιστα φρέσκος. Το πολύ πρώτο, άντε βαριά βαριά δεύτερο έτος. Μόλις που έχει φύγει δηλαδή από τη πόλη μας και ω-του θαύματος βρίσκεται στο στάδιο ξαραχνιάσματος από τον μικροαστικό ιστό που ύπουλα και συστηματικά είχαμε απλώσει όλα αυτά τα χρόνια γύρω του. Το παλικάρι μας έχει ανακαλύψει άλλη γή, άλλα μέρη και κυρίως άλλο κόσμο.

Κόσμο εκδηλωτικό κι αυθόρμητο. Ανοιχτό και φιλόξενο. Πολιτισμένο και δραστήριο.Πλέον ο νεαρός αυτόχθων έρχεται στο χωριό μας μόνο για διακοπές και για να δεί γονείς και παλιούς φίλους.

Με το μπλαζέ μάτι της μεγάλης φυγής και την σχετική αδιαφορία για τα εδώ τεκταινόμενα, εφόσον νιώθει περαστικός και τουρίστας, για το λίγο διάστημα που μένει εδώ την έχει δεί μέσα στο εφηβικό κεφάλι του  και ναυαγός και έχει αφήσει το μούσι του να απλώνεται κάπως άναρχα στο πρόσωπό του. 

Αυτό το άναρχο μούσι δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να περάσει απαρατήρητο από τα αετίσια μάτια της κυρίας που στέκεται μπροστά του. 

Αφού η νοικοκυρά μας, ονόματι Λίτσα παρεμπιπτόντως, έχει σκανάρει όλον τον μπροστά χώρο της ορατότητάς της, πρόσωπα, πράγματα, ρούχα, πορτοφόλια και υλικά, μέχρι και τα πόμολα του καταστήματος, ο πίσω χώρος παραμένει για αυτήν ακόμα άγνωστος. Με δήθεν διακριτικές και απαλές κινήσεις ξεκινάει να χαζεύει γύρω της ολοένα και πλαγιότερα μέχρι που τελικά κοιτά πίσω της για να σκανάρει βιαστικά και τον πίσω κόσμο της ουράς με μόνο στόχο να σταμπάρει κάτι ενδιαφέρον και ζουμερό προς κοινωνική κριτική. Και τσουπ το βλέμμα της συναντά το μπλαζέ υφάκι του μουσάτου μας φοιτητή.  

Ερώτηση πρώτη. Δεν ζεσταίνεστε νεαρέ με τόση τρίχα; Η ερώτηση είναι παραπλανητική και ψεύτικη. Δεν αποτελεί αληθινή απορία αλλά υποκρύπτει και υπονοεί έναν υπαινιγμό, μια κριτική για το ίδιο το μούσι. Το μούσι και δή το άναρχο, μέσα στη κοινωνική ζωή της πόλης του Ναυπλίου είναι κατά βάθος κατακριτέο. Είναι μια λοξοδρόμηση του κανονικού. Από πού γεννήθηκε τώρα αυτό το κανονικό θα σας γελάσω. Ένεκα που η πόλη  βρίθει από δικηγόρους και δημοσίους υπαλλήλους που όσο να πείς μια άλφα εμφάνιση περιωπής πρέπει να την έχουν και αποτελούν και πρότυπο; Ένεκα που το μούσι έχει συνδεθεί ιστορικά με τον αναρχοκομμουνισμό, τον χιπισμό και άλλα συναφή πράγματα του διαβόλου; Ένεκα που θυμίζει ηλιθιωδώς ζητιάνους, ρακοσυλλέκτες, βρώμικους και ρακένδυτους; Όπερ σημαίνει ανθρώπους χαμηλής οικονομικής και κοινωνικής τάξης; Ένεκα που θυμίζει ακατανόητους θολοκουλτουριαραίους; Σας είπα δεν ξέρω. Θα σας γελάσω. Το σίγουρο είναι πως το μούσι, αυτές οι αγνές τριχούλες του Θεού που μας γεμίζουν το πρόσωπο από τα πρώτα  βήματα της ανθρωπότητας πάνω στο πλανήτη, στο Ναύπλιο χρήζει περαιτέρω εξέτασης. 

Ο νεαρός κοιτώντας βαριεστημένα τη κουτσομπόλα μας κυρία Λίτσα και με ύφος "τί θές τώρα κυρά μου, τράβα να ανακατέψεις το αυγολέμονό σου και παράτα μας ήσυχους", της απαντά:
-Ζεσταίνομαι.
-Και γιατί δεν το κόβεις ρε πουλάκι μου; Εγώ μόνο που σε βλέπω, σκάω!
-Μπορείτε και να μη με δείτε και έτσι να κρατηθείτε δροσερή, απαντά με απόλυτη σοβαρότητα ο πιτσιρικάς.

Η κυρά-Λίτσα καίει προς στιγμήν λάδια, τα ιόντα του εγκεφάλου της βαράνε για μερικά δευτερόλεπτα άτακτες σβούρες χωρίς να μπορούν να βγάλουν συμπέρασμα και ύστερα προσγειώνονται στην ευκολία των έτοιμων λύσεων και των άκριτων δεδομένων. Κοινώς, επιστρέφουν στην αρχική τους καταδίκη έναντι πάσης φύσεως τριχός.
- Ρε πουλάκι μου, γιατί δεν τα κόβεις για να δροσιστείς;
-Δεν θα δροσιστώ, συνεχίζει περιπαιχτικά ο νεαρός.
-Γιατί;
-Γιατί έξω έχει καύσωνα. Κανείς δεν μπορεί να δροσιστεί στο καύσωνα. Είναι μάταιο. Εξάλλου θα ζεσταθώ πρώτος το χειμώνα. Το σκεφτήκατε αυτό;

Η κυρά-Λίτσα έμεινε κάγκελο, τρολλιασμένη του ελέους και χαζεύοντας το κενό. Για πρώτη φορά δεν μπόρεσε να βγάλει κανένα συμπέρασμα. Δεν κατάφερνε με τίποτα να κατατάξει τον νεαρό στις γνωστές της κατηγορίες-ταμπέλες. Ήταν κουμμούνι, πρεζάκιας για ζήτουλας; Βρωμιάρης, κουλτούρας για τρελός; Δεν ήξερε. Ούτε μπορούσε να μάθει. Έσκυψε ηττημένα το κεφάλι της και περίμενε υπομονετικά τη σειρά της στο ταμείο μέχρι που πλήρωσε και χάθηκε από τον ορίζοντα. 

Όταν έφτασε το βράδυ, πάνω στο οικογενειακό τραπέζι ρώτησε δειλά τον άντρα της, αν έχει σκεφτεί ποτέ να αφήσει μούσι. Για λόγους οικονομίας του το πρότεινε. Στους κρύους μήνες του χειμώνα δεν θα χρειαστεί να πληρώνουν extra πετρέλαιο όταν κοιμάται μόνος του μπροστά στη τηλεόραση, του είπε.

Ο πιτσιρικάς το ίδιο βράδυ  συνάντησε  μια ωραιοτάτη νεαρά Ναυπλιώτισσα που τη γούσταρε από καιρό και αυτή  του έγνεψε γλυκά έξω από το Σίρκουλο στο Μεγάλο Δρόμο. Είναι καιρός να κόψω το υπερβολικό μου μούσι, συλλογίστηκε  μέσα του. Αρκετά κυκλοφόρησα σα ναυαγός. Κάνει και πολύ ζεστή και δεν την αντέχω τόση τρίχα, σκέφτηκε.

Και η ζωή μας συνεχίστηκε απείραχτη.