Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Παράπονα κωλοπλένηδων

Δέχτηκα κάποια παράπονα από ντόπιους ιθαγενείς που τους πειράζει η διαρκής χρησιμοποίηση του όρου «κωλοπλένηδες» στα κείμενά μου.


Ομολογώ πως σαν ναυπλιώτης, είμαι άνθρωπος ανοιχτόμυαλος, συζητήσιμος, που δέχεται τη κριτική, που προσπαθεί να έχει πάντοτε καλές σχέσεις με τους συμπολίτες του και να βελτιώνεται από την πάντοτε καλοπροαίρετη κριτική τους.

Οπότε θα σταματήσω να χρησιμοποιώ τον όρο «κωλοπλένης». Άλλωστε όπως έμαθα, δεν μας αφορά στ΄αλήθεια. Ο όρος αναφέρεται σε χαρτογιακάδες από την Ευρώπη, που τα πρώτα χρόνια της Απελεύθερωσης είχαν πλημμυρίσει όλη τη πόλη. Αυτούς τους έλεγαν κωλοπλυμμένους. Και μόλις έφυγαν, οι Πρασάδες, με συγχωρείτε, οι Αργείτες, επειδή δεν είχαν τι να μας πουν που είμασταν γαμάτοι, έξυπνοι, όμορφοι, πνευματώδεις και ξεχωριστοί, παρέφρασαν τον προηγούμενο όρο και έβγαλαν τον  όρο κωλοπλένηδες. Αυτοί που και καλά καθαρίζουν τον κώλο τους σε οθωμανικές τουαλέτες. Τρίχες.

Έψαξα να βρώ λοιπόν ένα παρατσούκλι που να μας αρμόζει. Ένα παρατσούκλι που εκφράζει περισσότερο ελληνικό κόσμο. Και το βρήκα.

Μέσα σε μια παρωδία εκκλησιαστικού ύμνου του 1829 με τίτλο «ο Υμνούμενος». Το έργο ανήκει σε τμήμα κάποιας μουσικής επιθεώρησης εκείνης της εποχής και σατιρίζει όλους σχεδόν τους Έλληνες με βάση το τόπο καταγωγής τους ή ένα χαρακτηριστικό τους. 

Μέσα σε αυτό το τραγούδι σατιριζόμαστε και εμείς σύντροφοι ιθαγενείς. Οι Ναυπλιώται. Λέει χαρακτηριστικά ο ποιητής «…αιγενίτης κανατάς, ναυπλιώτης δυστενγκές…». Τι είναι αυτό το «δυστενγκές» σύντροφοι, συνέλληνες, συμπατριώτες; Ξέρετε; Δεν ξέρετε αλλά είστε. Τι είστε; Μα δυστενγκείς φυσικά.

Πάει το κωλοπλένηδες. Πέταξε. Βρήκαμε καινούρια λέξη. Πιο γαμάτη και πιο άγνωστη. Δυστενγκείς ή δυστενγκέδες κατά το ρεμπέτικον. Αν σας ξαναπούνε κωλοπλένηδες απαντήστε με μπλαζέ ναυπλιώτικο υφάκι στον ανάγωγο που εξστομίζει τέτοιες κουταμάρες πως δεν είστε κωλοπλένηδες πια αλλά δυστενγκέδες. Έτσι σας λέει ο κόσμος.

Και αν σας ρωτήσει, σύντροφοι,  ο βλαξ που θα τολμήσει να σας υβρίσει ή να σας ειρωνευτεί τι σημαίνει η λέξη δυστενγκής, πείτε στον αγράμματο και αδαή τιποτένιο πως η λέξη προέρχεται από το αγγλικό «distinguish» που σημαίνει ξεχωρίζω και διακρίνομαι. Δυστενγκέδες επομένως είναι οι ξεχωριστοί, οι διακριθέντες, οι επιφανείς. Όλοι εμείς, οι αυτόχθονες ιθαγενείς.

Με κωλοπλένηδες θα ασχολούμαστε τώρα…

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Περί Λάθους


Φίλε, έκλεισε το Λάθος

και παρέλυσε το Κράτος

η νυχτερινή ζωή

έχει μείνει ορφανή



Δεν πρόκειται να σας παπαριάσω τον εγκέφαλο, σύντροφοι ιθαγενείς με δακρύβρεχτες περιγραφές, υμνητικές αναφορές, επικηδείους και επαινετικά σχόλια για το κλείσιμο του ιστορικού Λάθους στην άκρη του μεγάλου δρόμου, καθότι ανήκω και γω, σαν κλασικός μαλάκας,  στη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού που επισκέφθηκε ελάχιστα ως καθόλου το εν λόγω κατάστημα όλα αυτά τα χρόνια της τιμητικής του παρουσίας στη πόλη.

