Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Οι Αθηνάνθρωποι

Αθηνάνθρωπος ή Τσιμεντόβλαχος ονομάζεται το μέλος μιας αγέλης, ενός κοπαδιού ή ενός σμήνους που αποφασίζει ταυτόχρονα με τους συγκρατούμενούς του φυλακισμένους,  να αποδράσει για κάποιες μέρες σε ένα όμορφο και γαλήνιο μέρος. Λόγω του χρόνιου ιδρυματισμού του όμως ο Αθηνάνθρωπος, χωρίς να το καταλαβαίνει προφανώς, κουβαλά παντού τη φυλακή και την αγέλη του.



Εδώ και κάμποσα χρόνια, σύντροφοι ιθαγενείς, έχει απλωθεί στη πόλη μας ένα μικρόβιο, ένας σκόρος που μας ροκανίζει τη ζωή και μας καταστρέφει τη καθημερινή μας ευτυχία εντός του άστεως. Σε τακτά και άτακτα χρονικά διαστήματα, σε διακοπές και αργίες, η πόλη της Ναπολι καταλαμβάνεται από το παρασιτικό γένος των Αθηνανθρώπων ή Τσιμεντόβλαχων. Λόγω της κοντινής απόστασης των δύο πρωτευουσών του νεοελληνικού κράτους, λόγω και της κατασκευής της εθνικής οδού Τριπόλεως-Αθηνών, το γένος των Αθηνανθρώπων επιλέγει τα τελευταία χρόνια κοπαδικώς την πρώτη πρωτεύουσα της χώρας σαν τόπο αναψυχής, ανάπαυσης και σύντομης φυγής  από τη μίζερη και τσιμεντένια του καθημερινότητα.

Οι Αθηνάνθρωποι έρχονται στο Ναύπλιο κουβαλώντας μαζί τους τα υπέροχα πορτοφόλια τους, έτοιμοι να τα αδειάσουν στα ταμεία της πόλεως. Οι αυτόχθονες επιχειρηματίες τρίβουν τα χέρια τους και η πόλη μεταμορφώνεται κατά περίσταση σε ένα γιγάντιο ταμείο εισρροής πρωτευουσιάνικων ευρώ.

Τα λεφτά όμως, όπως έχουμε διδαχθεί από τις δεκάδες σαπουνόπερες που έχουμε παρακολουθήσει, δεν φέρνουν πάντοτε την ευτυχία. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τα λεφτά του γένους των Αθηναθρώπων. Ίσως γιατί εκτός από χρήματα, οι Τσιμεντόβλαχοι Πρωτευουσιάνοι φροντίζουν να εξοπλίζουν τη  πόλη μας και με άλλα πράγματα.

Καταρχήν, φέρνουν μαζί τους τα πανέμορφα και τόσο χαριτωμένα αυτοκινητάκια τους, τις μελωδικές κόρνες τους, τις ευγενικές μούντζες τους, τα γλυκομίλητα μπινελίκια τους και τις θαυμάσιες οδηγητικές τους αρετές. Η πόλη πλημμυρίζει από νευρικά τιμόνια, μποτιλιαρίσματα, ηλιθιωδώς σταθευμένα αυτοκίνητα, θορύβους και μουτρωμένους οδηγούς. To πάρκινγκ γίνεται αγώνας δρόμου για όλους και οι ελάχιστοι που θα κατέβουν στη παλιά πόλη με τα πόδια θα βιώσουν ένα μέρος της ακουστικής και ψυχολογικής κούρασης του κέντρου των Αθηνών. Μέσα σε λίγες μόνο ώρες οι Αθηνάνθρωποι ανεβάζουν τους στρεσογόνους δείκτες της πόλης, αυξάνουν τα ντεσιμπέλ και εισχωρούν βίαια στο νευρολογικό ιστό της τοπικής κοινωνίας.

