Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Το παραμύθι με τους καθρέφτες

Μια φορά κι ένα καιρό, στη μακρινή πολιτεία της Πρώτης Θάλασσας, μέσα στην κοιλιά μιας όμορφης γυναίκας κατοικούσαν δυο καθρέφτες.



Τα σπίτια τους ήταν αντικριστά και κάθε πρωί που ξύπναγαν και άνοιγαν τα μάτια τους στο κόσμο, ο ένας κοίταγε τον άλλον και μέσω αυτού, τον εαυτό του. Οι καθρέφτες για όσους δεν γνωρίζουν, όταν γίνονται ζευγάρι, δεν έχουν την ιδιότητα να καθρεφτίζουν μόνο υλικά πράγματα αλλά και όλων των ειδών τις υλικές και ψυχικές αισθήσεις, ακόμη και τις σκέψεις. Συζήταγαν λοιπόν παρέα, μόνοι τους, σαν τους τρελούς. Μοιραζόντουσαν απόψεις, εμπειρίες και ανάγκες για ώρες χωρίς ποτέ να ακούει ο ένας τον άλλον. Τότε η Πραγματικότητα, θεά του αληθινού Χώρου εκείνης της εποχής, τους εγκατέλειψε για πάντα. Στη θέση της είχε ξεμείνει σαν σκιά η ανακατεμένη ηχώ των ίδιων τους των εικόνων. Που όλο μεγάλωνε και μεγάλωνε, σα μικρό σύμπαν που τρώει ολοένα και περισσότερο τη σάρκα του Τίποτα.

Μέχρι που ο ένας, δεν ξέρουμε ποιος, μεταμορφώθηκε σε υγρό φάντασμα και χάθηκε για πάντα μέσα στον άλλον. Κρύφτηκε πίσω ακριβώς από τα μάτια του για να μην μπορέσει να τον δει ποτέ. Ο άλλος που δεν είχε αντιληφθεί το παραμικρό, μόνο τα μάτια του που είχαν πάρει το σχήμα κάποιας έλλειψης, συνέχιζε να κουβεντιάζει με το εικονικό του είδωλο, τον άλλον, τον ίδιο του τον εαυτό.

Τα χρόνια περνούσαν ανέμελα και ο μικρός καθρέφτη μας είχε φύγει εδώ και καιρό απ’ τη κοιλιά της όμορφης γυναίκας. Ταξίδευε πλέον πρίμα και μακάρια μέσα στο παραμορφωτικό του κόσμο. Εκεί, μέσα στο «χρυσό» κλουβί του, τα λόγια του συμφωνούσαν πάντοτε μαζί του και τα μικρά και τα μεγάλα αισθήματά του γινόντουσαν πυξίδες ολόκληρης της οικουμένης του. Άτρωτος και φοβερός που προχωρούσε, τέλειος και διαφορετικός, συνάντησε μια μέρα μπροστά του, ως συνήθως, έναν άλλον καθρέφτη. Έκανε να του μιλήσει, να του εκθέσει τις απόψεις του για άλλη μια φορά, να συμφωνήσει, να επιβεβαιωθεί και να φύγει, αλλά μάταια. Ο άλλος, δεν αντηχούσε και δεν αντανακλούσε τίποτα από τα λεγόμενά του. Κάθε λέξη, κάθε φωνή έπεφτε στο κενό. Έπεφτε στη Σιωπή. Σοκαρίστηκε. Τρόμαξε. Του κοπήκαν τα πόδια. Πήγε να φύγει τρέχοντας αλλά ο άλλος δεν τον άφησε. Τον άρπαξε από τ’ αυτιά και του ψιθύρισε το τραγούδι του…

«έχω μπροστά μου συνεχώς έναν καθρέφτη
που μ’ εμποδίζει ό, τι είναι πίσω του να δω
δεν έχω δεί ποτέ μου πιο μεγάλο ψεύτη
και το χειρότερο είναι όμοιος εγώ…»

Τα λόγια του τραγουδιού του τάραξαν τα σωθικά. Η ηχώ που περιτριγύριζε τον κόσμο του, αυτή η πλανεύτρα μάγισσα που τον άφηνε να ζει χρόνια και χρόνια μέσα στην άγνοια, για μια στιγμή έπαψε. Βουβάθηκε κι αυτή. Ο καθρέφτης μας αμήχανα, πλησίασε τον εχθρό και τον κοίταξε στο πρόσωπο. Γύρω σιωπή, μέσα σιωπή. Γαλήνη. Κενό. Με ένα μαγικό και ανεξήγητο τρόπο βγήκε από τον εαυτό του, περπάτησε σε υγρή μορφή, όπως συνηθίζει το γυαλί να κάνει, και έκατσε στη μέση της σκηνής. Μπροστά και πίσω του απλώνονταν διαδοχικά και σε διάφορα σχήματα οι αντανακλάσεις όλου του δοσμένου χρόνου του.

