Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Αυθαίρετες σκέψεις μια Ναυπλιώτικης βόλτας

Σύντροφοι ιθαγενείς, χθες αποφάσισα επιτέλους να ξεκουνήσω από το σπίτι μου, να ξεμπλοκάρω λιγάκι από την οθόνη του υπολογιστή μου και να βγω μια ήσυχη απογευματινή βολτίτσα στη παλιά πόλη. 


Να βολτάρω στους γύρω χώρους της, να σκεφτώ τα δικά μου, να ηρεμήσω και να αναπνεύσω λίγο καθαρό αέρα συνοδεία πάντοτε της συνηθισμένης, μετά από τόσα χρόνια, μπόχας του λιμανιού μας. Μια κλασική, κλασικότατη ναυπλιώτικη βόλτα δηλαδή.

Ομολογώ πως ήτανε θαυμάσια. Ο καιρός εξαιρετικός, ούτε πολύ κρύο, ούτε ζέστη πολύ, ο κόσμος αραιός και ήσυχος, και σε πολλά σημεία της πόλης, λόγω των κλειστών καταστημάτων, επικρατούσε μια ερημική, σκοτεινή αλλά γλυκειά ατμόσφαιρα. Κλασική για άλλη μια φορά και γραφική η εικόνα στα τραπεζάκια των κλειστών και ψιλοσκοτεινών καφέ, που γέμισαν με πλαστικά καφεδάκια των αμετανόητων θαμώνων τους. Ναύπλιο.

Πέρα όμως από τα μοναδικά συναισθήματα που πρόσφερε απλόχερα η πόλη, σε ανάγκαζε ταυτόχρονα να περπατάς ολοένα και περισσότερο μέσα σε μια περίεργη αντίθεση. Λεπτό το λεπτό, η παλιά πόλη δημιουργούσε μέσα στη ανέμελη και χαλαρή σκέψη σου μια σύγκρουση. Δυο κόσμους αντικρουόμενους. Ο λόγος προφανής. Τα μισά καταστήματα ήτανε κλειστά και τα άλλα μισά ανοιχτά. Υπήρχαν δηλαδή στενά της πόλης φωτεινά και ζωηρά όπως πάντα, και άλλα που θύμιζαν έρημη πολιτεία.

Απεργοσπάστες θα πει κάποιος. Σκέφτηκαν να δουλέψουν πάνω στην απεργία των άλλων για να τα κονομήσουν και να τραβήξουν κόσμο. Δεν έχουν κοινωνική συνείδηση θα έλεγε κάποιος άλλος. Είναι χρεωμένοι μέχρι το λαιμό και δεν τους παίρνει θα έλεγε ένας τρίτος. Και οι τρεις σκέψεις είναι πρόχειρες και επιπόλαιες. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο.

Αν κάποιος είχε την υπομονή και παρατηρούσε την γεωγραφία των κλειστών και των ανοιχτών καφέ γρήγορα θα αντιλαμβανόταν πως στη πλειοψηφία τους, τα καφέ που προσελκύουν πάντοτε τουριστικό και ξένο κόσμο (βλάχους, τσιμεντόβλαχους και τουρίστες) ήταν ανοιχτά, ενώ όσα καφέ συντηρούνται κατά κύριο λόγο από ντόπιο πληθυσμό έκλεισαν.

Όπως είναι γνωστό η χθεσινή απεργία ήταν μεν πανελλαδική αλλά στον τόπο μας πήρε και τη μορφή γενικού ξεσηκωμού λόγω του κινδύνου αποψίλωσης της πόλης από διοικητικές υπηρεσίες (στρατόπεδο, εφετείο, διοικητήριο κτλ). Αν συμβεί σταδιακά αυτή η αποψίλωση, το Ναύπλιο θα χάσει μέρος του δημοσιο-υπαλληλίστικου κόσμου του και επομένως μεγάλο μέρος της αγοραστικής του δύναμης, πράγμα που θα επηρεάσει άμεσα τους ντόπιους επιχειρηματίες. Οι ντόπιοι επιχειρηματίες αντιδρούν. Μαζί τους αντιδρά και συμπορεύεται ο παρηκμασμένος πολιτικός κόσμος της πόλης. Ο κόσμος αυτός γιγαντώθηκε μέσα από τους διορισμούς και το πελατειακό κράτος και από τη μία δεν θέλει να χάσει τους εναπομείναντες πελάτες του και από την άλλη δεν γνωρίζει άλλου είδους ανάπτυξης πέραν της γιγάντωσης του κράτους. Οι ντόπιοι επιχειρηματίες προφανώς, γνωρίζουν την αχρηστεία του πολιτικού κόσμου αλλά και τη παντελή έλλειψη εναλλακτικού σχεδίου ανάπτυξης και προκειμένω να καταστραφούν,  συμμαχούν. Αυτός λοιπόν είναι ο ένας κόσμος.

Ο άλλος αποτελείται από ντόπιους ή ξένους επιχειρηματίες που ο κύριος όγκος πελατών τους δεν είναι αυτόχθονες. Είναι τουρίστες, Αθηναίοι ή των πέριξ χωριών. Αυτοί αδιαφορούν για την οικονομική δύναμη και τον πληθυσμό της πόλης. Ενδιαφέρονται  κυρίως για θέματα τουριστικής άνθησης και δεν τους καίγεται καρφί πόσα και τι ξοδεύουν οι ντόπιοι ιθαγενείς. Και δεν πρόκειται με τίποτα να απεργήσουν.

Κάνοντας λοιπόν βόλτα εχθές μέσα στη παλιά πόλη, έβλεπες έναν κόσμο που πολεμούσε με νύχια και με δόντια να μη χαθεί και έναν άλλον που επιθυμεί να μετατρέψει τη πόλη σου σε μια γιγάντια και ψεύτικη καρτ ποστάλ. Ένας οικονομικός πόλεμος συμφερόντων και στη μέση εσύ, ο άνεργος, ο άφραγκος περιπατητής της πόλης που δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα και πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στη κρατικοδίαιτη συντηρητική σαπίλα και τις καρτ ποστάλ ευκαιρίες.

Αυτό που με στεναχώρησε όμως περισσότερο ήταν πως το μέρος που ανήκει και αυτό στα μπλογκς των επιχειρηματιών της καρτ ποστάλ ανάπτυξης είναι δυστυχώς και η παραλία μας. Όλα τα καφέ της παραλίας ήταν ανοιχτά, πλην ενός, γεμάτα τουρίστες  και με τις γνωστές απλησίαστες για τον περισσότερο κόσμο της πόλης τιμές. Εκεί κατάλαβα σύντροφοι πως την έχουμε χάσει εδώ και  πολύ καιρό την παραλία μας. Την παραλία που μας πήγαιναν οι πατεράδες μας τα πρωινά για να πιούνε το καφέ τους, να  διαβάσουν την εφημερίδα τους και μεις να φάμε τοστάκι χαζεύοντας το Μπούρτζι. Σύνολο τη σήμερον, 10 ευρώ.

Οπότε μαρς και πίσω και καφέ στα στενάκια μας πλέον. Και ας είναι και κλειστά τα στέκια μας.

Κατά τα άλλα, η βόλτα ήτανε θαυμάσια.


.