Η αύξηση των ντεσιμπέλ και του θορύβου όμως δεν σταματούν εκεί. Οι Αθηνάνθρωποι ως γνωστόν συνηθίζουν να κινούνται σαν σμήνη και εκτός αυτοκινήτου. Καταλαμβάνουν μαζικά κάθε σημείο που θα περάσουν, καφετέριες, ταβέρνες, πεζόδρομους, και αφήνουν πάντοτε  πίσω τους ένα αριθμό μελών ικανών να προκαλούν παντού το αδιαχώρητο. Κι ενώ οι ίδιοι αντιμετωπίζουν όλη αυτή τη κατάσταση με τη πασίγνωστη πλέον ανέκφραστη, αναίσθητη και μουρόχαβλη φάτσα τους, ο ντόπιος πληθυσμός, όσος έχει το κουράγιο να βγεί έξω,  δυστυχώς δεν βρίσκει σημείο ούτε να κάτσει ούτε να χαλαρώσει. Βλέπεις οι Αθηνάνθρωποι, πέρα από τη βαβούρα που διαθέτουν, έχουν αναπτύξει και το προσόν της ιώβιας υπομονής ή αλλιώς του συνδρόμου της «ουράς». Έχοντας συνηθίσει τις απίστευτες και άπειρες ουρές στις δημόσιές τους υπηρεσίες, στις συγκοινωνίες, τους δρόμους,  τα θέατρα και τα σινεμά,  μπορούν ανελέητα και για όσο χρειαστεί να περιμένουν όρθιοι μαζί με τη παρέα τους μέσα ή έξω από ένα μαγαζί για να μπορέσουν να πάρουν το τραπεζάκι στο καφέ, στο μπάρ ή τη ταβέρνα που στάμπαραν. Και οι ντόπιοι, που βαριούνται όλη αυτή τη διαδικασία φυσικά, κάνουν μια απλή περατζάδα, άντε μέχρι το φάρο, σιχτιρίζουν την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισαν να βγούν, διαολοστέλνουν αυτόν ή αυτή που τους το πρότεινε, και επιστρέφουν με τα βαριά σημάδια του πολέμου, στο σπίτι τους, κατάκοποι κι εκνευρισμένοι. Κοινώς, αυτοεξορίσονται στα κλουβιά τους.

Όλο και μεγαλύτερος αριθμός αυτόχθονων ιθαγενών επιλέγει να μη βγει στη πόλη του τις μέρες των γιορτών, των αργιών, των διακοπών και των όμορφων σαββατοκύριακων για να μη συναντηθεί με το εκνευριστικό και εγωκεντρικό κοπάδι των Αθηνανθρώπων. Αντ’΄αυτού επιλέγει συγκεντρώσεις φίλων και συγγενών σε σπίτια και εξορμήσεις σε κοντινές επαρχίες όπως το Τολό, η Πλάκα και το Άργος. Τιμή και δόξα βεβαίως στους αυτόχθονες που για καθαρά εκδικητικούς λόγους, εκείνες τις μέρες επισκέπτονται την πρωτεύουσα, την έδρα των Αθηνανθρώπων.

Μοναδικοί αλώβητοι, μη πω και ευχαριστημένοι με το φαινόμενο, είναι οι πιτσιρικάδες της πόλης, τα αυτόχθονα εφηβόπουλα, που μέσα στο γενικό χαμό και το αχανές τουριστικό πλήθος βρίσκουν την ευκαιρία να ζήσουν μια κάποια ανωνυμία, μακριά από τον καθημερινό μικροαστισμό της επαρχιακής πόλης,  και να κάνουν ελεύθερα τις μαλακίες της ηλικίας τους. Οι υπόλοιποι αυτόχθονες κωλοπλένηδες, που δεν μας ενδιαφέρει πιά να κρυφτούμε αλλά να βρεθούμε, δυστυχώς αποκοβόμαστε όλο και περισσότερο από τον κοινωνικό μας ιστό καθώς συνηθίζουμε να γιορτάζουμε και να γλεντάμε μακριά από τη τοπική μας κοινότητα. Σε απλά ελληνικά, δεν συναντιόμαστε καθόλου πιά στους δημόσιους χώρους της πόλης, τις μέρες της χαράς, της γιορτής και της ναυπλιώτικης λιακάδας. Εξαίρεση αποτελεί ίσως η Μεγάλη Παρασκευή, επειδή η κατάνυξη και η θρησκευτική ατμόσφαιρα αναγκάζει ακόμη και τους Τσιμεντόβλαχους να το βουλώνουν λιγάκι. Οπότε και μείς αρπάζουμε την ευκαιρία μέσα στη σχετική ηρεμία της γιορτής και ξαναγνωριζόμαστε όσο προλαβαίνουμε. Κατά τα άλλα μεταμορφωνόμαστε συνεχώς σε άτομα ξεκομμένα από το κοινωνικό μας περιβάλλον, γινόμαστε επομένως και λογικώς ωσάν τα μούτρα τους.