Ας είναι επομένως καλά οι χιλιάδες τουρίστες που το στήριζαν οικονομικά και του πρόσφεραν τη διεθνή φήμη που άξιζε όπως και οι ελάχιστοι ντόπιοι θαμώνες του.

Εγώ, όπως και πολλοί άλλοι συνιθαγενείς, ανήκουμε στους λεγόμενους εξωτερικούς θαυμαστές του καταστήματος. Σε αυτούς που ενώ δεν το τιμούσαν με τη παρουσία τους, γούσταραν να το βλέπουν στη περατζάδα τους από το μεγάλο δρόμο. Γούσταραν να υπάρχει απλά, ήσυχα και γραφικά στην ακρούλα του και να δίνει ένα τόνο διαφορετικότητας στη γιαουρτοποίηση και μαζοποίηση των καταστημάτων της περιοχής.

Χάριν λοιπόν αυτού του εξωτερικού και μόνο θαυμασμού, θα σας διηγηθώ μια ιστορία με πρωταγωνιστή, ποιόν άλλον, παρά τον ιδιόμορφο ιδιοκτήτη του. Τον Τάσο.

Ήταν καλοκαιράκι του 2003. Μεγάλος δρόμος, μεσημεράκι στη μπάρα του Λυρικού. Μέσα στο μαγαζί ελάχιστοι ένεκα μεσημεριανής σιέστας. Ο Μπάρμαν, ο λεγόμενος Μήτσος ο Φονιάς, ο ιδιοκτήτης του Λυρικού Χρήστος Καράγιωργας, εγώ, ο Φώτης, ο σκουρόχρωμος μπαρμαν που έπιανε βάρδια στις 4, ο Θανάσης ο Κακόμοιρος, η γκαρσόνα Δήμητρα και ο Δικαίος, ένας από τους σημερινούς ιδιοκτήτες του Καταστήματος που διάβαζε αθλητική εφημερίδα στη γωνία. Εμείς καθόμασταν στη μπάρα και από πίσω μας να υπήρχαν και το πολύ δύο τραπεζάκια με κόσμο. Άκρα του Παλιού Ναυπλίου σιωπή, στον αργολικό κάμπο βασιλεύει.

Ξαφνικά εμφανίζεται ο Τάσος. Ιδιοκτήτης του Λάθους.

Ο Τάσος, αν και είχε δικό του κατάστημα, συνήθιζε πάντοτε πρίν το ανοίξει να επισκέπτεται το Λυρικόν και να πίνει το καθιερωμένο εσπρεσάκι του. Δεν είχε καφέ στο μαγαζί; Δεν γούσταρε έτσι απλά; Ήταν και αυτός Λυρικομανής σαν όλους μας; Ποτέ δεν έμαθα αλλά δεν είχε και καμιά ιδιαίτερη σημασία.

Ο Τάσος, με αργά βήματα και το συνηθισμένο του βλέμμα, το απλανές, το φεύγα, κατευθύνθηκε προς τη μπάρα. Κάθεται δίπλα στο Χρήστο και παραγγέλνει καφέ. Πιάνουν τη κουβέντα. Λένε τα δικά τους τα επιχειρηματικά, τα Ναυπλιώτικα, τα εφοριακά και οικονομικά ώσπου ο Χρήστος, μέσα στην ησυχία κι βαρεμάρα του μεσημεριού τον ρωτάει γιατί θα ανοίξει το μαγαζί του σήμερα τόσο νωρίς. Η συνηθισμένη ώρα του Τάσου ήταν πάντοτε μετά τις 5 το απόγεμα.

Ο Τάσος γυρίζει με απάθεια και του απαντά πως το μαγαζί είναι ήδη ανοιγμένο εδώ και ώρα.

Και ποιος είναι μέσα; Τον ρωτάει ο Χρήστος.

Κανείς. Του απαντάει ο Τάσος.

Καλα ρε μαλάκα, του λέει ο Χρήστος, άνοιξες το μαγαζί και έφυγες;

Θα προσπαθήσω να τσεκάρω αυτή τη βδομάδα που θα έχουμε και κόσμο αν το μαγαζί μπορεί να λειτουργήσει με τη μέθοδο του self service….απαντάει ο Τάσος.


Το Λάθος 1994-2012 (επί του Μεγάλου Δρόμου)