Εκεί, μέσα σε ένα μικρό τετραγωνάκι, στο ύψος των ματιών, διέκρινε αραχνιασμένο και βρώμικο ένα καθρέφτη άλλον. Αλλιώτικο από αυτόν. Το μέγεθος του ήταν ελάχιστο και συμπέρανε πως μια τέτοια εικόνα θα άνηκε στα παιδικά χρόνια της ζωής του. Πλησιάζοντας ακόμη πιο κοντά παρατήρησε πως αυτό το σκιάχτρο, ο καθρέφτης φάντασμα του μίλαγε. Του κούναγε χέρια και πόδια και έδειχνε να ουρλιάζει. Συγκεντρώθηκε και άκουσε τον μακρινό ήχο της παιδικής του γνώσης: «Τα παραμύθια είναι η αλήθεια». Και μετά εξαφανίστηκε.


Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2008

Βόλτα στο λιμάνι

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην όμορφη Napoli di Romania. Μια γλυκιά, παραθαλάσσια επαρχία, βαλμένη στο νότιο τμήμα της mama Grecia.



Όταν ήμουν μικρός, νόμιζα πως ολόκληρος ο κόσμος είναι η πόλη μου. Και μάλιστα, όπως ήταν φυσικό στα μάτια ενός μικρού παιδιού, αυτή η μικρή πόλη μου έμοιαζε πελώρια. Μέχρι να καταλάβω πως δεν ήταν, είχε προλάβει να διαμορφώσει τα βασικά χαρακτηριστικά της σκέψης και των αισθήσεων μου. Για να μην τα πολυλογώ, η Napoli είναι για μένα η μικρογραφία ολόκληρου του κόσμου.

Ένα απο τα βασικά χαρακτηριστικά της πόλης, που άργησα να καταλάβω, είναι η απαίσια και τρισάθλια μυρωδιά του λιμανιού της. Το συνειδητοποίησα στην ηλικία των δεκαοχτώ ετών, όταν μια κοπέλα που δεν ήταν απο δω, ένα γλυκό καλοκαιρινό βράδυ άρχισε να βρίζει αυτή την απαίσια μπόχα και να βρίζει κι εμένα μαζί που την ανέχομαι. Τη μπόχα. Όχι την κοπέλα.

Μου ήρθε ο ουρανός στο κεφάλι. Συνειδητοποίησα πως τόσα χρόνια, ζώντας σε αυτό το φιλήσυχο και παραδεισένιο τοπίο δεν είχα παρατηρήσει αυτή τη διάχυτη σκατίλα του λιμανιού. Οι Napolitanoi, όπως όλος ο καλός ο κόσμος, εναπόθεταν το αποτέλεσμα της παχυλής διατροφής τους στο λιμάνι. Και όταν φύσαγε λιγάκι και ήσουν στο σωστό σημείο, απολάμβανες όλη την "γαρνιτούρα" της μεσογειακής διατροφής.

Χριστέ μου!!! Τόσα χρόνια!!! Κι εγώ τίποτα; Άραγε πόσο να έχει επηρεάσει κάτι τέτοιο την προσωπικότητα μου; Τη σκέψη μου; Τις αισθήσεις μου; Πολύ φοβάμαι πως το σκατό αποτελεί πια αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξης μου. Η βρώμα έχει εισχωρήσει για τα καλά σε όλες τις επιλογές και τα γούστα μου. Εδώ σε επηρεάζει το χρώμα του παιδικού σου δωματίου, δεν θα σε επηρεάσει κάτι  τέτοιο;

Απο κείνο το σημείο και πέρα, κάθε βόλτα στο λιμάνι έμοιαζε με το θρήνο μιας χαμένης ευκαιρίας. Είχα όλα τα καλά του κόσμου. Λεφτά, μυαλό, όρεξη, ικανότητα, πείσμα, επιμονή, υπομονή, τα πάντα. Αλλά δυστυχώς είχα και πολύ σκατίλα μέσα μου. Είχα δηλαδή ένα τεράστιο ανασταλτικό παράγοντα σε ό,τι έκανα. Η κακούργα και πουτάνα κοινωνία με αδίκησε κατάφορα. Και όχι μόνο εμένα. Όλους. Όλους μας αδίκησε. Αν περπατήσεις στη πόλη θα το καταλάβεις. Όταν κάτι βρωμάει στην ατμόσφαιρα, όλοι λένε πως είναι το λιμάνι.

 Όλες οι βρώμες από το λιμάνι ξεκινάνε.