Και δεν φτάνει που μας κάνουν ολο και πιο πολύ σαν τα μούτρα τους, αλλά φεύγοντας, αφήνουν πίσω τους μια πόλη βομβαρδισμένη απ’ τη μαζική παρουσία τους. Μια πόλη πανέμορφη και άδεια. Μάλλον κούφια. Μια πόλη φάντασμα, κομμένη και ραμμένη μονάχα για τις τσέπες τους, τις ανάγκες τους και την επόμενη μαζική εξόρμησή τους. Μια τουριστική και πανάκριβη πόλη, χωρίς ιδιαίτερη καθημερινή ταυτότητα που το μίζερο και καταθλιπτικό διάστημα της απουσίας των Αθηνανθρώπων, το κουτσοκαλύπτει με τους σκόρπιους και  ξεχασμένους τουρίστες της. Τους αυτόχθονες ιθαγενείς κωλοπλένηδες. Εμάς τους απάτριδες μαλάκες.

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Στη Πρόνοια - Eπιστολή αναγνώστη

Σας παραθέτω αυτούσια την επιστολή του αυτόχθονα ιθαγενή:

«Αγαπημένο μου Παλαμούρτζι. Σας διαβάζω εδώ και καιρό και βρίσκω το χιούμορ και τον λόγο σας  διασκεδαστικό . Με έχετε όμως στεναχωρήσει. Ενώ λέτε πως είστε ένας αυτόχθων ιθαγενής, δεν ενδιαφέρεστε καθόλου για περιοχές εκτός παλιού Ναυπλίου. Μιλάτε συνεχώς για το παρκάκι του ΟΣΕ, τη παραλία, το μεγάλο δρόμο, το καρνάγιο και δεν ενδιαφέρεστε καθόλου για τον συνοικισμό, τη συνοικία Κούρτη και τη Πρόνοια που τυχαίνει να είμαι κάτοικός της. Η Πρόνοια, αν δεν το ξέρετε βρίσκεται σε μια διαδικασία συνεχόμενης παρακμής και απαξίωσης. Θα σας αναφέρω περιληπτικά τί συμβαίνει μόνο στη πλατεία της Πρόνοιας και βγάλτε μόνο σας τα συμπεράσματά σας.

1. Σιντριβάνι, το οποίο χρόνια τώρα περιμένει μια προεκλογική περίοδο για να ζωντανέψει
2. Σπασμένες πλάκες, τις οποίες με ευρηματικότατο τρόπο οι μικροί Ρομά της περιοχής χρησιμοποιούν δημιουργικά για την αναβίωση του λαϊκού πολιτισμού, παίζοντας με αυτές παραδοσιακά παιχνίδια τα ονόματα των οποίων αγνοώ.
3.Σπασμένες λάμπες
4. Σκουπίδια
5. Στύλους από καλαθάκια απορριμμάτων, χωρίς τα καλαθάκια
6. Πέτρινη βρύση, χωρίς νερό
7. Ηλίθια συνθήματα ή απλά μουτζούρες, γραμμένα παντού: στους τοίχους των σπιτιών και του σχολείου, ακόμη και στην πέτρινη βρύση

Η υπέροχη πλατεία μας επίσης, έχει μετατραπεί –σχεδόν επίσημα- σε αποχωρητήριο σκύλων – δε μιλώ για τα αδέσποτα, μιλώ για εκείνα που φέρνουν οι κυρίες και οι κύριοι φιλόζωοι της γειτονιάς  και στους οποίους κανένας δεν έχει μιλήσει για γαντάκια και σακουλάκια.


Και μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό της παρακμής και της εγκατάλειψης, ήρθαν να προστεθούν και τα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Με τα συρματοπλέγματα στο μπαλκόνι και το δυνατό προβολέα……. για να ολοκληρώσουν την εικόνα της φρίκης.
Καταλάβατε κύριε Παλαμπούρτζι;»

                                          1950...

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Ανταπόκριση απο το Φάρο

Για χρόνια ο Φάρος της παραλίας είναι ένα κομβικό σημείο συνάντησης και βολταδούρας για κάθε αυτόχθονα ιθαγενή. Αποτελεί σημείο πολλών και έντονων αναμνήσεων για όλους μας. Κρυφά κι εφηβικά ζευγαρώματα, ατελείωτες συζητήσεις με φίλους, πλάκες και πασαρέλα παντός είδους, πάρτυ με μπύρες, κιθάρες και τα συναφή, ηρεμιστικές περατζάδες τις ήσυχες ώρες και μπόλικες αυτοψυχαναλύσεις.



Κυρίαρχη ομάδα απο τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και από ιστορίες μεγαλυτέρων αλλά και με βάση τη κοινή λογική του σημείου, είναι φυσικά η νέα γενιά. Η μαθητική νεολαία της πόλης και η  φοιτητική της. Το μέρος κοινώς πλημμυρίζει από πιτσιρικαρία και υπερκινητική και υπερφωνακλάδικη εφηβεία. Δεκάδες χιλιάδες είναι οι δύσμοιροι τουρίστες που θέλησαν σε ώρες πεζοποριακής ακμής να χαρούν τη γαλήνη και την αισθητική του μέρους αλλά μια μεγάλη παρέα των πραγματικών αφεντικών της περιοχής τους χάλασε τα σχέδια. Οι ντόπιοι, τουλάχιστον αυτοί που δεν διέπονται από το σύνδρομο «του κατηχητικού» αναγνωρίζουμε την διαχρονική ιδιοκτησία των νεαρών της πόλης και απολαμβάνουμε πάντοτε τη βόλτα μας απερίσκεπτοι. Αν θελήσουμε ησυχία, ξέρουμε πότε να πάμε.

Οι νέοι της πόλης, έχουν σαν σύμβολο, σαν έμβλημα της ιδιοκτησίας τους, σαν πινακίδα που δηλώνει ποιός κάνει κουμάντο τελοσπάντων στο μέρος, τί άλλο πέρα από τον ίδιο τον Φάρο. Ο Φάρος εδώ και χρόνια γίνεται ένας καμβάς διαρκών συνθημάτων που γραφοσβήνονται διαρκώς και δηλώνουν την ιδιοσυγκρασία, τον ψυχισμό αλλά και την ενέργεια των δημιουργών τους.
Οπότε…

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012, Φάρος Παραλίας Ναυπλίου.


Mπροστά μας, με όπισθεν φόντο το Μπούρτζι, έχουμε τον Φάρο. Στεκόμαστε μπροστά στις 2 από τις 5 λευκές πλευρές του. Γεμάτες γραμμένα και ψαγμένα πολιτικά συνθήματα.

« Ο Κέννυ σας γαμάει φασιστάκια» δηλώνει κάποιος Κέννυ αποκαλύπτοντας στην αναπλιώτικη κοινωνία τα τρελά του βίτσια..

Άλλο αγόρι γράφει «Γαμώ τη Χ.Α». Φίλος του Κέννυ φαντάζομαι.

Μετά ξεκινάνε τα βαθιά. « Είμαστε όλοι μετανάστες». Σόρρυ φιλαράκι αλλα εγώ είμαι αυτόχθων ιθαγενής κωλοπλένης. Έχω ψάξει και το αίμα μου και το βρήκα με υψηλούς δείκτες σκατολιμανίασης. Άρα;

 Ένα άλλο χρήζει πολλαπλών ερμηνειών.  «Το νου σας, κάθε ψήφος αντιστοιχεί σε μια ρατσιστική επίθεση». Βάλτε με το νου σας πόσους έχετε δείρει μέχρι τώρα.

Υπάρχουν και τα κλασικά συνθήματα όπως «αντιφά ναυπλίου», «φασίστες πάλι πούτσα», «μουνιά ρε» που μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως προς το παρόν οι φασίστες είτε δεν πατάνε το πόδι τους στο φάρο, είτε δεν υπάρχουν, είτε και το πιο πιθανό, ξεχνάνε πάντοτε το μαρκαδοράκι τους.

Πάντως από τη μπροστά πλευρά του Φάρου,το σύνθημα που ξεχωρίζει μέσα στη βαβούρα των πολιτικών σχολίων, το σύνθημα που κυριεύει το νου και παρασέρνει την ψυχή στο κόσμο του έρωτα και της καψούρας είναι το «σε θέλω για πάρτη μου». Γραμμένο με στυλό αχνό και προπάντων ανορθόγραφο για να τονίζεται το νταλκαδιάρικο πάθος.

Μεταφερόμαστε στα πίσω μέρος της περιοχής. Στην λεγόμενη και κατουροπεριοχή του Φάρου. Τουλάχιστον τις έρημες ώρες. Μια που το θυμήθηκα, όσοι έχετε αυτή την αξιολάτρευτη συνήθεια να κατουράτε πίσω από το Φάρο, θα σας παρακαλούσα να το κάνετε μόνο κοιτώντας τη θάλασσα και ποτέ όταν έχει αέρα.

Στο πίσω μέρος του Φάρου τα συνθήματα έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Εκπληκτικά εικαστικό είναι το γραμμένο με ρόζ μαρκαδοράκι ( προφανώς από κορίτσια) και με κεφαλαία γράμματα «Ζωή, Κοπάνα, Αλητεία». Όλο το νόημα της ζωής γραμμένο σε τρεις λέξεις.

Ένα παραδοσιακό «fuck you» γραμμένο με έντονο μαύρο μαρκαδοράκι επιβεβαίωνει τα γνωστά σε όλους μας σεξουαλικά προβλήματα της περιοχής που ξεκινούν φυσικά από την εφηβεία.

Τρεις φιλενάδες επιβεβαιώνουν την «αιώνια» φιλία τους που θα κρατήσει βάση διαχρονικών στατιστικών μέχρι να μπογιατιστεί ξανά ο τείχος, με τη πατροπαράδοτη πρόσθεση ονομάτων που καταλήγει στο κλασικό F.F.E. ( friends for ever).

Το ίδιο ακριβώς κάνει γράφοντας με μπλε στυλό  και ένα ζευγαράκι με τη κατάληξη όμως love for ever δηλαδή L.F.E. Να πληροφορήσουμε το ζευγαράκι αν τυχόν μας διαβάζει πως μακάρι, αλλα δυστυχώς η στατιστική δεν είναι ούτε με το δικό τους μέρος.

Ακολουθούν κάποια ακατανόητα όπως «molto τζους», «ολγού ελέ!!!» και άλλα σατανιστικά και αλλόθρησκα μέχρι το μάτι να πιάσει το νούμερα ένα πολιτικό σύνθημα όλου του φάρου. «Εδώ πατάς, εκεί ματάς». Η πίσω πλευρά του φάρου, η χιλιοκατουρημένη που λένε κι οι παλιοί, πήρε με ένα και μόνο σύνθημα το βραβείο καλύτερης πολιτικής ατάκας. Συγχαρητήρια στο παλικάρι που το έγραψε, είναι ο μόνος που δεν θα σατιρίσω μαζί με τον τελευταίο που κατά τη γνώμη μου έχει σπάσει όλα τα ερωτικά κοντέρ.

Πριν πάω σε αυτό όμως, να δώσω συγχαρητήρια στον φίλο με το όνομα molto που έχει γεμίσει μια ολόκληρη πλευρά γράφοντας με μεγάλα γράμματα το όνομά του καμιά δεκαριά φορές.. Το παρατσούκλι του μάλλον. Φίλε molto, και πάλι μπράβο σου. Τώρα οι πάντες σε γνωρίζουν. Έκανες αισθητότατη τη παρουσία σου.

Θα κλείσω με τον μεγάλο γκουρού των συνθημάτων. Aυτόν τον τελευταίο που λέγαμε. Τον νικητή των νικητών. Όνομα δημιουργού άγνωστο. Πρόκειται για έργο ανώνυμο που συνεχίζει την παράδοση των κλασικών ανώνυμων νεοελληνικών έργων όπως το δημοτικό τραγούδι, "η ελληνική Νομαρχία" και άλλα.

«Βίκυ, Βικάκι, όσα ρούχα και να φορέσεις, εγώ θα σε σκέφτομαι πάντα γυμνή».

Βικάκι! Και μεις γυμνή θα σε σκεφτόμαστε από εδώ και πέρα. Γιατί μάλλον σου αξίζει!!!

Υ.Γ. υπάρχει ακόμη μια πλευρά τελείως λευκή...